Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε μια εντυπωσιακή και ιστορική δημοσιονομική καμπή αλλά τα σημαντικά επιτεύγματα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προκαλούν πανηγυρισμούς είτε εφησυχασμό.
Τα νούμερα δεν υποτάσσονται σε κομματικούς και πολιτικούς
Τα καλά νέα: Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ μειώνεται ταχύτερα από σχεδόν κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές παλαιών δανείων και οι αγορές αντιμετωπίζουν, πλέον, το ελληνικό Δημόσιο ως έναν πολύ διαφορετικό δανειολήπτη από εκείνον της προηγούμενης δεκαετίας.
Τα κακά νέα: Υπάρχει όμως ένας αριθμός που δεν χωρά εύκολα στην εικόνα της «θεαματικής απομείωσης» του χρέους: Είναι τα 62,85 δισ. ευρώ των repos.
Τόσα ήταν στο τέλος του 2025 τα βραχυπρόθεσμα δάνεια του κεντρικού κράτους από άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Το ποσό ήταν 56,9 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Είναι ενδοκυβερνητικός δανεισμός και, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, δεν προσμετράται στο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, επειδή το Δημόσιο χρωστά ουσιαστικά σε... άλλο κομμάτι του Δημοσίου.
Γιατί τα 63 δισ. δεν φαίνονται στον δείκτη
Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 το χρέος του Budgetary Central Government (όπως είναι η επίσημη ονομασία του δείκτη) ανερχόταν σε περίπου 406,2 δισ. ευρώ ενώ από αυτά, 62,85 δισ. ευρώ ήταν repos.
Την ίδια στιγμή, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, όπως υπολογίζεται με τη μεθοδολογία της Eurostat, ήταν περίπου 362,9 δισ. ευρώ.
Η διαφορά δεν αποτελεί λογιστικό τρικ, αλλά τακτική ταμειακής διαχείρισης.
Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για υποχρεώσεις του κεντρικού κράτους προς άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οι οποίες ενοποιούνται και επομένως δεν εμφανίζονται στο χρέος με βάση την τυπολογία των εγγραφών στον κρατικό προϋπολογισμό που υιοθετήθηκε στο Maastricht.
Η κρίσιμη πραγματικότητα είναι ότι το κεντρικό κράτος χρησιμοποιεί δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ρευστότητας που έχουν συγκεντρωθεί από το σύνολο του δημόσιου τομέα.
Ανάμεσα στους φορείς που συμμετέχουν στο σύστημα βρίσκονται ασφαλιστικοί οργανισμοί, νοσοκομεία, ΟΤΑ και άλλοι δημόσιοι οργανισμοί.
Με άλλα λόγια, το κράτος δεν χρειάζεται πάντοτε να βγει στις αγορές για να βρει χρήματα καθώς στη διάθεσή του μια τεράστια εσωτερική δεξαμενή ρευστότητας.
Και εδώ αρχίζει το ερώτημα που δεν απαντά ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ.
Το ρίσκο των repos δεν είναι ότι τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων ή των νοσοκομείων εξαφανίζονται.
Τα repos είναι βραχυπρόθεσμες συμφωνίες καθώς ο φορέας που διαθέτει τα χρήματά του εξακολουθεί να έχει απαίτηση έναντι του κεντρικού κράτους.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι διαφορετικός.
Είναι ο κίνδυνος κρίσης ρευστότητας.
Όταν
ένα σημαντικό μέρος των διαθεσίμων ενός δημόσιου φορέα έχει μετατραπεί
σε απαίτηση έναντι του κεντρικού κράτους, ο φορέας αυτός εξαρτάται από
την ομαλή λειτουργία ολόκληρου του μηχανισμού διαχείρισης της κρατικής
ρευστότητας.
Σε κανονικές συνθήκες αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα.
Τι συμβαίνει, όμως, σε μια συγκυρία
μεγάλης δημοσιονομικής πίεσης, ύφεσης, απότομης αύξησης των επιτοκίων ή
μεγάλης ανάγκης των ίδιων των φορέων για μετρητά;
Τότε η διαχείριση των repos παύει να είναι απλώς μια τεχνική άσκηση ταμειακής διαχείρισης.
Γίνεται ζήτημα συστημικής ρευστότητας του ίδιου του Δημοσίου.
Και όσο μεγαλύτερο είναι το απόθεμα των repos, τόσο μεγαλύτερη είναι η σημασία αυτής της παραμέτρου
– μπορούμε επί παραδείγματι να φανταστούμε τα νοσοκομεία να μην έχουν
ρευστό να καλύψουν αναλώσιμα και το δημόσιο να μην μπορεί να εκδώσει μεταχρονολογημένες εντολές πληρωμής.
Η άτυπη τράπεζα του κράτους
Τα ασφαλιστικά ταμεία μετατρέπονται σε άτυπη «τράπεζα του κράτους», με μηδενική διαφάνεια και τεράστιο κίνδυνο.
