Θεσσαλονίκη: Εθνολαϊκισμός και Εγκληματικές Οργανώσεις...



    «Η Θεσσαλονίκη είχε την τύχη ή την ατυχία να είναι το δεύτερο μεγάλο αστικό κέντρο και συνήθως οι ζυμώσεις, οι συνωμοσίες, οι συγκρούσεις γίνονται στα δεύτερα κέντρα».
    Aπόστολος Παπαγιαννόπουλος, αρχιτέκτονας-συγγραφέας .



Έκπληξη προκάλεσε σε πολλούς η αποκάλυψη πως όλα τα προηγούμενα χρόνια η Θεσσαλονίκη υπήρξε «φυτώριο» και χώρος δράσης εγκληματικών οργανώσεων

τύπου «Καμόρα» με αντικείμενο την τοκογλυφία και την προστασία. Κι όμως δεν θα ‘πρεπε ν’ αποτελεί έκπληξη διότι η Θεσσαλονίκη υπήρξε διαχρονικά μια πόλη με μεγάλο και ομιχλώδες «underground», που αποτελούνταν από αναρχικές, τρομοκρατικές και εθνικιστικές ομάδες, κι από εγκληματικές, φασιστικές, παραθρησκευτικές και παρακρατικές οργανώσεις, που δρούσαν μεν στο περιθώριο αλλά ήταν πάντα διαπλεκόμενες με την τοπική εξουσία, και την πολιτική σκηνή της πόλης…

Η Θεσσαλονίκη, καθώς περνά σε μια νέα φάση ιστορικής εξέλιξης, πιστεύω πως μπορεί πλέον να δει το παρελθόν της με άλλο βλέμμα. To 2012 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τότε που η ασιατική ομίχλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποσύρθηκε απ’ το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι των Βαλκανίων. Η πόλη συμπληρώνει έναν αιώνα απελευθέρωσης και ενσωμάτωσης στην Ελλάδα και ταυτόχρονα έναν αιώνα κοσμογονικών εθνολογικών ανακατατάξεων, απομόνωσης, περιφρόνησης και εξάρτησης από το Κέντρο, αλλά και εναλλακτικής δημιουργίας.



Εθνολαϊκισμός και τοπικισμός

Είναι αξιοπερίεργο το πως η Θεσσαλονίκη, γνωστή σε παλιότερες εποχές για τον κοσμοπολιτισμό και την ανεκτικότητα της, κατάντησε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία να είναι η πόλη των πολιτικών δολοφονιών (π.χ. δολοφονία Λαμπράκη), του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και των ακροτητών. Αυτή η πόλη, αλλοτινό υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών και εθνοτήτων –ένα πραγματικό «βαλκανικό melting pot»– κατέληξε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα χώρος όπου ενδημούσαν παραθρησκευτικές οργανώσεις, και υπερεθνικιστικές ομάδες, που επιδίδονται με την πρώτη ευκαιρία σε φασαριόζικες ακρότητες.

Για τα αθηνοκεντρικά ΜΜΕ, που φημίζονται για την τάση τους προς τα στερεότυπα και τις υπεραπλουστεύσεις, η Θεσσαλονίκη ήταν επί χρόνια η «πόλη του Ψωμιάδη», ο οποίος εκλέχθηκε δύο φορές Νομάρχης (και κατόπιν περιφερειάρχης) ποντάροντας στα φοβικά και τοπικιστικά συναισθήματα μιας σημαντικής μερίδας απογοητευμένων Θεσσαλονικέων –κυρίως απώτερης προσφυγικής καταγωγής (το περίεργο πάντως είναι πως σε όλες τις χώρες του κόσμου μετά από δύο 2-3 γενιές δεν υπάρχουν πλέον «πρόσφυγες», διότι ενσωματώνονται και γίνονται όλοι πλέον «ντόπιοι»)– καθώς και σε μια κοντόφθαλμη και καιροσκοπική κόντρα με το «αθηνοκεντρικό κατεστημένο».



Είναι γεγονός πάντως πως η Θεσσαλονίκη εκλύει ευκολότερα τα πάθη ή απλώς, επειδή δεν είναι το κέντρο αποφάσεων της Ελλάδας, λειτουργεί ως ακίνδυνη «βαλβίδα» εκτόνωσης υποβόσκουσων εντάσεων και συναισθηματικών εκρήξεων διάφορων περιθωριακών ομάδων, που υπάρχουν ασφαλώς και στην Αθήνα.

