ΣΟΛΩΜΟΣ: Διαχρονικές αλήθειες για τους «προστάτες» και τη διχόνοια (του Ηλία Γιαννακόπουλου)...

«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου» (Σολωμός).

Ο εορτασμός των 200 χρόνων (2021) από την επανάσταση του 1821 συνειρμικά μας οδηγεί στην ποίηση του εθνικού μας ποιητή, του Δ. Σολωμού. Μία ποίηση που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο από φιλολογική, αισθητική και γλωσσική πλευρά. Κι αυτό γιατί η ποίηση του Σολωμού δεν συνιστά κατ’ ανάγκην μόνο ένα πνευματικό προϊόν αλλά ταυτόχρονα και «πολιτική πράξη».


Έτσι στο ποιητικό έργο του Σολωμού ανιχνεύονται στοιχεία με εθνικό ενδιαφέρον και πολιτικό προβληματισμό. Όσο κι αν η ποίηση του εθνικού μας ποιητή κινείται στο χώρο απόδοσης του «Υψηλού», όπως ορίστηκε από τον Schiller (το «υψηλό» εκφράζει τη σύγκρουση των ηθικών δυνάμεων με τις αντίρροπες εχθρικές δυνάμεις τόσο τις εσωτερικές (πάθη, ένστικτα) όσο και με τις εξωτερικές (πείνα, κακουχίες) δεν παύει να εμπεριέχει και στοιχεία που αισθητοποιούν την εθνική μας ανάταση και τις απότοκες πολιτικές παρακαταθήκες.

Η στάση των ξένων

Το κατεξοχήν ποιητικό έργο που οριοθετεί τον εθνικό χαρακτήρα του Σολωμικού έργου είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν».

«Με τα ρούχα αιματωμένα, / Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,/ Να γυρεύεις εις τα ξένα / Άλλα χέρια δυνατά».

Η Ελευθερία – Ελλάδα προβάλλεται ως ικέτης προστασίας από ξένες χώρες. Η μικρή χώρα αντιπαλεύοντας τη δύναμη της οθωμανικής αυτοκρατορίας προστρέχει σε ξένη βοήθεια. Το «κρυφά» και το «αιματωμένα» σκιαγραφούν τόσο τη μέθοδο όσο και την τραγική κατάσταση των Ελλήνων. 

«Μοναχή το δρόμο επήρες  / εξανάλθες μοναχή∙/ Δεν είν’ εύκολαις οι θύραις / εάν η χρεία ταις κουρταλή».

Στους στίχους αυτούς καταγράφεται μία αλήθεια, των διακρατικών σχέσεων μέσα από τις οποίες αναδύεται ο σκληρός νόμος του «συμφέροντος». Η «ανάγκη» και η «αδυναμία» είναι  κακός σύντροφος για την πραγμάτωση των στόχων τόσο του ανθρώπου όσο και του έθνους. Οι στίχοι αυτοί επικυρώνουν τη θέση του Χόχουτ «Μεταξύ των ανθρώπων υπάρχει φιλία. Μεταξύ των κρατών υπάρχουν μόνο συμφέροντα».


 «Άλλος σούκλαψε εις τα στήθια, / Αλλ’ ανάσταση καμμιά∙/ Άλλος σού ταξε βοήθεια,/ Και σε γέλασε φρικτά!» και «Άλλοι, ωιμέ ς τη συφορά σου,/ Οπού εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,/ Σύρε, ελέγαν οι σκληροί».

Εδώ ο Σολωμός καταγγέλει την υποκρισία των ξένων χωρών και αναδεικνύει την ασυμφωνία «λόγων – υποσχέσεων» και «πράξεων». Δεν έλειψε, βέβαια, και η χαιρεκακία και η ταπείνωση που υποστήκαμε ως χώρα εκλιπαρώντας τη βοήθεια των ξένων.

Όσο κι αν οι παραπάνω ποιητικές επισημάνσεις του Σολωμού μάς καθηλώνουν συναισθηματικά, δεν παύουν να καταγράφουν με ενάργεια τη σκληρή διεθνή πραγματικότητα (παλιότερη και σύγχρονη).

Οι προστάτες και η Ελλάδα

Βέβαια ο Σολωμός δεν μέμφεται τη «ζητιανιά» της υπόδουλης Ελλάδας, αλλά προβάλλει εμφαντικά το διεθνές σκηνικό μέσα στο οποίο η απόκτηση της εθνικής ελευθερίας συνιστά ένα δύσκολο εγχείρημα. Η αναζήτηση βοήθειας πολλές φορές οδηγεί ή στην αναζήτηση «προστατών» ή στην ξενοκρατία. Δυστυχώς ως χώρα τα γνωρίσαμε και τα δύο.