Αυτό δεν λέγεται δημοσιονομική στρατηγική διότι είναι εσωτερικός δανεισμός ανάγκης, μια πρακτική που θυμίζει έντονα τις μέρες πριν το 2010.
Ο ΕΦΚΑ, επί παραδείγματι, εμφανίζει συγκυριακή αύξηση εσόδων, αλλά κουβαλά ένα ιστορικό έλλειμμα 52 δισ. ευρώ.
Παρ’ όλα αυτά, λειτουργεί ως βασικός χρηματοδότης του κράτους μέσω repos.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη προειδοποιήσει: Η πρακτική αυτή υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συντάξεων.
Όταν ένας οργανισμός με
τέτοιο δομικό έλλειμμα χρηματοδοτεί το κράτος, δεν μιλάμε για
σταθερότητα• μιλάμε για μεταφορά κινδύνου στις πλάτες των συνταξιούχων
και των εργαζομένων.
Το ασφαλιστικό σύστημα γίνεται η «δεξαμενή» από την οποία το κράτος αντλεί ζεστό χρήμα για να κλείνει δημοσιονομικές «τρύπες».
Η Ελλάδα - παρόλα αυτά - πράγματι μειώνει το χρέος
Η μείωση του χρέους δεν είναι λογιστική οφθαλμαπάτη.
Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε από περίπου 365 δισ. ευρώ το 2024 σε 362,9 δισ. ευρώ το 2025, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ υποχώρησε από 154,2% σε 146,1%.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ο λόγος είχε απομειωθεί ακόμη περισσότερο, στο 143,5%.
Η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή, ιδίως αν θυμηθεί κανείς ότι στο τέλος του 2020, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης της πανδημίας, το αντίστοιχο ποσοστό είχε ξεπεράσει το 205%.
Όμως η μείωση του δείκτη δεν οφείλεται αποκλειστικά στις πρόωρες αποπληρωμές.
Εχουν συμβάλει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάπτυξη και κυρίως η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ – με
τη … βοήθεια του καλπάζοντος πληθωρισμού που σκοτώνει τα εισοδήματα - η
οποία μειώνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ ακόμη και όταν το ύψος του
χρέους σε απόλυτα μεγέθη δεν μειώνεται θεαματικά.
Αυτό έχει σημασία: Το 146% ή το 137% δεν είναι το ίδιο πράγμα με «τόσα δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος».
Ο δείκτης μειώνεται επειδή αυξάνεται ο παρονομαστής, δηλαδή το ΑΕΠ, αλλά και επειδή το κράτος μειώνει το χρέος του.
Μήπως εξοφλούμε φθηνό χρέος και ξαναδανειζόμαστε ακριβότερα; - Η δομή του χρέους
Η Ελλάδα έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια μια επιθετική στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής των παλαιών δανείων.
Το 2024 προπληρώθηκαν περίπου 7,9 δισ. ευρώ από τα δάνεια του πρώτου προγράμματος.
Το 2025 ακολούθησε νέα πρόωρη αποπληρωμή.
Και τον Ιούνιο του 2026 εγκρίθηκε νέα αποπληρωμή 6,94 δισ. ευρώ προς τους πιστωτές του πρώτου προγράμματος.
Η Ελλάδα επιταχύνει τις πρόωρες αποπληρωμές, με νέο πακέτο περίπου 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026.
Το ερώτημα δεν είναι εάν μειώνεται το χρέος – μειώνεται.
Είναι με ποια ρευστότητα και με ποιο τελικό κόστος.
Το νέο σχέδιο που ανακοινώθηκε 17 Αυγούστου προβλέπει αποπληρωμές περίπου 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026, μετά και τα 6,94 δισ. ευρώ που αποπληρώθηκαν πρόωρα τον Ιούνιο από τα δάνεια του Greek Loan Facility.
Ο ESM επιβεβαίωσε ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή αφορούσε δάνεια που κανονικά έληγαν το 2029 και την περίοδο 2033-2035.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επιλογή αυτή είναι οικονομικά συμφέρουσα.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έχει δηλώσει ότι κάθε 1 δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής εξοικονομεί περίπου
30 εκατ. ευρώ τον χρόνο, ενώ μέχρι τον Μάιο είχαν ήδη αποπληρωθεί
πρόωρα περίπου 26,5 δισ. ευρώ, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση περίπου 800
εκατ. ευρώ.
Η λογική είναι εύλογη: η Ελλάδα χρησιμοποιεί
μέρος της ρευστότητάς της για να απαλλαγεί νωρίτερα από παλαιότερες
υποχρεώσεις και να μειώσει τόσο τους τόκους όσο και τον επιτοκιακό
κίνδυνο.
Τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ δείχνουν ότι η δομή
του ελληνικού χρέους παραμένει ιδιαίτερα ευνοϊκή: 100% σταθερού
επιτοκίου, μέση διάρκεια πάνω από 18 χρόνια και ετήσιο κόστος
εξυπηρέτησης μόλις 1,38% σε ταμειακή βάση.
Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της σημερινής στρατηγικής.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναχρηματοδοτεί κάθε χρόνο το σύνολο του χρέους της με τα σημερινά επιτόκια της αγοράς.
Μεγάλο μέρος του αποτελείται από μακροχρόνια δάνεια των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης, με πολύ διαφορετικό προφίλ από ένα κοινό κρατικό ομόλογο.
Το ερώτημα των repos και ο μηχανισμός της ρευστότητας
Εδώ, όμως, βρίσκεται η λιγότερο συζητημένη πλευρά της εικόνας.
Τα 62,85
δισ. ευρώ των repos είναι πολύ περισσότερα από τα 38,9 δισ. ευρώ των
συνολικών ταμειακών διαθεσίμων της Γενικής Κυβέρνησης που καταγράφει ο
ΟΔΔΗΧ στο τέλος Μαρτίου 2026.
Τα δύο μεγέθη δεν πρέπει να
αθροίζονται ή να συγκρίνονται λογιστικά ως ισοδύναμα. Δείχνουν όμως πόσο
σημαντικός έχει γίνει ο μηχανισμός εσωτερικής ανακύκλωσης ρευστότητας
στο Δημόσιο.
Και αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: όταν το κράτος χρησιμοποιεί τη διαθέσιμη ρευστότητα για πρόωρη αποπληρωμή χρέους,
ενώ παράλληλα στηρίζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια repos από τους
ίδιους τους δημόσιους φορείς, ποιο είναι τελικά το καθαρό δημοσιονομικό
όφελος;
Αποπληρώνουμε φθηνό χρέος με ακριβότερο;
Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο.
Το
επιχείρημα ότι η Ελλάδα «ξεπληρώνει φθηνά δάνεια για να δανειστεί
ακριβότερα» δεν αποδεικνύεται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Ούτε όμως
μπορεί να απορριφθεί χωρίς αναλυτικό υπολογισμό ανά δάνειο.
Ο Πιερρακάκης υπολογίζει περίπου 3% ετήσιο όφελος ανά δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής.
Αυτό πρέπει να συγκριθεί με το κόστος κάθε νέας χρηματοδότησης, αλλά και με το κόστος του συγκεκριμένου δανείου που εξοφλείται.
Το κρίσιμο είναι ότι το ελληνικό χρέος έχει συνολικό μέσο κόστος πολύ χαμηλότερο από τις τρέχουσες αποδόσεις των νέων ομολόγων.
Η τελευταία εικόνα του ΟΔΔΗΧ δείχνει μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης 1,38%, ενώ η νέα χρηματοδότηση από την αγορά τιμολογείται προφανώς σε υψηλότερα επίπεδα.
Άρα η σωστή σύγκριση δεν είναι: «παλιό χρέος έναντι νέου ομολόγου».
Είναι: «ποιο
συγκεκριμένο δάνειο εξοφλείται, ποιο επιτόκιο έχει, πόσοι τόκοι
αποφεύγονται, από πού βρίσκονται τα χρήματα της πρόωρης αποπληρωμής και
πόσο κοστίζει η χρηματοδότηση που απαιτείται παράλληλα».
Αυτόν τον πλήρη λογαριασμό η δημόσια συζήτηση δεν τον έχει ακόμη παρουσιάσει.
Χρειάζεται διαφάνεια στο πώς διαμορφώνεται το κόστος δανεισμού
Η χώρα έχει επίσης ένα από τα πιο ευνοϊκά προφίλ χρέους στην Ευρώπη, με πολύ μεγάλη μέση διάρκεια και χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα είναι αν
η ταυτόχρονη μείωση του χρέους και η διατήρηση ενός τόσο μεγάλου όγκου
εσωτερικού δανεισμού αποτελούν την οικονομικά αποδοτικότερη χρήση της
κρατικής ρευστότητας και ποιους κινδύνους από ενέχει σε περίπτωση
οικονομικών αναταράξεων.
Και αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν απαντάται με τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.
Χρειάζεται να ανοίξει ο λογαριασμός ανά δάνειο, ανά επιτόκιο και ανά πηγή χρηματοδότησης.
Εκεί
θα φανεί αν πίσω από την εντυπωσιακή μείωση του χρέους υπάρχει μόνο
καθαρό όφελος ή και ένα μέρος αναχρηματοδότησης που απλώς μετακινεί το
κόστος από τη μία τσέπη του Δημοσίου στην άλλη.
Ο
ενάρετος οικονομικός κύκλος και η αξιοπιστία κτίζονται με την πειθαρχία
στα πραγματικά μεγέθη και όχι τους επικοινωνιακόυς πανηγυρισμούς.