Ας δούμε πώς γεννήθηκε ο όρος “δεξιά”. Αυτός ο πολιτικός όρος θεμελιώνεται κατά τον 19ο αιώνα προκειμένου να εκφράσει τις ιδέες του παλαιού συντηρητισμού και τη διαφοροποίησή του από αυτές του φιλελευθερισμού. Ο συντηρητισμός είχε συνδεθεί με τη συνέχιση της
Η διάκριση πολιτικής ηγεσίας και κοινωνίας, όπως και η επιβολή του θετού δικαίου έναντι του φυσικού, ήταν χαρακτηριστικά μιας φιλελεύθερης ιδεολογίας η οποία συνέπιπτε με τον οικουμενισμό και την ελευθερία των αγορών που αποζητούσε ο συνεχώς επεκτεινόμενος καπιταλισμός. Ο συντηρητισμός όρθωσε το ανάστημά του απέναντί της, υπερασπιζόμενος την ιδέα μιας ενιαίας, αδιαφοροποίητης ταξικά κοινωνίας, η πολιτική ηγεσία της οποίας θα έπρεπε να διαπνέεται από το ιδεώδες του pater familias, εξ ου και η εκ μέρους του υποστήριξη του θεσμού της βασιλείας έναντι του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Εν τούτοις, ο συντηρητισμός κατάλαβε ότι έπρεπε να βρεθεί κάτι που θα ένωνε τη διασπασμένη ταξικά αστική κοινωνία και αυτό το ενωτικό στοιχείο βρέθηκε με την επανερμηνεία της ιδέας του έθνους. Όχι όμως του έθνους ως ενεργού πολιτισμικού παράγοντα, ικανού να προωθεί την ιστορική αυτοσυνείδηση ενός λαού, αλλά ως ενοποιητικής συμβολικής αρχής που ερχόταν να ισχυροποιήσει και να αποκαταστήσει ιδεολογικά το κράτος.
Υπ’ αυτήν τη λογική, το έθνος μετατράπηκε σε επιθετικό προσδιορισμό του αστικού κράτους, με σκοπό να ομοιογενοποιήσει ιδεολογικά τα διασπασμένα σε τάξεις άτομα της κοινωνίας πολιτών, διαχωρίζοντάς τα ταυτόχρονα από τα μέλη των άλλων εθνικών κρατών. Κατόπιν αυτού, ο νέο-συντηρητισμός εστίασε στο εθνικό κράτος και στον εθνικισμό ως τον κυρίαρχο θεσμό σύγκλισης και όχι αντιθέσεως των κοινωνικών διαφορών. Τότε ο νεο-συντηρητισμός προσέλαβε και την επωνυμία της δεξιάς, ως η πολιτική παράταξη -υπερασπιστής του αστικού κράτους.
Ο νεοφιλελευθερισμός
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τα πρώην συντηρητικά κόμματα υπό τον μανδύα της δεξιάς προσχώρησαν στις ιδέες του νέο-φιλελευθερισμού για την παγκοσμιοποίηση των αγορών, την πολυπολιτισμικότητα, τη ραγδαία εν συνεχεία επαναστατική εξάπλωση της ψηφιακής τεχνολογίας, γεγονός ωστόσο που τα έφερε σε σύγκρουση με τις συντηρητικές ιδέες του εθνικού κράτους.
Κατά τη διάρκεια αυτής της “εποχής των άκρων”, που θα έλεγε και ο Χομπσμπάουμ, τα εθνικο-κρατικά σύνορα κατέστησαν διάτρητα από τις ορμητικές διακρατικές ροές αγαθών και υπηρεσιών, πληροφορίας και εργασίας. Ταυτόχρονα, μέρος των καθηκόντων και δικαιωμάτων του εθνικού κράτους άρχισαν να μεταβιβάζονται σε διεθνείς οργανισμούς, υπεύθυνους για τη διεθνή ευταξία, με αποτέλεσμα την απίσχνασή του τελευταίου.
