Η υπόθεση του Αντώνη Σαμαρά και της επικείμενης ίδρυσης νέου πολιτικού φορέα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Επί μήνες, ένας πρώην πρωθυπουργός, με συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή και διακριτό ιδεολογικό στίγμα, αντιμετωπίζεται από κυβερνητικούς και
Τώρα, όμως, καθώς η ανακοίνωση της ίδρυσης του νέου πολιτικού φορέα αναμένεται σύντομα, το πραγματικό ερώτημα αλλάζει. Δεν είναι πλέον εάν ο Σαμαράς θα προχωρήσει, αλλά ποιες πολιτικές συνέπειες θα έχει η απόφασή του για την κυβερνητική πλειοψηφία, την ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας και συνολικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης ακολούθησε μια αξιοπρόσεκτη διαδρομή. Αρχικά έλεγαν ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν πρόκειται να προκαλέσει ουσιαστική ζημιά στην παράταξη. Μόνο που γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: Ποια παράταξη; Εκείνη που οικοδομήθηκε πάνω σε συγκεκριμένες ιδεολογικές αρχές, ή το σημερινό πολιτικό μόρφωμα που διαμορφώθηκε γύρω από την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Ακολούθησε η φήμη ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα τολμούσε να προχωρήσει, επειδή δεν θα εξασφάλιζε ούτε το 3%, με αποτέλεσμα να υποστεί πολιτικό διασυρμό. Και τώρα, καθώς η αναγγελία ίδρυσης νέου φορέα επίκειται, εμφανίζονται δύο καινούργια ευτελή σενάρια! Ο Σαμαράς θα καταλήξει τελικά σε κάποια συμφωνία με τον Μητσοτάκη και θα εγκαταλείψει το εγχείρημα, ή ότι όταν τον αποκαθηλώσει θα αποχωρήσει.
Αρχικά η πρωτοβουλία Σαμαρά παρουσιαζόταν ως καταδικασμένη. Όταν, όμως, η υλοποίησή της πλησιάζει, αναζητούνται εναλλακτικά σενάρια για να μειώσουν την πολιτική της σημασία. Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν διαμορφώνεται με ευσεβείς πόθους, ούτε οι πολιτικές εξελίξεις ακυρώνονται με επικοινωνιακούς εξυπνακισμούς και… ψιθύρους!
Τι ανησυχεί το Μαξίμου
Από την στιγμή που αυτός ο πολιτικός φορέας αποκτήσει σαφή ιδεολογική ταυτότητα, οργανωτική συγκρότηση και διακριτό πολιτικό πρόγραμμα, είναι βέβαιο ότι θα αμφισβητήσει την αντίληψη ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ αποτελεί τον αυτονόητο και αποκλειστικό εκφραστή της Κεντροδεξιάς, όπως διατείνεται ο Μητσοτάκης.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας… άγνωστος! Έχει διατελέσει πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ. Διαθέτει πολιτική ιστορία, προσωπικές αναφορές και συγκεκριμένες θέσεις σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής, εξωτερικής πολιτικής και ιδεολογικής φυσιογνωμίας της παράταξης. Ο πατριωτισμός του δεν αμφισβητείται.
Όταν οι δημοσκοπήσεις θα καταγράφουν υποχώρηση της κυβερνητικής επιρροής και σημαντικές μετακινήσεις ψηφοφόρων προς την νέα πολιτική έκφραση, το πρόβλημα του Μαξίμου θα είναι πρωτίστως πολιτικό. Η συζήτηση για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην πρωτιά ενός κόμματος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης και η πολιτική νομιμοποίηση που θα προκύψει από την κάλπη. Και ο Σαμαράς απέναντι στο μητσοτακικό “Μητσοτάκης η χάος” έχει δηλώσει ότι θα παράξει κυβερνήσιμο σχήμα.
Μία αξιοσημείωτη εκλογική υποχώρηση του κυβερνώντος κόμματος θα παράγει αμφισβήτηση της στρατηγικής του Μητσοτάκη και την ικανότητα της σημερινής ηγεσίας να διατηρήσει τη συνοχή του πολιτικού της χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η δημόσια συζήτηση για το ενδεχόμενο να τεθεί ζήτημα ηγεσίας σε περίπτωση εκλογικής αποτυχίας, όπως ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε σε πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη. Η ηγεσία συνδέεται με την πολιτική εμπιστοσύνη, την εκλογική αποδοχή και την ικανότητα να εκφράζει ένα ευρύτερο συλλογικό σχέδιο.
ΝΔ ή μητσοτακικό σύστημα εξουσίας;
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ιδεολογική διάσταση. Η Νέα Δημοκρατία ιδρύθηκε ως μια ευρεία κεντροδεξιά παράταξη, με αναφορές στον κοινοβουλευτισμό, στον πατριωτισμό, στην κοινωνική συνοχή, στην οικονομική ελευθερία και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η ιστορική της φυσιογνωμία δεν εξαντλείται σε ένα πρόσωπο, όσο ισχυρό και αν είναι αυτό.
Η πολιτική ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει δώσει στη ΝΔ συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτός ο προσανατολισμός εξακολουθεί να εκφράζει ολόκληρο το εύρος της παραδοσιακής της βάσης. Οι διαφωνίες γύρω από την εξωτερική πολιτική, τα εθνικά ζητήματα, τη λειτουργία των θεσμών, την κοινωνική πολιτική και την ιδεολογική ταυτότητα, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως προσωπικές αντιπαραθέσεις ή ως ενοχλητικές διαφοροποιήσεις.
Η καθεστωτική αντίληψη της εξουσίας από τον Μητσοτάκη και την ομάδα του, κάθε πολιτική αμφισβήτηση εκλαμβάνεται ως απειλή που πρέπει να εξουδετερωθεί, ενώ αυτή είναι φυσιολογικό στοιχείο της δημοκρατίας. Η εξουσία δεν ταυτίζεται με την παράταξη. Και η παράταξη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ιδιοκτησία κανενός.
Επικοινωνία και Πολιτική
Τα βιντεοσκοπημένα μηνύματα, οι δημόσιες παρεμβάσεις και οι προσεκτικά σχεδιασμένες εμφανίσεις του πρωθυπουργού σε φιλικά ΜΜΕ, αποτελούν μέρος της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας. Όμως η επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική ουσία.
Μια καλοστημένη εικόνα δεν απαντά από μόνη της στα ερωτήματα της κοινωνίας. Ένα βίντεο δεν συνιστά στρατηγική. Μια ομιλία δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει όραμα εάν οι διακηρύξεις δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες επιλογές και αποτελέσματα. Η πολιτική επικοινωνία χάνει την αξιοπιστία της όταν χρησιμοποιείται για να διαμορφώνει προκαταβολικά την εικόνα ενός αντιπάλου, αντί να αντιπαρατίθεται με τις θέσεις του.
Η δημόσια παρουσία του Αντώνη Σαμαρά και οι παρεμβάσεις του σε ζητήματα πολιτικής και ιδεολογίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Η ομιλία του στο συνέδριο του “Βήματος” στην Ακαδημία Αθηνών, όπως και άλλες δημόσιες τοποθετήσεις του, μπορούν να αξιολογηθούν όχι μόνο ως παρεμβάσεις ενός πρώην πρωθυπουργού, αλλά και ως ενδείξεις του πολιτικού προβληματισμού που επιδιώκει να αναπτύξει.
Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική σκέψη, σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και πολιτική που να αντιμετωπίζει τις μεγάλες προκλήσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Χρειάζεται ουσιαστική συζήτηση για την εθνική ασφάλεια, τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα, την οικονομική της ανθεκτικότητα, τη δημογραφική κατάρρευση και την κοινωνική συνοχή. Να τονίσουμε ότι η ιδεολογία δεν είναι σύνθημα. Είναι η πυξίδα που καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις.
Με την επικείμενη ανακοίνωση της ίδρυσης του νέου πολιτικού φορέα, η συζήτηση περνά πλέον από το επίπεδο των σεναρίων σε εκείνο της πολιτικής αξιολόγησης. Το πρώτο ζητούμενο θα είναι η σαφής διατύπωση της ιδεολογικής του ταυτότητας. Το δεύτερο, η παρουσίαση ενός συνεκτικού προγράμματος. Το τρίτο, η συγκρότηση μιας αξιόπιστης ομάδας στελεχών που θα μπορεί να υποστηρίξει στην πράξη τις διακηρύξεις του. Θα πρόκειται για μία πολιτική πρωτοβουλία με ευρύτερες φιλοδοξίες πολιτικής παρέμβασης και θεσμικής ευθύνης!
Ο Αντώνης Σαμαράς θα κληθεί να αποδείξει ότι αυτό το σημαντικό πολιτικό βήμα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά επιδιώκει να προσφέρει μια διαφορετική απάντηση στα προβλήματα της χώρας. Και η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας θα κληθεί να αντιμετωπίσει την εξέλιξη αυτή με πολιτικά επιχειρήματα και όχι με επικοινωνιακά ευφυολογήματα και γκεμπελικού ύφους ψιθύρους.
Η επικείμενη ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα από τον Σαμαρά ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο βαθμός επίδρασής του θα φανεί στην πράξη με την ανάδειξη ανάγκης να επανέλθει η πολιτική ουσία στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Έχουμε ανάγκη από πολιτικές προτάσεις και όχι από ευτελείς ατάκες, από ιδεολογική σαφήνεια, θεσμική λογοδοσία και ένα όραμα που να υπερβαίνει τον ορίζοντα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Μητσοτάκη δεν είναι ότι ένας πρώην πρωθυπουργός αποφασίζει να δημιουργήσει νέα πολιτική κίνηση. Είναι ότι η πρωτοβουλία αυτή αναδεικνύει το ερώτημα εάν ο ίδιος και η ηγετική του ομάδα εξακολουθούν να εκφράζουν το σύνολο των πολιτικών και ιδεολογικών αναφορών της παράταξης από την οποία προήλθε.
Και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Σαμαρά είναι να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε μια σοβαρή, συνεκτική και εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση κάτι στο οποίο ευελπιστούμε. Η ανάγκη πολιτικής ανασύνθεσης είναι ένα πραγματικό ζήτημα για το μέλλον της δημοκρατίας και της χώρας. Και η πολιτική ανασύνθεση αρχίζει όταν τελειώνουν τα επικοινωνιακά άλλοθι. Όταν οι πολίτες ζητούν ουσία και όχι σκηνοθετημένες εντυπώσεις. Όταν η ιδεολογία επανέρχεται στο προσκήνιο και η εξουσία παύει να θεωρείται αυτοσκοπός…