«Μην ελπίσωμεν εις ξένους,/ αλλά μόνο εις ανδρείαν / και Ελλήνων την καρδίαν / η πατρίς να λυτρωθή».

Ο Ρήγας είδε πιο καθαρά και πιο επαναστατικά τον τρόπο που η Ελλάδα θα ελευθερωθεί, όπως και ο Κάλβος «καλύτερα» / να τρέχωσι τον κόσμον,/ ..ψωμοζητούντες,/ παρά προστάτας να ‘χωμεν». Η εθνική ελευθερία δεν χαρίζεται από κανέναν. Οι προστάτες ζητούν πάντα το αντίτιμο.


Ο Μπάϊρον έκανε ένα βήμα πιο πέρα συμπληρώνοντας το Σολωμό, το Ρήγα και τον Κάλβο. Θεωρούσε πως ο αγώνας για εθνική ελευθερία θα πρέπει να στηριχτεί στις δικές μας δυνάμεις. «Εις των Φράγκων υποσχέσεις μη στηρίζετε ελπίδες./ Έμπορος ο βασιλιάς τους αγοράζει και πωλεί./ Εις των τέκνων σας τις λόγχες και ασπίδες και κοπίδες,/ εις αυτά και μόνον η ελπίδα ας στηριχτεί» («Δον Ζουάν», ωδή Τρίτη).

Για τον Σολωμό – μετά τις απογοητεύσεις από τους ξένους – η απόφαση για τους Έλληνες είναι μία «Ή την νίκη, ή την θανή».

Οι ξένες δυνάμεις

Προχωρώντας πιο πέρα ο Σολωμός καταγράφει και τις αντιδράσεις των ξένων δυνάμεων στο άκουσμα του αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα τονίζει τις αντιδράσεις κάποιων κρατών ή ηγετών, που καταδεικνύουν και τα αλληλοεμπλεκόμενα συμφέροντά τους.

«Γκαρδιακά χαροποιήθη / Και του Βάσιγκτων η γη»/, ή «…και την χήτη του τινάζει / Το Λιοντάρι το Ισπανό» και «Ελαφιάσθη της Αγγλίας / Το θηρίο, και  σέρνει ευθύς / Κατά τ’ άκρα της Ρωσίας / Τα μουγκρίσματα τ’ς οργής».

Ο Σολωμός δεν τρέφει αυταπάτες για την πρόθεση των ξένων δυνάμεων. Με οργή ή ειρωνεία αποκαλύπτει την ωμότητά τους και έμμεσα προτείνει στους Έλληνες να στηριχτούν στις δυνάμεις τους.

«Τί θα κάμετε; Θ’ αφήσετε / Να αποκτήσωμεν εμείς / Λευθερίαν, ή θα την λύστε / Εξ αιτίας πολιτικής;» και «Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,/ Και κτυπήσετε κ’ εδώ».

Πιο αιχμηρός και  καταγγελτικός ο Σολωμός παρουσιάζεται στη στροφή 41 του ποιήματος «Εις το θάνατο του Λόρδου Μπάϊρον»: «Μόνον άκουε του κοράκου / της Αυστρίας το κραυγητό,/ που δεν έκρωξε του κάκου,/ και επεθύμαε το κακό».

Η διχόνοια των Ελλήνων

Ιδιαίτερη θέση στον «Ύμνο εις την Ελευθερία» κατέχουν και οι προτροπές του ποιητή σχετικά με τη διχόνοια που διαπερνά τους Έλληνες στην ιστορική τους πορεία.


«Η διχόνοια που βαστάει / ένα σκήπτρο η δολερή∙/ καθενός χαμογελάει,/ πάρ το, λέγοντας, και συ».

Θεωρούσε πως η κατάρα της φυλής μας αποδυναμώνει την προσπάθειά μας για ελευθερία και δημιουργία  κράτους. Ο εμφύλιος σπαραγμός είναι μία πληγή τους έθνους μας και λειτουργεί αποσυνθετικά. Γιατί η διχόνοια δεν επηρεάζει αρνητικά μόνο το φρόνημα  των εξεγερμένων αλλά χαροποιεί και τους ξένους: «Μην ειπούν ς τον στοχασμό τους / Τα ξένα έθνη αληθινά∙/ Εάν μισούνται ανάμεσό τους,/ Δεν τους πρέπει ελευθεριά».

Επιμύθιο

Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν τον εθνικό και πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης του Σολωμού. Ο παραινετικός τόνος είναι εμφανής καθώς και η διαχρονικότητα των επισημάνσεών του. Ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής αλλά και της ελληνικής προβαίνει σε διαπιστώσεις που αναδεικνύουν τα βαθύτερα δώματα της ψυχής του γένους μας αλλά και τις ευθύνες των ηγετών του.


 «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε,
πάντοτ’ ευκολόπιστε και πάντα προδομένε».
Πηγή: