Τη
διάσταση ανάμεσα στη μείωση των ανισοτήτων που σημειώνεται στην Ελλάδα
τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, και την
υποκειμενική εμπειρία των νοικοκυριών για την επιδείνωση των ανισοτήτων
αναδεικνύει η
Κεντρικό σημείο της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως ιδιαίτερα έντονη και να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από την κατανομή του εισοδήματος.
Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2015-2025, μέσα από έξι αλληλένδετες διαστάσεις -εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση- αναδεικνύοντας τόσο περιοχές όπου έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος όσο και δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις ευκαιρίες για σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της κρίσης
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των θετικών μακροοικονομικών και στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Συνεπώς, μπορεί να εξηγηθεί γιατί η αίσθηση ανισότητας παραμένει ισχυρή, ακόμη και σε μια περίοδο βελτίωσης πολλών δεικτών, και αναδεικνύεται η ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν όχι μόνο τα εισοδήματα αλλά και την ισότητα πρόσβασης σε ευκαιρίες και βασικές υπηρεσίες.
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης ανά τομέα
Εισοδηματική ανισότητα
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση.
Από τη μία πλευρά, οι βασικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, καθώς η οικονομική ανάκαμψη συνοδεύτηκε από μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και αύξηση της απασχόλησης.
Από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει πιο αρνητική.
Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, ενώ η αίσθηση άνισης μεταχείρισης και περιορισμένων ευκαιριών παραμένει έντονη.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η μείωση της ανισότητας στους στατιστικούς δείκτες δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας για όλους.
Βασικά ευρήματα
Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Αγορά εργασίας
Η αγορά εργασίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία υποχώρησε σημαντικά και η απασχόληση αυξήθηκε.
Ωστόσο, ορισμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα.
Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία (ιδιαίτερα γυναικών και ΑΜΕΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες.
Βασικά ευρήματα
Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.
Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.
Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.
Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας.
Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Βασικά ευρήματα
Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.
Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Υγεία
Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα.
Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Βασικά ευρήματα
Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.