Τη γεφύρωση των αντιθετικών λειτουργιών του εθνικού κράτους επωμίστηκαν τα κόμματα της “φιλελεύθερης” δεξιάς. Η εν λόγω φιλελεύθερη δεξιά, αξιοποιώντας συνταγματικές ρυθμίσεις και κατάλληλα επεξεργασμένο νομικό πλαίσιο, πρωτοστατεί στην προώθηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Ωστόσο, παρότι στα περισσότερα δυτικοευρωπαϊκά κράτη αποκαταστάθηκε μεταπολεμικά ένα καθεστώς κοινωνικής ειρήνης, η παράταξη της δεξιάς δεν έπαψε να τρέφει στους κόλπους της νοσταλγούς του παλαιού συντηρητισμού μαζί με εξωθεσμικά μορφώματα βίας. Σε αυτά τα μορφώματα η δημοκρατική πολιτεία προσδίδει τον χαρακτηρισμό της “άκρας” δεξιάς.
Η ιδεολογική διαμάχη
Κατά την δεκαετία του ’60, η αριστερά ηγεμόνευε στα πεδία της ιδεολογίας, της τέχνης και της κουλτούρας, ανακατασκευάζοντας και ανανεώνοντας τις παλιές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Την ιδεολογική υπεροπλία της αριστεράς αντιλήφθηκαν οι θεωρητικοί ηγέτες της δεξιάς.
Εμπρός στην ανησυχία τους για την πνευματική ηγεμονία της αριστεράς, ήλθαν να διατυπώσουν την ίδια χρονική περίοδο μια νέα θεωρητική πρόταση για τη δεξιά, όχι μόνο για να δώσουν στους υποστηρικτές της τελευταίας τα αναγκαία θεωρητικά όπλα, αλλά για να ενισχύσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό.
Από τις πιο διεισδυτικές θεωρητικές προτάσεις για την αναγέννηση της κουλτούρας της δεξιάς υπήρξαν κατά τα τέλη του 1960 αυτές του Alain de Benoist (Αλαίν ντε Μπενουά). Ο τελευταίος αρνήθηκε τη βία, ενώ βασίστηκε στις απόψεις που υποστήριξε για τον συντηρητισμό ο Έντμουντ Μπερκ (Edmund Burke) τα χρόνια της γαλλικής επανάστασης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συντελεσθείσες εν τω μεταξύ ιδεολογικές και κοινωνικές μεταβολές.
Ελλάδα
Είναι γνωστός ο όρος “γκραμσισμός της δεξιάς” που μεταχειρίστηκε ο Μπενουά προκειμένου να επανοικοδομηθεί η δεξιά στο κοινωνικό αλλά και στο πολιτισμικό πεδίο. Αντιστρέφοντας τις ιδέες του Γκράμσι, θα υποστηρίξει ότι η πολιτική εξουσία δεν κερδίζεται στις κάλπες, αν προηγουμένως δεν έχει κερδίσει στο πεδίο των ιδεών.
Απέρριψε τις φιλελεύθερες ιδέες που είχε ήδη υιοθετήσει η κοινοβουλευτική δεξιά, υπερασπιζόμενος τις φυσικές ανισότητες, το εθνικό κράτος, την παραδοσιακή κοινότητα και οικογένεια όπως και τις ιεραρχίες που οι κλασικοί αυτοί θεσμοί είχαν θεσπίσει. Το ιδεολογικοποιημένο τμήμα της δεξιάς διακήρυξε την αντίθεσή του στον νεοφιλελευθερισμό, υιοθετώντας πιο ριζοσπαστικές ιδεολογικές γραμμές.
Απέναντι στη νεοφιλελεύθερη δεξιά αντέταξε τα ιδεώδη του καθαρόαιμου φυλετικά έθνους (εξ ου και όλο το ιδεολογικό του παίγνιο παίζεται πάνω στο πεδίο της μετανάστευσης), της παραδοσιακής οικογένειας (γι’ αυτό και η άρνησή του απέναντι στις ομοφυλόφιλες διεκδικήσεις για τον γάμο), αλλά και της οικολογίας, όπου η φύση δεν χρειάζεται πολιτικές διάσωσης, καθώς κατόπιν θεϊκής βουλήσεως έχει τεθεί στην υπηρεσία της ανθρώπινης ευμάρειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νεοφιλελεύθερης δεξιάς είναι στα καθ’ ημάς η Νέα Δημοκρατία, ενώ η ριζοσπαστική δεξιά φαίνεται ότι θα βρει τον άξιο εκπρόσωπό της στο υπό διαμόρφωση κόμμα του κ. Σαμαρά.
