Η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) προκαλεί αναπόφευκτα συγκρίσεις με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Οι συγκρίσεις αυτές είναι χρήσιμες μόνον εφόσον δεν μετατρέπονται σε εύκολες ιστορικές αναλογίες. Η σημερινή Ομοσπονδιακή Γερμανία
Ωστόσο, η ιστορία της Βαϊμάρης εξακολουθεί να θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις αδυνατούν να συνδέσουν τη θεσμική σταθερότητα με την κοινωνική ασφάλεια και όταν ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας παύει να αισθάνεται ότι εκπροσωπείται;
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν κατέρρευσε απλώς επειδή υπήρχε ο Χίτλερ. Κατέρρευσε επειδή συνέπεσαν η ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο υπερπληθωρισμός, η κρίση του 1929, η μαζική ανεργία, η διάλυση των πολιτικών συμμαχιών και η εχθρότητα σημαντικού μέρους των παραδοσιακών ελίτ προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Η Σοσιαλδημοκρατία ιδρύει τη Δημοκρατία — και πληρώνει το τίμημα
Η SPD υπήρξε η βασική πολιτική δύναμη της γερμανικής εργατικής τάξης και ένας από τους σημαντικότερους φορείς εκδημοκρατισμού της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην ιστορία της εμφανίστηκε το 1914, όταν η κοινοβουλευτική της ομάδα υπερψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις. Η επιλογή αυτή προκάλεσε τη διάσπαση ανάμεσα στη μεταρρυθμιστική Σοσιαλδημοκρατία, την Ανεξάρτητη Σοσιαλδημοκρατία και την επαναστατική Αριστερά.
Πολιτική
Το 1918 η SPD βρέθηκε στο κέντρο της γερμανικής επανάστασης. Υπό τον Φρίντριχ Έμπερτ επέλεξε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και όχι το σύστημα των εργατικών και στρατιωτικών συμβουλίων. Η κυβέρνησή της καθιέρωσε θεμελιώδεις ελευθερίες, την καθολική ψηφοφορία και το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.
Ταυτόχρονα, όμως, προκειμένου να αποτρέψει μια επανάσταση μπολσεβικικού τύπου, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία συνεργάστηκε με τον παλαιό στρατιωτικό μηχανισμό και χρησιμοποίησε τα εθνικιστικά Freikorps εναντίον της επαναστατικής Αριστεράς.
Η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ σφράγισε το ρήγμα ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Κομμουνιστές. Η γερμανική Αριστερά δεν κατόρθωσε πλέον να συγκροτήσει κοινό μέτωπο απέναντι στον ναζισμό.
Αυτό είναι και το τραγικό παράδοξο της SPD στη Βαϊμάρη: υπήρξε ο συνεπέστερος υπερασπιστής της Δημοκρατίας, αλλά συνέβαλε στη διατήρηση θεσμών —στρατού, Δικαιοσύνης, διοίκησης— των οποίων σημαντικά τμήματα παρέμειναν μοναρχικά, εθνικιστικά και αντιδημοκρατικά.
Μετά το 1930, οι κυβερνήσεις άρχισαν να στηρίζονται όλο και περισσότερο στα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 48. Ο κοινοβουλευτισμός αποδυναμώθηκε πριν ακόμη ο Χίτλερ γίνει καγκελάριος.
Η οικονομική κατάρρευση μετέτρεψε τους Ναζί από περιθωριακή δύναμη σε μαζικό κόμμα, ενώ οι συντηρητικές ελίτ πίστεψαν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να ελέγξουν τον Χίτλερ. Στην πραγματικότητα, του παρέδωσαν το κράτος.

Οι ρίζες της «γερμανικής ιδεολογίας»
Ο όρος «γερμανική ιδεολογία» χρειάζεται προσοχή. Δεν πρέπει να σημαίνει ότι οι Γερμανοί διαθέτουν κάποια έμφυτη ροπή προς τον αυταρχισμό, τον μιλιταρισμό ή τον φασισμό. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν ιστορικά λανθασμένη και θα αντέγραφε την ίδια ουσιοκρατική λογική που χρησιμοποιεί ο εθνικισμός.
Υπήρξε, όμως, μια συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή. Η Γερμανία συγκροτήθηκε ως ενιαίο κράτος αργότερα από τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η φιλελεύθερη επανάσταση του 1848 απέτυχε και η ενοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1871 από την Πρωσία του Μπίσμαρκ, μέσα από πολέμους και υπό την κυριαρχία της μοναρχίας, του στρατού και της γραφειοκρατίας. Η οικονομική νεωτερικότητα προχώρησε ταχύτερα από τον πολιτικό εκδημοκρατισμό.
