Εκλογές θρίλερ σε ΗΠΑ: Μονόδρομος Trump, αλλιώς χάος...

 Εκλογές θρίλερ σε ΗΠΑ: Μονόδρομος Trump, αλλιώς χάος – Mάχη 51 - 49 για Γερουσία, προς 230 έδρες η Βουλή σε ΔημοκρατικούςΣτην τελική ευθεία βαίνουν οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με το πολιτικό σκηνικό να προμηνύει σημαντικές ανακατατάξεις.
Οι τελευταίες κάλπες θα κλείσουν σε Χαβάη και Αλάσκα ενώ τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται μετά τη 1:00 ώρα Ελλάδας από

το χωριό Ντίξβιλ Νoτς στο Νιού Χάμσαιρ, που έχει ελάχιστους κατοίκους.
Στις 6 το πρωί θα κλείσει και η τελευταία κάλπη.
Οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι οδεύουν προς απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ η μεγάλη εκλογική αναμέτρηση επικεντρώνεται πλέον στη Γερουσία, όπου η μάχη παραμένει εξαιρετικά αμφίρροπη.
Οι προβολές που παρουσιάζονται θέλουν τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν περίπου 230 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, γεγονός που θα τους έδινε τον έλεγχο του σώματος.
Ωστόσο, εάν οι Ρεπουμπλικάνοι καταφέρουν να διατηρήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία, ο Donald Trump θα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πολιτικό αντίβαρο, διατηρώντας περιθώρια ελιγμών για την προώθηση της ατζέντας του.
Μάλιστα, δεν αποκλείεται η Γερουσία να παραμείνει υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων, έστω και με οριακή διαφορά, εξέλιξη που θα διατηρούσε ανοιχτό το πολιτικό παιχνίδι στην Ουάσιγκτον.
Σε επίπεδο συνολικής λαϊκής ψήφου, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανό προβάδισμα των Δημοκρατικών της τάξης των 6 ποσοστιαίων μονάδων.
Yπενθυμίζεται πως στη μάχη της Βουλής των Αντιπροσώπων εκλέγονται και τα 435 μέλη της για διετή θητεία, ενώ στη Γερουσία κρίνονται 35 από τις 100 έδρες της Κλάσης 2 για εξαετή θητεία.
Παράλληλα, διεξάγονται εκλογές για τη θέση του κυβερνήτη σε 39 πολιτείες και αμερικανικά εδάφη.
Το αποτέλεσμα αυτής της εφ' όλης της ύλης εκλογικής αναμέτρησης θα καθορίσει ποιο κόμμα θα ελέγχει τη νομοθετική εξουσία και τη δυνατότητα του Προέδρου να ασκήσει την ατζέντα του.

trump_midterms_1.webp

Έξι πολιτείες κρίνουν τη Γερουσία

Εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων φαίνεται να οδεύει προς τους Δημοκρατικούς, η Γερουσία αποτελεί το πραγματικό πεδίο της μεγάλης μάχης.
Συνολικά 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας διεκδικούνται στις εκλογές, ενώ 23 από αυτές βρίσκονται σε Πολιτείες τις οποίες είχε κερδίσει ο Trump το 2024.
Από τις 100 έδρες της Γερουσίας που είναι διαθέσιμες για το 2026, οι 35 είναι διαθέσιμες.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της πλατφόρμας ανάλυσης Real Clear Politics (RCP), οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να κερδίσουν συνολικά 47 έδρες, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορούσαν να κερδίσουν 44.
Σε 10 πολιτείες, οι πιθανότητες των υποψηφίων είναι περίπου ισόπαλες, σε 8, οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ένα μικρό πλεονέκτημα και μια νίκη σε 6 Πολιτείες θα ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει τις μισές έδρες στην άνω βουλή του Κογκρέσου.
Ο αντιπρόεδρος Vance θα εξασφάλιζε επίσης τις υπόλοιπες ψήφους.
Η Ρωσική Dubravsky Consulting υπολόγισε ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα χάσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά θεωρούν ότι παίζεται η Γερουσία των ΗΠΑ
Ωστόσο, το πιο πιθανό σενάριο να διατηρήσουν οι Ρεπουμπλικάνοι τον έλεγχο της Γερουσίας λόγω του Vance.
Οι έξι ιδιαίτερα κρίσιμες αναμετρήσεις που μπορούν να καθορίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας είναι στην Αλάσκα, στην Άιοβα, στο Κάνσας, στο Οχάιο, στη Νότιο Καρολίνα και στο Τέξας.

