Σχεδόν τρεις στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025, καταδεικνύοντας έτσι το μέγεθος της αποτυχίας των πολιτικών που εφάρμοσαν οι
Το ποσοστό ανέρχεται στο 27,5% (περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι), τοποθετώντας τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (29%) και οριακά πάνω από τη Ρουμανία (27,4%)!
Και η αλήθεια είναι πως αν η Βουλγαρία δεν έκανε το λάθος να υιοθετήσει το ευρώ είναι πολύ πιθανό η Ελλάδα να βρίσκονταν μόνη της στην τελευταία θέση.
Την ίδια ώρα, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 20,9%.
Τα νούμερα αποτυπώνουν μια επίμονη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να μετατρέψει την υποτιθέμενη ανάκαμψη και τα πρωτογενή πλεονάσματα σε ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η Ελλάδα καταγράφει σταθερά από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια, με μικρές διακυμάνσεις που δεν αλλάζουν την εικόνα.
Σημειώνεται ακόμη και ελαφρά αύξηση σε σχέση με το 2024 (26,9%), που δείχνει ότι η κατάσταση χειροτερεύει.
Η γεωγραφική διάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Τέσσερις ελληνικές περιφέρειες συγκαταλέγονται μεταξύ των φτωχώτερων της ΕΕ με ποσοστά άνω του 31,5%.
Η Πελοπόννησος φτάνει το 38,1%, τα Ιόνια Νησιά το 35,7%, η Κεντρική Μακεδονία το 33% και η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη το 31,6%.
Αντίθετα, η Κρήτη εμφανίζει σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό (18,2%), γεγονός που αναδεικνύει τις βαθιές περιφερειακές ανισότητες.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού δεν μετριέται μόνο με το εισόδημα. Περιλαμβάνει και τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, καθώς και τα νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.
Στην πράξη αυτό σημαίνει δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών (θέρμανση, διατροφή, στέγαση, απρόβλεπτα έξοδα), ιδίως σε μια περίοδο υψηλών τιμών ενέργειας και ακρίβειας.
Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν ήδη υποστεί έντονες πιέσεις από τον πληθωρισμό και τις ενεργειακές κρίσεις, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις και τα μέτρα στήριξης δεν έχουν επαρκή αντίκτυπο στα πιο ευάλωτα στρώματα.
Η σύγκριση με χώρες όπως η Τσεχία (περίπου 11,5–12%), η Πολωνία (15%) και η Σλοβενία (15–16%) είναι αποκαλυπτική.
Χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ορισμένες περιπτώσεις καταφέρνουν να κρατούν τα ποσοστά φτώχειας σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χάρη σε πιο αποτελεσματικές πολιτικές απασχόλησης, εκπαίδευσης και κοινωνικής προστασίας.
Στην Ελλάδα, η υψηλή φορολογία σε συνδυασμό με τις περιορισμένες δημόσιες επενδύσεις μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και η αργή μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό μοντέλο οικονομίας αφήνουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού εκτεθειμένο.
Τα στοιχεία της Eurostat υπογραμμίζουν ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και τα πλεονάσματα, δεν αρκούν από μόνα τους όταν δεν συνοδεύονται από στοχευμένες και κυρίως κατάλληλες πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες και ενισχύουν την πραγματική αγοραστική δύναμη των χαμηλότερων και μεσαίων εισοδημάτων.
Χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση του κόστους στέγασης, της ενέργειας και της πρόσβασης σε ποιοτικές θέσεις εργασίας, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένη στις υψηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης για τη φτώχεια – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή και τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.