Διαιρέθηκε και η δεξιά και η αριστερά
Το αξιοσημείωτο είναι, πως αριστερά και δεξιά διαιρέθηκαν σε δύο διακριτές ιδεολογικές ενότητες, αυτές του νεοφιλελευθερισμού από το ένα μέρος και του ριζοσπαστισμού από το άλλο. Μετά την άκλαυτη διάλυση των σοβιετικών καθεστώτων και την άνθιση των κοινωνικών κινημάτων, η δυτικοευρωπαϊκή αριστερά εξελίχθηκε με τη σειρά της σε νεοφιλελεύθερη αριστερά του δικαιωματισμού, αφήνοντας το παλαιό έδαφος των καθολικών κοινωνικών ερμηνειών, των κοινωνικών αγώνων και των ανατρεπτικών θεσμικών αλλαγών στη λεγόμενη “ριζοσπαστική” αριστερά.
Εν τούτοις, στον πολιτικό λόγο όπως και στον λόγο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο, τα αντίπαλα κόμματα προσδίδουν στις ριζοσπαστικές παραφυάδες και της αριστεράς και της δεξιάς ακραία χαρακτηριστικά επισείοντας καιροφυλακτούντες κινδύνους. Όσες φορές ωστόσο έτυχε ριζοσπαστικά κόμματα της ευρωπαϊκής δεξιάς να ανέλθουν στην εξουσία, η πολιτική τους διέψευσε τις εναντίον τους κατηγορίες περί άκρων, οπότε οι κατήγοροί τους υποχρεώθηκαν να μιλήσουν για πολιτικό συμβιβασμό και όχι για κακή εκτίμηση.
Γιατί θέλγει όλο και περισσότερο η ριζοσπαστική δεξιά;
Το ερώτημα ωστόσο είναι: γιατί θέλγει η ριζοσπαστική δεξιά ενώ δεν πείθει το κοινωνικό σώμα η ριζοσπαστική αριστερά; Κατά τη γνώμη μου, διότι η δεύτερη αποβλέπει στον καθεστωτικό ανασχηματισμό του αστικού κράτους, ενώ η ριζοσπαστική δεξιά κινείται εντός του ισχύοντος καπιταλιστικού συστήματος της κατανάλωσης και της αναδιανομής του εισοδήματος, αλλά και της ελευθερίας του λόγου που συνοδεύει το συλλογικό ασυνείδητο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον Διαφωτισμό κι έπειτα.
Ο λόγος της ριζοσπαστικής αριστεράς περί οικονομικής εξαθλίωσης και υποκειμενικής αλλοτρίωσης κινείται σε θεωρητικές αναλύσεις του 19ου αιώνα. Αντίθετα, ο λόγος της ριζοσπαστικής δεξιάς είναι απλουστευτικός, αξιοποιεί τα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προβάλλοντας τη ριζοσπαστική δεξιά και τους ηγέτες της ως τους καταδιωκόμενους των συστημικών κομμάτων.
Οσο ο ιδεολογικός λόγος της ριζοσπαστικής αριστεράς προσπαθεί να αρθρώσει μιαν αλήθεια αναφορικά με τον σχηματισμό των κοινωνικών δομών και γενικότερα του καπιταλισμού, τόσο ο λόγος της ριζοσπαστικής δεξιάς συμποσούται σε ορισμένες φαινομενικές αλήθειες της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας, όπως η οικονομική ανισότητα και η διαφθορά, για την ανατροπή των οποίων αρκεί μια ισχυρή ηγετική βούληση ικανή να παίρνει αποφάσεις στο εδώ και τώρα.
Ενώ η ριζοσπαστική αριστερά επιχειρηματολογεί επιχειρώντας να καλλιεργήσει κριτική σκέψη, η ριζοσπαστική δεξιά αντιθέτως απευθύνεται σε φαντασιώσεις καλλιεργημένες από εικόνες βίας και ισχύος που έχουν καλλιεργήσει οι εικονικές γλώσσες των σύγχρονων χολιγουντιανών παραγωγών και του διαδικτύου.
Οι εκπρόσωποι της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν τον αντιπαθητικό για τις μάζες φαινότυπο του διανοούμενου, ενώ ο φαινότυπος του εκπροσώπου της ριζοσπαστικής δεξιάς είναι, είτε ο λαϊκός τύπος που τα λέει χύμα, είτε ο γεροδεμένος στα γυμναστήρια σωματότυπος που δεν φοβάται αλλά επιτίθεται ορμητικά στους αντιπάλους του.
Το μετέωρο άτομο στη Δύση αναζητεί πατρίδα
Πέραν των προαναφερόμενων, η συσπείρωση ενός λαού επιτυγχάνεται πάντα στην αντίθεσή του με έναν εχθρό, και στην προκειμένη περίπτωση ο εχθρός που προβάλλει η ριζοσπαστική δεξιά δημιουργεί πολύ περισσότερες φοβίες και αντιθέσεις από αυτόν της ριζοσπαστικής αριστεράς. Για μεν τη ριζοσπαστική αριστερά εχθροί είναι οι κάτοχοι του κεφαλαίου, για δε τη ριζοσπαστική δεξιά εχθροί ειναι οι μετανάστες και πρόσφυγες.
Στην πρώτη περίπτωση ο εχθρός δεν τρομάζει, αλλά αντίθετα, αποτελεί παράγοντα μίμησης και θαυμασμού. Στην δεύτερη, οι πρόσφυγες και μετανάστες και δη τα άτομα της μουσουλμανικής θρησκείας και κουλτούρας, είναι οι υπεύθυνοι για την πολιτισμική αλλοίωση του εθνικού πολιτισμού, της απώλειας θέσεων εργασίας, όπως και της εισαχθείσας τρομοκρατίας. Είναι οι ξένοι, οι άλλοι, οι απροσάρμοστοι, οι επίφοβοι, οι βιαστές και εγκληματίες.
Είναι όλοι αυτοί που κρύβουν πίσω από ένα άγνωστο αλφαβητάριο, από ένα διαφορετικό χρώμα επιδερμίδας, ενδύσεως και συμπεριφοράς το μίσος τους για τους αυτόχθονες. Ο εχθρός είναι ορατός, δεν καλύπτεται πίσω από την αναλυτική των σχέσεων, αλλά πίσω από τον μουσουλμανικό, θρησκευτικό φανατισμό.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στις σύγχρονες αποϊδεολογικοποιημένες κοινωνίες της Δύσης, το μετέωρο δυτικό άτομο αναζητά εκ νέου μια πατρίδα κι έναν πολιτισμό που θα του ξαναδώσει την πολιτισμική του ιδιοπροσωπία. Στο ίδιο στοχεύει, καίτοι με τρόπους ριψοκίνδυνους, και η ριζοσπαστική δεξιά. Κι όμως, στο δικό της πεδίο της μετανάστευσης θα αποδειχθεί η ιδεολογική φτώχεια της ριζοσπαστικής δεξιάς. Εμπρός στην αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις όλο και αυξανόμενες μεταναστευτικές επιδρομές, θα υποχρεωθεί αργά ή γρήγορα να ζητήσει τη συνδρομή της άκρας δεξιάς.
Θα αναγκασθεί να απεκδυθεί το δημοκρατικό της προφίλ και να στραφεί στην εκπροσώπησή της από πρόσωπα της άκρας δεξιάς ώστε να αναλάβουν εκείνα τα σκληρά μέτρα της κοινωνικής τιθάσευσης. Αυτό δεν έχουν καταλάβει οι θιασώτες της ριζοσπαστικής δεξιάς, ακόμη και οι εκπρόσωποί της: η βία δεν ορρωδεί εμπρός σε κανέναν αντίπαλο, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που την προσκάλεσαν. Συμπέρασμα: το αδιέξοδο της Δύσης, όπως και της δημοκρατίας, οξύνεται.