Η δραστηριότητά του Israel Allies Foundation (IAF)συνδέεται με τη λεγόμενη «διπλωματία βασισμένη στην θρησκευτική πίστη» (faith-based diplomacy), η οποία επιδιώκει να διαμορφώσει πολιτικές συμμαχίες μέσω κοινών θρησκευτικών και πολιτισμικών αναφορών.
Προκειται για πρωτοφανές γεγονός: Η δημιουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Ισραηλινών Συμμάχων στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη πρωτοβουλία στην Κύπρο, σηματοδοτεί μια νέα εξέλιξη στις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις, αλλά εγείρει και ερωτήματα για τα όρια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, τον ρόλο εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων και τη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της The Jerusalem Post και του Jewish News Syndicate (JNS) στις 14 Οκτωβρίου 2026, το Ελληνικό Κοινοβούλιο εγκαινίασε την Τρίτη 13 Οκτωβρίου την Κοινοβουλευτική Ομάδα Συμμάχων του Ισραήλ (Greek Parliamentary Israel Allies Caucus).
Αντίστοιχη ομάδα συγκροτήθηκε στην κυπριακή Βουλή την επόμενη ημέρα.
Οι δύο πρωτοβουλίες προωθήθηκαν από το Israel Allies Foundation (IAF), ένα διεθνές δίκτυο κοινοβουλευτικών ομάδων που δηλώνει ως στόχο την ενίσχυση της υποστήριξης προς το Ισραήλ, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, τη θρησκευτική διπλωματία και την κοινή αναφορά σε ιουδαιοχριστιανικές αξίες.
Στην ελληνική ομάδα συμπρόεδροι ορίστηκαν οι Κώστας Τσιάρας και Χάρης Θεοχάρης, ενώ στην κυπριακή ομάδα πρόεδρος ανέλαβε ο βουλευτής Χρύσης Παντελίδης. Όπως αναφέρεται στα δημοσιεύματα, οι νέες δομές αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινοβουλευτικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, με επίκεντρο την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, την ενέργεια και την τεχνολογία.
Η εξέλιξη παρουσιάζεται από τους πρωτεργάτες της ως φυσική συνέχεια της στρατηγικής σύμπλευσης των τριών χωρών.
Ωστόσο, η ίδρυση μιας οργανωμένης κοινοβουλευτικής ομάδας με ρητή αναφορά στην υποστήριξη ενός τρίτου κράτους αποτελεί πολιτική εξέλιξη που αξίζει να εξεταστεί πέρα από τη διπλωματική ρητορική περί «κοινών αξιών» και «ιστορικής φιλίας».
Από τη διμερή συνεργασία στην οργανωμένη κοινοβουλευτική υποστήριξη
Η Ελλάδα και το Ισραήλ διατηρούν διπλωματικές σχέσεις από το 1990 και έχουν αναπτύξει στενή συνεργασία στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της ενέργειας και της τεχνολογίας.
Η συνεργασία αυτή αποτελεί αναγνωρίσιμο στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Διαφορετικό, ωστόσο, πολιτικό ζήτημα είναι η συγκρότηση μιας κοινοβουλευτικής δομής η οποία έχει ως ειδικό αντικείμενο την ενίσχυση των σχέσεων με το Ισραήλ και εντάσσεται σε ένα διεθνές δίκτυο οργανώσεων με σαφή φιλοϊσραηλινό προσανατολισμό.
Το Israel Allies Foundation υποστηρίζει ότι το δίκτυό του περιλαμβάνει σχεδόν 70 κοινοβουλευτικές ομάδες διεθνώς και περισσότερους από 1.700 αιρετούς εξιωματούχους.
Η δραστηριότητά του συνδέεται με τη λεγόμενη «διπλωματία βασισμένη στην θρησκευτική πίστη» (faith-based diplomacy), η οποία επιδιώκει να διαμορφώσει πολιτικές συμμαχίες μέσω κοινών θρησκευτικών και πολιτισμικών αναφορών.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το πρώτο ουσιαστικό ερώτημα: ποια είναι τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη διακοινοβουλευτική συνεργασία και στην οργανωμένη πολιτική υποστήριξη προς μια συγκεκριμένη ξένη κυβέρνηση;
Η συμμετοχή Ελλήνων βουλευτών σε διεθνή δίκτυα, ομάδες φιλίας και διμερείς πρωτοβουλίες δεν συνιστά από μόνη της κάτι μεμπτό. Η κοινοβουλευτική διπλωματία αποτελεί θεμιτό και διαδεδομένο εργαλείο διεθνών σχέσεων. Η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης περίπτωσης βρίσκεται στον ρητό προσανατολισμό της πρωτοβουλίας, στην οργανωτική της σύνδεση με έναν φορέα υπεράσπισης των ισραηλινών συμφερόντων και στη σύνδεσή της με συγκεκριμένες γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Αυτό καθιστά αναγκαία τη δημόσια αποσαφήνιση της αποστολής της ομάδας, των δραστηριοτήτων της, των σχέσεών της με το διεθνές δίκτυο και των κανόνων διαφάνειας που θα διέπουν τη λειτουργία της.