Τι συμβαίνει στη Βουλή των Αντιπροσώπων

Σε κάθε περίπτωση, η εκλογική αναμέτρηση αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη δοκιμασία για τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς η ιστορική τάση θέλει το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία να υφίσταται απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές.
Ωστόσο, ο Trump επιχειρεί να ανατρέψει αυτή την παράδοση, μετατρέποντας την αναμέτρηση σε δημοψήφισμα για την πολιτική του ατζέντα, την οικονομία, τη μετανάστευση και το μέλλον της Αμερικής.
Η αλήθεια πως και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων βρίσκονται υπό διεκδίκηση.
Αυτή τη στιγμή οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 219 έδρες έναντι 214 των Δημοκρατικών, με δύο κενές θέσεις.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Real Clear Politics, οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν 227 από τις 435 έδρες.
Σύμφωνα με την Cook Political Report, οι Δημοκρατικοί έχουν την ευκαιρία να κερδίσουν 230 έδρες έως και 237 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τέσσερις έως πέντε επιπλέον έδρες για να αναλάβουν τον έλεγχο του σώματος, αλλά δύσκολα θα τις έχουν.
Περί τις 28 περιφέρειες χαρακτηρίζονται ως πραγματικά αμφίρροπες (toss-ups), ενώ οι υπόλοιπες κατανέμονται σε κατηγορίες όπου το προβάδισμα της μιας ή της άλλης πλευράς θεωρείται περισσότερο ή λιγότερο ασφαλές.
Ο Πρόεδρος της Βουλής Mike Johnson επιμένει ότι οι δημοσκοπήσεις κάνουν λάθος.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που οι εκλογικές προβλέψεις αποτυγχάνουν να αποτυπώσουν την πραγματική δυναμική των Ρεπουμπλικανών.

2003129291_0_0_3360_2048_768x0_80_0_0_f68b14d3caec8475124c144f6e77631b.jpg

Οι έξι κρίσιμες πολιτείες

Αλάσκα: Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Dan Sullivan αντιμετωπίζει μια εξαιρετικά δύσκολη μάχη απέναντι στην Δημοκρατική Mary Peltola.
Η τελευταία προηγείται οριακά στις δημοσκοπήσεις, ενώ η εκλογική αναμέτρηση έχει επιβαρυνθεί από την υπόθεση της υποψηφιότητας ενός δεύτερου Dan Sullivan, γεγονός που έχει προκαλέσει πολιτική και δικαστική αντιπαράθεση.

Άιοβα: Η Ρεπουμπλικανή Ashley Hinson και ο Δημοκρατικός Josh Turek είναι σχεδόν ισόπαλοι.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ένα σημαντικό ιστορικό πλεονέκτημα, καθώς οι Δημοκρατικοί έχουν να κερδίσουν εκλογές για τη Γερουσία στην Πολιτεία από το 2008.
Ωστόσο, το αυξημένο κόστος των καυσίμων και οι πιέσεις που δέχεται ο αγροτικός τομέας δημιουργούν προβλήματα για το GOP.

Κάνσας: Ο Ρεπουμπλικανός Roger Marshall βρίσκεται αντιμέτωπος με τον Δημοκρατικό Adam Hamilton, σε μια αναμέτρηση που εξελίχθηκε σε πραγματική έκπληξη. Παρά τη μακρά παράδοση της Πολιτείας υπέρ των Ρεπουμπλικανών, ο Hamilton έχει καταφέρει να καταστεί ανταγωνιστικός, ενώ η προσωπική του πολιτική και θρησκευτική ταυτότητα δυσκολεύει την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να τον παρουσιάσουν ως έναν τυπικό Δημοκρατικό υποψήφιο.

Οχάιο: Ο Δημοκρατικός Sherrod Brown επιχειρεί να επιστρέψει στη Γερουσία απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Jon Husted. Οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Brown μπροστά, αλλά η πρόσφατη εκλογική ιστορία της Πολιτείας δείχνει ότι η συντηρητική ψήφος μπορεί να είναι ισχυρότερη από ό,τι καταγράφουν οι έρευνες.