Αυτός είναι ο πυρήνας της θεωρίας του γερμανικού Sonderweg, του «ιδιαίτερου δρόμου»: μια βιομηχανικά προηγμένη κοινωνία συνυπήρξε με ισχυρές προκαπιταλιστικές ελίτ και αυταρχικούς πολιτικούς θεσμούς. Η θεωρία έχει δεχθεί σοβαρή κριτική, κυρίως επειδή παρουσιάζει τη βρετανική ή τη γαλλική ιστορία ως υποχρεωτικό κανόνα. Παραμένει, όμως, χρήσιμη εάν αντιμετωπιστεί ως ερμηνεία συγκεκριμένων θεσμικών ανισορροπιών και όχι ως μοιραία πορεία προς τον Χίτλερ.
Στο πνευματικό επίπεδο, ο γερμανικός Ρομαντισμός αντέδρασε στην αφηρημένη καθολικότητα του Διαφωτισμού, προβάλλοντας τη γλώσσα, την ιστορία, την παράδοση και την οργανική κοινότητα. Ο Χέρντερ, ωστόσο, δεν μπορεί απλώς να χαρακτηριστεί πρόδρομος του ναζισμού, ούτε το ενδιαφέρον για την πολιτισμική ιδιαιτερότητα οδηγεί αναγκαστικά στον φυλετισμό.
Η κρίσιμη μετάλλαξη συντελέστηκε όταν η έννοια του Volk αποσπάστηκε από τον πολιτισμό και συνδέθηκε με το αίμα, τη φυλή και το έδαφος.
Το Volk δεν σημαίνει απλώς «πολίτες». Περιγράφει την αντίληψη του έθνους ως ενιαίου οργανικού σώματος, το οποίο υποτίθεται ότι υπερέχει του ατόμου και των δικαιωμάτων του. Από το Volk προέρχεται και το επίθετο völkisch, που αποδίδεται ως εθνοφυλετικός, λαϊκιστικά εθνικιστικός ή φυλετικο-εθνικιστικός.
Η völkisch ιδεολογία του ύστερου 19ου αιώνα συνδύασε επιθετικό εθνικισμό, αντισημιτισμό, κοινωνικό δαρβινισμό, φυλετική «καθαρότητα» και, συχνά, αποκρυφισμό. Κατά τη Βαϊμάρη οι οργανώσεις αυτές απέκτησαν μαζικότερη επιρροή και προσέφεραν στο ναζιστικό κίνημα μεγάλο μέρος του λεξιλογίου του: φυλή, εθνική αναγέννηση, «εσωτερικός εχθρός» και ζωτικός χώρος.
Δίπλα τους αναπτύχθηκε η λεγόμενη «Συντηρητική Επανάσταση», με στοχαστές όπως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ, ο Άρτουρ Μέλερ φαν ντεν Μπρουκ, ο Ερνστ Γιούνγκερ και ο Καρλ Σμιτ. Δεν ταυτίζονταν όλοι με τον ναζισμό, αλλά συμμερίζονταν την περιφρόνηση προς τον φιλελευθερισμό, τον κοινοβουλευτισμό, τον συμβιβασμό και την ισότητα. Αντιπαρέθεταν στη «χαλαρότητα» της δημοκρατίας την απόφαση, την ιεραρχία, τον ηρωισμό, τον πόλεμο και ένα μυθοποιημένο εθνικό σύνολο.

Η γοητεία του ανορθολογισμού
Το βιβλίο του Ρίτσαρντ Γουόλιν, Η γοητεία του ανορθολογισμού, βοηθά να κατανοήσουμε τη διανοητική απονομιμοποίηση του δημοκρατικού Λόγου. Η κεντρική του θέση δεν είναι ότι η φιλοσοφία «προκάλεσε» τον φασισμό. Είναι ότι ένα μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης γοητεύτηκε από την υπέρβαση του ορθολογισμού, της καθολικής ηθικής και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αναζητώντας αυθεντικότητα στη βούληση, στον μύθο, στην αισθητική της βίας και στην κυριαρχική απόφαση.