Η σημερινή ελίτ της Θεσσαλονίκης, αν και βασίστηκε πάνω σ’ ένα κοσμοπολίτικο ιστορικό υπόβαθρο, εντούτοις ανδρώθηκε μέσα από την αντιπαλότητα της με την ελίτ της Αθήνας. Αυτόνομη εξαρχής χρειάστηκε ωστόσο να δώσει σε δύσκολες εποχές σκληρό αγώνα για να διατηρήσει την αυτονομία της. Παρά τις όποιες κατά καιρούς αντιπαραθέσεις η ελίτ της Θεσσαλονίκης υπήρξε μια «δεξαμενή», πρόθυμη πάντα να τροφοδοτήσει με νέο «αίμα» και νέες ιδέες την ελίτ της Αθήνας. Έδωσε πολλούς μεγάλης εμβέλειας πολιτικούς (ανάμεσα τους και η «δυναστεία Καραμανλή»), καλλιτέχνες κι επιχειρηματίες, αρκετοί εκ των οποίων αφομοιώθηκαν από το αθηναϊκό κατεστημένο και κάποιοι από αυτούς έγιναν μάλιστα και φανατικοί υποστηρικτές του «αθηναϊκού κράτους»!



Η «Ειδική Περίπτωση» της Θεσσαλονίκης

Η πληθυσμιακή και οικονομική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα εισέπραξε, όπως ήταν αναμενόμενο, τις συνέπειες των πολιτικών λαθών του Κέντρου και του γεωπολιτικού κατακερματισμού που επακολούθησε. Όπως επισήμανε και ο Γιώργος Πρεβελάκης, καθηγητής της Γεωπολιτικής στη Σορβόννη: «Η συμπεριφορά του αθηναϊκού πολιτικού κατεστημένου έναντι της Θεσσαλονίκης μετά το 1922, δίνει μια ιδέα του τραύματος που προκάλεσε η Μικρασιατική Καταστροφή και του αισθήματος της αβεβαιότητας που κυριάρχησε τότε στην Ελλάδα».
Ήδη από το 1912 η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίστηκε από την Αθήνα ως «ειδική περίπτωση». Η εθνική ανομοιογένεια του πληθυσμού της (κυρίως η μεγάλη παρουσία του εβραϊκού στοιχείου) και η αρχική αδυναμία της ελληνικής κοινότητας στην πόλη, συνδυασμένες με τη δράση των συνδικάτων, έκαναν ευπρόσδεκτους από την κρατική εξουσία τους παρακρατικούς μηχανισμούς «εθνικοφρόνων», που έδερναν Εβραίους και κομμουνιστές. Τη μετεμφυλιακή περίοδο και τη δεκαετία του 1960 η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε προνομιακό χώρο δράσης παρακρατικών, ακροδεξιών και φασιστικών στοιχείων, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη.


Το «Σκοτεινό Τρίγωνο» του Θερμαϊκού

Οι τεκτονικές αλλαγές της διετίας 1989-1991 άλλαξαν ριζικά το γεωπολιτικό τοπίο στα Βαλκάνια, καταρρίπτοντας γεωπολιτικές βεβαιότητες δεκαετιών, με την εξαφάνιση του λεγόμενου «κομμουνιστικού μπλοκ» και την ανάδυση του θαμμένου εθνικισμού. Κι ενώ θα περίμενε κανείς η Θεσσαλονίκη να απαλλαγεί από την κλειστοφοβική της ατμόσφαιρα και να ανοιχτεί τολμηρά στη βαλκανική ενδοχώρα, συνέβη ακριβώς το αντίθετο.

Οι εθνικιστικοί πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία και η διαμάχη με το νεότευκτο γειτονικό κράτος των Σκοπίων για την αποκλειστικότητα της χρήσης του ονόματοςΜακεδονία, δημιούργησαν ένα πρόσφορο έδαφος καλλιέργειας ανασφαλειών, φοβιών και εθνικιστικών αντανακλαστικών, που έδωσε στην εθνολαϊκιστική κλίκα της πόλης μας μια δεύτερη ευκαιρία για να επαναεπιβεβαιώσει την ηγεμονία της. Εμφανίστηκε έτσι μια νέα γενιά «Μακεδονομάχων», εθνολαϊκιστών πολιτικών και «εθνάρχων» ιερωμένων, που επιχείρησαν και τα κατάφεραν να χειραγωγήσουν το λαό της Θεσσαλονίκης δημιουργώντας την εντύπωση πως βρισκόμασταν στην εποχή των Βαλκανικών Πολέμων.