Η Τουρκία ως κοινός αντίπαλος και ο κίνδυνος της μονοδιάστατης στρατηγικής
Τα δημοσιεύματα παρουσιάζουν τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως απάντηση στις προκλήσεις ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου, με ιδιαίτερη αναφορά στις εντάσεις με την Τουρκία. Ο εκτελεστικός διευθυντής του IAF Europe, Theo van Doesburg, υποστήριξε ότι οι τουρκικές απειλές πρέπει να αντιμετωπίζονται με αλληλεγγύη, ενώ ο πρόεδρος του οργανισμού, Josh Reinstein μίλησε για τη σημασία των συμμαχιών που βασίζονται σε κοινές ιουδαιοχριστιανικές αξίες.
Η συναντίληψη για την περιφερειακή ασφάλεια
Η διατύπωση αυτή αποκαλύπτει ότι η πρωτοβουλία δεν περιορίζεται στην καλλιέργεια διμερών σχέσεων.
Εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη περιφερειακής ασφάλειας, στην οποία η Ελλάδα και η Κύπρος καλούνται να ενισχύσουν τη συνεργασία τους με το Ισραήλ απέναντι σε κοινούς κινδύνους.
Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας και η ανάπτυξη συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο μπορούν να αποτελούν θεμιτούς στόχους της ελληνικής πολιτικής.
Δεν είναι, όμως, αυτονόητο ότι κάθε στρατηγική επιλογή του Ισραήλ ταυτίζεται με τα ελληνικά συμφέροντα ή ότι η αντιπαράθεση με την Τουρκία πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη διαμόρφωση της ελληνικής στάσης.
Η Ελλάδα έχει λόγο να επιδιώκει σταθερότητα στην περιοχή, να προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να αναπτύσσει συνεργασίες με πολλούς εταίρους.
Οφείλει, ταυτόχρονα, να διατηρεί τη δυνατότητα αυτοτελούς κρίσης για τις περιφερειακές συγκρούσεις, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, το διεθνές δίκαιο και τις ανθρωπιστικές συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων.
Μια στρατηγική συμμαχία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πολιτική υποχρέωση άνευ όρων.
Η κοινοβουλευτική υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν μπορεί να υποκαθιστά την αυτονομία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ούτε να προδικάζει τη στάση της χώρας σε κάθε μελλοντική κρίση.
Οι κοινές θρησκευτικές αξίες ως εργαλείο πολιτικής επιρροής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έμφαση των εκπροσώπων του IAF στην κοινή ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά και στη σύνδεση των κοινοβουλευτικών σχέσεων με τις θρησκευτικές κοινότητες.
Η προσέγγιση αυτή αποδίδει στη συνεργασία έναν πολιτισμικό και ιδεολογικό χαρακτήρα, πέρα από τα συμβατικά διπλωματικά και οικονομικά συμφέροντα.
Η επίκληση κοινών αξιών μπορεί να διευκολύνει τον διάλογο μεταξύ κοινωνιών και πολιτικών συστημάτων. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται ως θεμέλιο μιας συγκεκριμένης γεωπολιτικής συμμαχίας, χρειάζεται προσοχή.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια ταυτότητα θρησκευτικής ή πολιτισμικής συγγένειας, αλλά οφείλει να στηρίζεται σε σαφώς προσδιορισμένα εθνικά συμφέροντα, στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και στην αξιολόγηση κάθε περίπτωσης με αυτοτελή κριτήρια.
Επιπλέον, η αναφορά σε κοινές αξίες δεν απαντά από μόνη της στα κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία της νέας ομάδας: ποια θέματα θα προωθεί, ποιες θέσεις θα υποστηρίζει, πώς θα διαμορφώνονται οι παρεμβάσεις της και πώς θα διασφαλίζεται ότι η δράση της παραμένει συμβατή με τον κοινοβουλευτικό της ρόλο.
Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί με καμία σύμμαχο χώρα.
Η ανάγκη για διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία
Η συγκρότηση της ομάδας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ασκείται εξωτερική επιρροή με αθέμιτο τρόπο ούτε ότι παραβιάζονται κοινοβουλευτικοί κανόνες.
Δεν δικαιολογεί, επομένως, αυθαίρετα συμπεράσματα για τα κίνητρα των συμμετεχόντων.
Δικαιολογεί, όμως, εύλογες ερωτήσεις για τον θεσμικό χαρακτήρα, την οργανωτική σύνδεση και τη δημόσια λογοδοσία της.
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί αν η ομάδα λειτουργεί αποκλειστικά ως άτυπο σχήμα κοινοβουλευτικής διπλωματίας ή αν διαθέτει ευρύτερη οργανωτική και επικοινωνιακή υποστήριξη από εξωκοινοβουλευτικούς φορείς.
Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχει σαφής ενημέρωση για τις εκδηλώσεις, τις συναντήσεις και τις προτάσεις της, καθώς και για τις αρχές που καθοδηγούν τις παρεμβάσεις της.
Η διαφάνεια δεν αποτελεί ένδειξη καχυποψίας απέναντι σε μια χώρα ή σε μια διεθνή οργάνωση.
Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής λογοδοσίας, ιδιαίτερα όταν μια πρωτοβουλία συνδέεται με ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Αυτή είναι η ουσία του ζητήματος: όχι η αμφισβήτηση της δυνατότητας συνεργασίας με το Ισραήλ, αλλά η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η κοινοβουλευτική υποστήριξη προς μια ξένη χώρα δεν θα συγχέεται με την ανεξάρτητη άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

www.bankingnews.gr