Ο Νίτσε αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάγκης για διάκριση. Δεν ήταν ναζί —πέθανε το 1900— ούτε μπορεί να αναχθεί σε απλό προάγγελο του Χίτλερ. Περιφρονούσε τον γερμανικό εθνικισμό και τον αντισημιτισμό. Παράλληλα, όμως, η πολεμική του κατά της ισότητας, η αριστοκρατική του περιφρόνηση προς τη μαζική δημοκρατία και η γλώσσα της δύναμης επέτρεψαν επιλεκτικές πολιτικές ιδιοποιήσεις. Η αδελφή του, Ελίζαμπετ, αλλοίωσε την εικόνα και τμήματα του έργου του για να τον εντάξει στον εθνικιστικό και αντισημιτικό χώρο.
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο οποίος εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα και ως πρύτανης το 1933 συνέδεσε δημόσια τη φιλοσοφική του γλώσσα με τη νέα εξουσία.
Ο Καρλ Σμιτ, από την πλευρά του, θεωρητικοποίησε την κυριαρχία ως δυνατότητα απόφασης για την «κατάσταση εξαίρεσης» και την πολιτική ως διάκριση φίλου και εχθρού. Εδώ η σχέση με τον αυταρχισμό δεν είναι μεταγενέστερη παρανόηση αλλά ιστορική πολιτική στράτευση.
Ο ανορθολογισμός γίνεται πολιτικά επικίνδυνος όταν η δυσπιστία απέναντι στον Λόγο μετατρέπεται σε απόρριψη της αποδεικτικής διαδικασίας, της κοινής πραγματικότητας και της δημοκρατικής διαβούλευσης. Σήμερα αυτή η τάση δεν εμφανίζεται με το ίδιο φιλοσοφικό λεξιλόγιο. Εκφράζεται μέσα από θεωρίες συνωμοσίας, ψηφιακή παραπληροφόρηση, καλλιέργεια φόβου και την ιδέα ότι η προσωπική ή εθνική ταυτότητα απειλείται από αόρατες ελίτ, μετανάστες ή υπερεθνικούς θεσμούς.
Η μεταπολεμική Δημοκρατία και η αναγέννηση της SPD
Μετά το 1945, η Δυτική Γερμανία οικοδομήθηκε συνειδητά ως αντι-Βαϊμάρη. Ο Θεμελιώδης Νόμος του 1949 περιόρισε τις δυνατότητες προεδρικού αυταρχισμού, ενίσχυσε το Κοινοβούλιο και το Συνταγματικό Δικαστήριο και καθιέρωσε την αρχή της «μαχόμενης δημοκρατίας», η οποία δικαιούται να προστατεύεται από όσους επιδιώκουν να την καταλύσουν.
Η SPD, υπό τον Κουρτ Σουμάχερ, επανιδρύθηκε ως δημοκρατικό και αντιολοκληρωτικό κόμμα. Η μεγάλη τομή ήρθε με το Πρόγραμμα του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ το 1959. Το κόμμα εγκατέλειψε τη θέση ότι η μετάβαση στον σοσιαλισμό αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα, αποδέχθηκε την οικονομία της αγοράς και μετασχηματίστηκε από εργατικό κόμμα σε ευρεία λαϊκή παράταξη.
Υπό τον Βίλι Μπραντ η Σοσιαλδημοκρατία συνδέθηκε με τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη διεύρυνση της εκπαίδευσης και την Ostpolitik. Με τον Χέλμουτ Σμιτ εξέφρασε περισσότερο τον τεχνοκρατικό ρεαλισμό και τη σταθερότητα. Για δεκαετίες, το γερμανικό κοινωνικό κράτος, η ισχυρή συνδικαλιστική εκπροσώπηση και η κοινωνική οικονομία της αγοράς περιόρισαν τον χώρο στον οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί η άκρα Δεξιά.