Νότια Καρολίνα: Η Ρεπουμπλικανή Darline Graham Nordone, αδελφή του εκλιπόντος γερουσιαστή Lindsey Graham, διεκδικεί την εκλογή της απέναντι στη Δημοκρατική Annie Andrews. Πρόκειται για μια παραδοσιακά συντηρητική Πολιτεία, στην οποία οι Δημοκρατικοί δεν έχουν κερδίσει έδρα στη Γερουσία από το 1998. Η στήριξη του Trump αποτελεί σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα για την Graham Nordone.

Τέξας: Η αναμέτρηση μεταξύ του Δημοκρατικού James Talarico και του Ρεπουμπλικανού Ken Paxton αποτελεί μία από τις πιο απρόσμενες μάχες της εκλογικής περιόδου.
To Τέξας παραμένει παραδοσιακό προπύργιο των Ρεπουμπλικανών, ωστόσο η εσωκομματική αντιπαράθεση και η επιλογή του Paxton έχουν δημιουργήσει ευκαιρίες για τους Δημοκρατικούς.

Trump: Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα

Ο Donald Trump έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, επισημαίνοντας ότι η εκλογική συμπεριφορά των υποστηρικτών του συχνά υποεκτιμάται.
Δεν πρόκειται για εντελώς αβάσιμη ανησυχία.
Στις προεδρικές εκλογές του 2024, για παράδειγμα, οι δημοσκοπήσεις στην Άιοβα εμφάνιζαν την Kamala Harris να προηγείται κατά τρεις μονάδες σε έρευνα της Des Moines Register, ωστόσο ο Trump επικράτησε τελικά στην Πολιτεία με διαφορά 13 μονάδων.
Αντίστοιχα, στο Μίτσιγκαν έχουν καταγραφεί περιπτώσεις στις οποίες οι δημοσκοπήσεις υπερεκτίμησαν τη δυναμική των Δημοκρατικών.
Το ερώτημα, επομένως, είναι εάν και αυτή τη φορά θα επαναληφθεί το φαινόμενο της υποεκτίμησης της συντηρητικής ψήφου.
Ο Trump γνωρίζει ότι η μάχη είναι δύσκολη.
Άλλωστε, έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι το κόμμα του Προέδρου παραδοσιακά χάνει έδαφος στις ενδιάμεσες εκλογές.
Παράλληλα, όμως, επιμένει ότι οι Ρεπουμπλικανοί έχουν να αντιμετωπίσουν μια Δημοκρατική παράταξη που μετακινείται όλο και περισσότερο προς τα αριστερά.
Στην τελευταία προεκλογική του παρέμβαση στο Lincoln Memorial Reflecting Pool, ο Αμερικανός Πρόεδρος κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι προωθούν ακραίες πολιτικές επιλογές και υποστήριξε ότι η εκλογική αναμέτρηση θα καθορίσει την κατεύθυνση της χώρας.

«Η Αμερική δεν θα γίνει ποτέ κομμουνιστική χώρα»

Έναν ιδιαίτερα οξύ τόνο επιχείρησε να δώσει στην εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ ο πρόεδρος Trump, στέλνοντας ένα σαφές ιδεολογικό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.
Ειδικότερα, σε μία από τις πλέον συζητημένες τοποθετήσεις του, ο Λευκός Οίκος σημείωσε χαρακτηριστικά ότι η Αμερική δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κομμουνιστική χώρα.
Η ανάρτηση συνεχίστηκε σε ακόμη πιο αυστηρό ύφος, υπογραμμίζοντας πως ένας πολίτης μπορεί να είναι είτε κομμουνιστής είτε πατριώτης, καθώς είναι αδύνατον να συνυπάρχουν και οι δύο αυτές ιδιότητες στο ίδιο πρόσωπο.
Capture_521.JPG
Eπικοινωνιακή τακτική

Παράλληλα, η επικοινωνιακή τακτική της προεδρίας συμπληρώθηκε με επιπλέον τοποθετήσεις, οι οποίες επικεντρώθηκαν στην προβολή του πολιτικού και οικονομικού έργου της διακυβέρνησης Trump.
Μέσα από τη σύγκριση των πεπραγμένων της παρούσας διοίκησης με τα πεπραγμένα των Δημοκρατικών, επιχειρήθηκε να αναδειχθεί η διαφορά φιλοσοφίας και αποτελεσματικότητας στην οικονομία και την διακυβέρνηση της χώρας, την ίδια ακριβώς στιγμή που η εκλογική μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