Αυτή η ανίερη συμμαχία εθνικιστών, Δεξιών πολιτικών και πολέμαρχων ιερωμένων έφτασε στο αποκορύφωμα της μέσα από το «σκοτεινό τρίγωνο» Παπαθεμελής-Ψωμιάδης-Άνθιμος, που προσπάθησε και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε να συντηρεί αυτή την αφύσικη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης. Βέβαια ο ανομολόγητος εχθρός αυτού του «σκοτεινού τριγώνου» δεν ήταν οι εθνικιστές των Σκοπίων ή η νεοοθωμανική Τουρκία αλλά ο ίδιος ο λαός της Θεσσαλονίκης (!) τον οποίο ήθελαν να υποτάξουν και να εμποδίσουν την ανάδυση του μέσα στο νέο ευρωπαϊκό δημοκρατικό σύμπαν.

Ο εχθρός ήμασταν όλοι εμείς οι Θεσσαλονικείς, ειδικά όσοι είχαν δημοκρατικές ευαισθησίες και σκεφτόντουσαν ελεύθερα, πέρα από ασπρόμαυρα εθνικιστικά στερεότυπα. Εχθρός τους ήταν η ίδια η πόλη της Θεσσαλονίκης, την οποία ουσιαστικά μισούσαν, και γι’ αυτό επιθυμούσαν να την καταστήσουν κεφαλοχώρι του ελληνικού βορρά και όχι την κοσμοπολίτικη βαλκανική μητρόπολη της ιστορίας της. Χωρίς υπερβολή αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις έκαναν ότι μπορούσαν από το χέρι τους για να κόψουν τα φτερά της Θεσσαλονίκης, να συντρίψουν το κοσμοπολίτικο πνεύμα της και να καταστείλουν τις ελεύθερες και δημιουργικές της δυνάμεις. Αλλά, ευτυχώς, δεν τα κατάφεραν. Κάτω από το πολικό ψύχος που εξέπεμπαν όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε μια άσβεστη φλόγα, η φλόγα της εναλλακτικής Θεσσαλονίκης, που αντιστέκονταν δημιουργικά στην επέλαση του εθνολαϊκισμού και του νεοσυντηρητισμού και οραματίζονταν μια Θεσσαλονίκη μητρόπολη, ανοικτή και κοσμοπολίτικη, ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, αντάξιου του μακραίωνου παρελθόντος του.

Κοσμοπολίτικος αέρας

Συνοψίζοντας αυτό το κοσμοπολίτικο Σαλονικιώτικο πνεύμα ο υπερκομματικός Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης –που αποτελεί ασφαλώς «κόκκινο πανί» για τους ντόπιους συντηρητικούς,  εθνολαϊκιστές και ειδικά για το περιβόητο «σκοτεινό τρίγωνο»–, είχε πει χαρακτηριστικά: «Να ανοίξουμε τα σεντούκια της πόλης που έκλεισε και σφράγισε το φοβικό, εθνικιστικό και οπισθοδρομικό σύνδρομο που κατείχε την πόλη για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο και μας έκανε έτσι να ξεχάσουμε πολλά από τα γεγονότα που σφράγισαν τη ζωή της Θεσσαλονίκης όλους τους αιώνες της ιστορίας της».



Είναι προφανές πως αν η Θεσσαλονίκη δεν αποτινάξει από πάνω της το φάντασμα του εθνολαϊκισμού που την στοιχειώνει δεν θα μπορέσει να αδράξει τις ευκαιρίες και να διαδραματίσει τον ιστορικό της ρόλο ως πολιτισμικής και γεωοικονομικής μητρόπολης των Βαλκανίων. Αντίθετα μπορεί να γίνει «θερμοκήπιο» εγκληματικών και παρακρατικών οργανώσεων, σκοτεινών συνωμοτικών ομάδων, που θα δρουν σ’ ένα περιβάλλον αυξανόμενης ανεργίας, φτώχειας και συνωμοσιοπαράνοιας. Είναι καιρός πάντως η Θεσσαλονίκη, μια πόλη με ιδιαίτερη ταυτότητα και ελκυστική ατμόσφαιρα, να σταματήσει να ζει μέσα από τις ψευδαισθήσεις της και τις σκοτεινές της ιστορίες και να ανοιχθεί άφοβα στην ενδοχώρα των Βαλκανίων και στο μέλλον.




Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και δημιουργός του εναλλακτικού περιοδικούZενίθ (www.zenithmag.wordpress.com)


zenithmag


Related Posts