Η ακροδεξιά δεν εξαφανίστηκε από τη μεταπολεμική Γερμανία, αλλά για πολλές δεκαετίες παρέμεινε κατακερματισμένη και πολιτικά απομονωμένη. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei – NSDAP) ήταν το ναζιστικό κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ, το οποίο κατέλυσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, εγκαθίδρυσε την ολοκληρωτική δικτατορία του Τρίτου Ράιχ και αποτέλεσε τον πολιτικό φορέα του φυλετικού αντισημιτισμού, του επεκτατικού πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας το 1945, το NSDAP διαλύθηκε και απαγορεύθηκε από τις Συμμαχικές Δυνάμεις. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ράιχ (Sozialistische Reichspartei – SRP), ένα απροκάλυπτα νεοναζιστικό κόμμα που θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό διάδοχο του NSDAP, απαγορεύθηκε το 1952 από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Το 1964 ιδρύθηκε το Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (Nationaldemokratische Partei Deutschlands – NPD), το οποίο τοποθετήθηκε στην άκρα Δεξιά, συνδυάζοντας εθνικισμό, ξενοφοβία και ιδεολογικές αναφορές στον ιστορικό εθνικοσοσιαλισμό· το 2023 μετονομάστηκε σε Die Heimat («Η Πατρίδα»). Στη δεκαετία του 1980 εμφανίστηκαν οι Ρεπουμπλικανοί (Die Republikaner – REP), ένα εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό και δεξιό λαϊκιστικό κόμμα, το οποίο κινήθηκε μεταξύ της ριζοσπαστικής Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς και σημείωσε πρόσκαιρες επιτυχίες σε κρατιδιακές και ευρωπαϊκές εκλογές. Στον ίδιο χώρο δραστηριοποιήθηκε η Γερμανική Λαϊκή Ένωση (Deutsche Volksunion – DVU), ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό και ξενοφοβικό κόμμα με ιδιαίτερη παρουσία σε ορισμένα ανατολικά κρατίδια, το οποίο συγχωνεύθηκε τελικά με το NPD το 2011. Όλες αυτές οι οργανώσεις πέτυχαν κατά περιόδους την είσοδό τους σε κρατιδιακά κοινοβούλια, αλλά δεν κατόρθωσαν να εδραιωθούν σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η ιστορική τομή που επέφερε η AfD είναι ακριβώς ότι, σε αντίθεση με τους προκατόχους της, μετέτρεψε τη ριζοσπαστική και ακροδεξιά πολιτική από περιθωριακό φαινόμενο σε πανγερμανική εκλογική δύναμη με μαζική κοινωνική βάση.

Από την Agenda 2010 στην κρίση εκπροσώπησης
Η μεγάλη καμπή για τη μεταπολεμική SPD ήρθε επί Γκέρχαρντ Σρέντερ. Η Agenda 2010 και οι μεταρρυθμίσεις Hartz επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν την ανεργία και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα. Περιόρισαν, όμως, την κοινωνική προστασία, ενοποίησαν την ανεργιακή και κοινωνική βοήθεια σε χαμηλότερο επίπεδο και διεύρυναν τον τομέα χαμηλών αμοιβών. Οι αλλαγές προκάλεσαν εκλογικές ήττες και διάσπαση ενός τμήματος της συνδικαλιστικής και κοινωνικής βάσης της SPD.
Η Σοσιαλδημοκρατία δεν έχασε μόνον ψήφους. Έχασε τη σαφήνεια της κοινωνικής της λειτουργίας. Συμμετέχοντας επανειλημμένα σε μεγάλους συνασπισμούς με τη Χριστιανοδημοκρατία, εμφανίστηκε ως υπεύθυνος διαχειριστής του υπάρχοντος συστήματος και όχι ως φορέας κοινωνικού μετασχηματισμού. Η παραδοσιακή εργατική της βάση κατακερματίστηκε: άλλοι ψηφοφόροι κατευθύνθηκαν προς την Αριστερά, άλλοι απείχαν και ένα τμήμα —ιδίως σε περιοχές οικονομικής και δημογραφικής παρακμής— στράφηκε στην AfD.
Δεν υπάρχει, βεβαίως, μια απλή ευθεία από την Agenda 2010 προς την Ακροδεξιά. Η οικονομική ανασφάλεια από μόνη της δεν παράγει εθνικισμό. Όταν όμως συνδυάζεται με αίσθημα πολιτισμικής απώλειας, περιφρόνηση από τις ελίτ και απουσία αξιόπιστης κοινωνικής εκπροσώπησης, μπορεί να μεταφραστεί πολιτικά σε απόρριψη του «συστήματος».
Η AfD: από το ευρώ στην εθνοτική πολιτική
Η AfD ιδρύθηκε το 2013 ως ευρωσκεπτικιστικό κόμμα οικονομολόγων, συντηρητικών και αντιπάλων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων διάσωσης. Στην αρχική της φάση ήταν οικονομικά φιλελεύθερη και δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη σημερινή ακροδεξιά φυσιογνωμία. Από το 2014 και κυρίως μετά την προσφυγική κρίση του 2015, το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε προς τη μετανάστευση, το Ισλάμ, την εθνική ταυτότητα και την καταγγελία των πολιτικών ελίτ. Οι εθνικιστικές και εξτρεμιστικές πτέρυγες επικράτησαν σταδιακά των ιδρυτικών στελεχών.