15_28.JPG

John McLaughlin: «Οι δημοσκόποι του κατεστημένου προσπαθούν να μας αποθαρρύνουν, ώστε να μην πάμε να ψηφίσουμε»

Οι δημοσκόποι του κατεστημένου «προσπαθούν να αποθαρρύνουν» τους Ρεπουμπλικανούς, ώστε να μην προσέλθουν στις κάλπες, δήλωσε ο John McLaughlin, διευθύνων σύμβουλος και εταίρος της εταιρείας δημοσκοπήσεων McLaughlin & Associates, κατά τη διάρκεια εμφάνισής του στην εκπομπή Breitbart News Daily, ανήμερα των εκλογών.
Ο παρουσιαστής Mike Slater ρώτησε τον McLaughlin σχετικά με τους ισχυρισμούς των «New York Times» ότι είναι δύσκολο να εντοπιστούν Ρεπουμπλικανοί προκειμένου να συμμετάσχουν στις δημοσκοπήσεις της εφημερίδας.
Ωστόσο, ο McLaughlin υποστήριξε ότι οι δημοσκόποι απλώς «δεν προσπαθούν» αρκετά να τους συμπεριλάβουν.
«Όταν εξετάζετε τις δημοσκοπήσεις των «New York Times» που μόλις δημοσιεύθηκαν, πρέπει να σας πω ότι έχω αποκτήσει πολλές αρνητικές εμπειρίες από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Θυμάστε τότε που παρουσίαζαν τη Hillary Clinton ως βέβαιη νικήτρια; Και θυμάστε τις δημοσκοπήσεις του 2024, σύμφωνα με τις οποίες η Kamala Harris επρόκειτο να γίνει πρόεδρος;» διερωτήθηκε.
«Δεν θέλουν να παρουσιάσουν την πραγματική εικόνα. Αυτές οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται για να περιορίσουν τη συμμετοχή των ψηφοφόρων μας».
«Προσπαθούν να μας αποθαρρύνουν, ώστε να μην πάμε να ψηφίσουμε», εξήγησε.
Ειδικότερα, αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις των «New York Times», υποστήριξε ότι η εφημερίδα εξαπέλυσε μια γενικευμένη επίθεση κατά των Ρεπουμπλικανών, δημοσιεύοντας σειρά ερευνών που έδειχναν ότι οι υποψήφιοι του κόμματος υστερούν σε σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία.
«Στην Αλάσκα, για παράδειγμα, όπου ο Trump είχε συγκεντρώσει το 55% των ψήφων, εξετάζοντας τα επιμέρους στοιχεία του μοντέλου που χρησιμοποιούν για να προσδιορίσουν τους πιθανούς ψηφοφόρους, διαπιστώνουμε ότι μόλις το 42% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θυμάται να έχει ψηφίσει τον πρόεδρο Trump», ανέφερε.
«Στην Άιβα, όπου είχαμε συγκεντρώσει το 56% των ψήφων στις προηγούμενες εκλογές, μόλις το 48% δηλώνει ότι θυμάται να έχει ψηφίσει τον Trump.
Στο Κάνσας, όπου είχαμε λάβει το 57%, το αντίστοιχο ποσοστό είναι και πάλι 48%.
Στο Μέιν, το 46% θυμάται ότι ψήφισε τον Trump, ενώ στη δημοσκόπηση της εφημερίδας το ποσοστό αυτό περιορίζεται στο 41%.
Στο Michigan, όπου ο Trump είχε συγκεντρώσει το 50% των ψήφων την προηγούμενη φορά, μόλις το 40% των ερωτηθέντων θυμάται ότι τον είχε ψηφίσει», εξήγησε.
«Όσον αφορά τις άλλες δύο πολιτείες που περιλαμβάνονταν στην έρευνα, στο Οχάιο το ποσοστό όσων θυμούνται ότι ψήφισαν τον Trump ανέρχεται στο 55%.
Πριν από δύο χρόνια είχαμε συγκεντρώσει το 55% των ψήφων υπέρ του Trump, αλλά στη δημοσκόπηση μόλις το 47% δήλωνε ότι θυμόταν να τον έχει ψηφίσει.
Το ίδιο συμβαίνει και στο Τέξας, όπου ο Trump είχε λάβει το 56% των ψήφων στις προηγούμενες εκλογές, αλλά μόλις το 46% των ερωτηθέντων θυμάται ότι τον ψήφισε.
Αντίθετα, στη δημοσκόπηση εμφανίζονται άλλες κατηγορίες ψηφοφόρων, με το 12% των ερωτηθέντων στο Τέξας να δηλώνει ότι δεν είχε ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές, αλλά τώρα να εμφανίζεται να υποστηρίζει σε συντριπτικό βαθμό τους Δημοκρατικούς», συνέχισε.
Ο McLaughlin διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις ζητούσαν από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν ποιον είχαν ψηφίσει στις προεδρικές εκλογές του 2024.
«Ποιος δεν θα θυμόταν κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Slater.
«Ακριβώς», απάντησε ο McLaughlin.
Πρόσθεσε, επίσης, ότι οι δημοσκοπικές εταιρείες «υποεκπροσωπούν σκόπιμα τους ψηφοφόρους του Trump», επισημαίνοντας ότι οι ενδιάμεσες εκλογές (midterm elections) κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των ψηφοφόρων.
«Πριν από δύο χρόνια, 155 εκατομμύρια άνθρωποι ψήφισαν σε ολόκληρη την Αμερική. Από αυτούς, 77 εκατομμύρια ψήφισαν τον Donald Trump.
Αυτοί οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να υπάρχουν. Δεν εξαφανίστηκαν.
Ορισμένοι από αυτούς μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με κάποιους Ρεπουμπλικανούς, επειδή δεν ψήφισαν τον νόμο Save America Act.
Δεν προχώρησαν, επίσης, σε μια δεύτερη φορολογική περικοπή που θα έδινε περαιτέρω ώθηση στην οικονομία.
Ίσως να μην έχουν κάνει αρκετά ούτε στο ζήτημα των συνόρων και σε άλλους τομείς.
Ωστόσο, οι ψηφοφόροι αυτοί παραμένουν εκεί», δήλωσε.
Και κατέληξε: «Οι ψηφοφόροι του Trump εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά τα μέσα ενημέρωσης δεν τους συμπεριλαμβάνουν επαρκώς στις δημοσκοπήσεις τους».

Η Γερουσία είναι ο στόχος 

Το κύριο θέμα παραμένει γύρω από τις εκλογές για τη Γερουσία. Οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν να εξασφαλίσουν μόνο πλειοψηφία μίας ή δύο εδρών.
Επομένως, όταν ο Trump μιλάει για νοθεία, πιθανότατα στοχεύει τη Γερουσία.
Αλλά ακόμη και εδώ, θα αμφισβητήσει τις εκλογές όχι σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε συγκεκριμένες πολιτείες.
Για παράδειγμα, η Αλάσκα, το Τέξας και άλλες παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικές περιοχές βρίσκονται σε δύσκολη θέση αυτή τη φορά.
Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι ο Trump δεν έχει πολλές επιλογές.
Για παράδειγμα, ακόμη και οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θα ενέκριναν την προσπάθεια του προέδρου να παρέμβει βίαια στην εκλογική διαδικασία: ανησυχούν ότι μια μέρα οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καθοδηγηθούν από κάποιον από την αριστερά…
Εν τω μεταξύ, το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο περιλαμβάνει τους προστατευόμενους του Trump, δεν λαμβάνει πάντα τις αποφάσεις που θέλει.
Όπως είναι γνωστό, η άρνηση του Trump να παραδεχτεί την ήττα του στις προεδρικές εκλογές του 2020 οδήγησε τους υποστηρικτές του να επιχειρήσουν να καταλάβουν το κτίριο του Καπιτωλίου.
Οι ταραχές οδήγησαν σε πέντε θανάτους και εκατοντάδες τραυματισμούς.
«Η έφοδος στο Καπιτώλιο είναι μια σκοτεινή υπόθεση, στην οποία κάποιος είχε σαφώς έννομο συμφέρον.
Διαφορετικά, το πλήθος δεν θα μπορούσε να διαπεράσει.
Ο Trump βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση σήμερα.
Μπορεί να μην αναγνωρίζει τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, αλλά αυτό είναι απίθανο να έχει καμία επίπτωση.
Η σύγκρουση μεταξύ του προέδρου και των Δημοκρατικών έχει ήδη φτάσει σε ένα επίπεδο όπου οποιαδήποτε συνεργασία είναι εκτός συζήτησης.