Η επιτυχία της είναι ιδιαίτερα έντονη στην ανατολική Γερμανία. Οι αιτίες δεν μπορούν να αποδοθούν σε μία υποτιθέμενη «αυταρχική ψυχή» των Ανατολικογερμανών. Συνδέονται με την αποβιομηχάνιση μετά την επανένωση, τη δημογραφική συρρίκνωση, τη μετακίνηση των νέων, τη μικρότερη παρουσία ισχυρών κομματικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων και το επίμονο αίσθημα ότι οι κάτοικοι της Ανατολής αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 η AfD διπλασίασε το ποσοστό της, φθάνοντας στο 20,8%, και έγινε δεύτερο κόμμα. Η SPD περιορίστηκε στο 16,4%, από 25,7% το 2021. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2026, η AfD εμφανίζεται σε δημοσκόπηση στη Σαξονία-Άνχαλτ στο 40%, έναντι 23% της CDU και 9% της SPD.
Επιστρέφει η Βαϊμάρη;
Η απάντηση είναι όχι — αλλά η προειδοποίησή της επιστρέφει.
Η AfD δεν είναι η NSDAP και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, υπερπληθωρισμού ή θεσμικής κατάρρευσης.
Η επικίνδυνη ομοιότητα βρίσκεται αλλού: στην κανονικοποίηση της περιφρόνησης προς το Κοινοβούλιο, στη μετατροπή της πολιτικής σε σύγκρουση φίλων και εχθρών, στην εθνική θυματοποίηση, στην υπόσχεση μιας αυταρχικής αποκατάστασης της «τάξης» και στην πεποίθηση των συντηρητικών ότι μπορούν να δανειστούν τη γλώσσα της Ακροδεξιάς χωρίς να ενισχύσουν την ίδια.
Το λεγόμενο Brandmauer, το τείχος αποκλεισμού της AfD, είναι αναγκαίο αλλά ανεπαρκές. Εάν περιορίζεται σε κοινοβουλευτικούς χειρισμούς, μπορεί να ενισχύσει την εικόνα της AfD ως μοναδικής αντισυστημικής δύναμης. Η δημοκρατική απάντηση πρέπει να είναι ταυτόχρονα θεσμική, κοινωνική και πολιτισμική.
Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα της SPD. Δεν αρκεί να επικαλείται την ιστορική της προσφορά στη Δημοκρατία. Πρέπει να ξαναγίνει η δύναμη που μετατρέπει την κοινωνική ανασφάλεια σε δημοκρατική διεκδίκηση και όχι σε εθνικιστικό φόβο. Χρειάζεται να εκπροσωπήσει τους εργαζομένους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, τις υποβαθμισμένες περιφέρειες, τους νέους και όσους αισθάνονται ότι οι μεγάλες αλλαγές —πράσινη μετάβαση, ψηφιοποίηση, μετανάστευση— πραγματοποιούνται χωρίς αυτούς.

Το γερμανικό παράδοξο
Η Γερμανία δεν είναι μόνον η χώρα του πρωσικού μιλιταρισμού, του völkisch εθνικισμού και του Χάιντεγκερ. Είναι επίσης η χώρα του Καντ, του Μαρξ, του εργατικού κινήματος, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Βίλι Μπραντ και μιας από τις βαθύτερες μεταπολεμικές δημοκρατικές μεταμορφώσεις.
Δεν υπάρχει μία ενιαία «γερμανική ιδεολογία». Υπάρχει μια μακρά σύγκρουση ανάμεσα σε δύο Γερμανίες: την αυταρχική και την κοινοβουλευτική, την εθνικιστική και την οικουμενική, τη φυλετική κοινότητα και την ισότιμη πολιτειότητα, τον μύθο της δύναμης και τον δημόσιο Λόγο.
Η σημερινή άνοδος της AfD δεν αποδεικνύει ότι ο ναζισμός ήταν κρυμμένος μέσα στον γερμανικό χαρακτήρα. Αποδεικνύει ότι καμία κοινωνία δεν αποκτά μόνιμη ανοσία στον αυταρχισμό.
Όταν η δημοκρατία παύει να προσφέρει ασφάλεια, αξιοπρέπεια, συμμετοχή και μια πειστική εικόνα του μέλλοντος, ο ανορθολογισμός επιστρέφει ως πολιτική πρόταση.
Και αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο μάθημα της Βαϊμάρης: τη Δημοκρατία δεν τη σώζει μόνο το Σύνταγμα. Τη σώζουν οι κοινωνικές δυνάμεις που έχουν λόγο να την υπερασπιστούν.