Τεράστια πολιτική κρίση στις ΗΠΑ

Κατά συνέπεια, η εγχώρια πολιτική κρίση θα συνεχίσει να κλιμακώνεται και κανένας από τους συμμετέχοντες δεν θα θέλει να αναλάβει την ευθύνη.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ και τα Δημοκρατικά μέλη του Κογκρέσου ενδέχεται να προσπαθήσουν να μετατοπίσουν την προσοχή του κοινού από τα εσωτερικά ζητήματα στα εξωτερικά φλέγοντα ζητήματα.
Για παράδειγμα, ο Trump θα επαναλάβει τις επιθέσεις κατά του Ιράν και οι αντίπαλοί του Δημοκρατικοί θα αρχίσουν να υποστηρίζουν την Ουκρανία.
Τότε, η αμερικανική πολιτική κρίση θα γίνει απειλή για ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.
Έρχονται δύσκολες ημέρες διεθνώς.

Το μεγάλο πρόβλημα των Δημοκρατικών: Η πολιτική τους ατζέντα

Οι Δημοκρατικοί έχουν επενδύσει σημαντικά στην ακρίβεια, στο κόστος ζωής και στις κατηγορίες περί διαφθοράς, επιχειρώντας να παρουσιάσουν τον Trump ως έναν Πρόεδρο που απομακρύνεται από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Παράλληλα, αξιοποιούν ζητήματα όπως οι δασμοί, η οικονομική πολιτική, η ενεργειακή επιβάρυνση και η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν.
Ωστόσο, το Δημοκρατικό Κόμμα αντιμετωπίζει και το ίδιο ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα: τη μετατόπισή του προς πιο ριζοσπαστικές θέσεις, οι οποίες δεν εκφράζουν απαραίτητα το σύνολο της αμερικανικής κοινωνίας.
Ο Trump θα αξιοποιήσει αυτή την αντίφαση, παρουσιάζοντας τους Ρεπουμπλικανούς ως τη δύναμη που μπορεί να διατηρήσει μια πιο συντηρητική κατεύθυνση στη διακυβέρνηση της χώρας.
Στην πραγματικότητα, η εκλογική μάχη δεν αφορά μόνο τον έλεγχο του Κογκρέσου. Αφορά και το εάν ο Πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να προωθήσει την πολιτική του χωρίς να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια Βουλή που θα ελέγχεται από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Η μεγάλη παγίδα των δημοσκοπήσεων  

Οι αγορές προβλέψεων εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς ως φαβορί για τον έλεγχο της Γερουσίας, με το Polymarket να τους αποδίδει πιθανότητα νίκης 71,5%.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η αναμέτρηση έχει κριθεί.
Οι διαφορές σε αρκετές Πολιτείες είναι μικρές, ενώ η εμπειρία των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων έχει αποδείξει ότι οι δημοσκοπήσεις μπορούν να αποτύχουν σημαντικά στην αποτύπωση της πραγματικής εκλογικής συμπεριφοράς.
Ειδικά στην εποχή Trump, η υποεκτίμηση της συντηρητικής ψήφου έχει αποτελέσει επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε δημοσκοπικό λάθος λειτουργεί απαραίτητα υπέρ των Ρεπουμπλικανών.
Ο ίδιος ο Trump έχει επιχειρήσει να μετατρέψει την προσωπική του πολιτική επιρροή σε εκλογικό όπλο, ζητώντας από τους υποστηρικτές του να ψηφίσουν σαν να βρίσκεται ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο: Εάν οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, η τελευταία διετία της προεδρίας Trump θα μπορούσε να μετατραπεί σε περίοδο συνεχών πολιτικών συγκρούσεων και θεσμικών εμποδίων.
Αντίθετα, εάν διατηρήσουν τη Γερουσία και περιορίσουν τις απώλειές τους στη Βουλή, ο Αμερικανός Πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του επιρροής.
Το βράδυ των εκλογών θα αποδειχθεί εάν οι δημοσκοπήσεις αποτύπωσαν σωστά τη δυναμική των Δημοκρατικών ή εάν η συντηρητική Αμερική του Donald Trump θα επιφυλάξει ακόμη μία εκλογική έκπληξη.
Για τον Αμερικανό Πρόεδρο, η μάχη δεν είναι απλώς για τις έδρες του Κογκρέσου.
Είναι μια μάχη για την πολιτική παρακαταθήκη του και για το μέλλον του κινήματος MAGA.

www.bankingnews.gr