Το φθινόπωρο του 2025, η έντονη ξηρασία και η δραματική πτώση της στάθμης του ταμιευτήρα του Μόρνου χρησιμοποιήθηκαν ως βασικό επιχείρημα υπέρ μιας ριζικής αναδιάρθρωσης του συστήματος ύδρευσης της χώρας.
Παρ' όλα αυτά, η Βουλή ενέκρινε τη μεταρρύθμιση που προβλέπει τη συγκέντρωση του τομέα γύρω από τις δύο μεγάλες εταιρείες ύδρευσης, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι ο δημόσιος χαρακτήρας του νερού διατηρείται και ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν νέες αυξήσεις στα τιμολόγια.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση αποτελεί το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός οικονομικά ελκυστικού περιουσιακού στοιχείου, το οποίο θα μπορούσε στο μέλλον να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια.
Τα βασικά σημεία των θεσμικών αλλαγών
• Η Βουλή ενέκρινε την επέκταση του ρόλου της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, καθώς και την αναδιοργάνωση του κατακερματισμένου συστήματος δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης.
• Η κυβέρνηση αιτιολογεί τη μεταρρύθμιση επικαλούμενη τις μεγάλες απώλειες νερού, τα σημαντικά χρέη πολλών ΔΕΥΑ, την παλαιότητα των δικτύων και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
• Το φθινόπωρο του 2025 η πραγματική πολυετής ξηρασία συνοδεύτηκε από μια έντονη δημόσια συζήτηση, σύμφωνα με την οποία το υφιστάμενο μοντέλο διαχείρισης του νερού έχει εξαντλήσει τα όριά του.
• Μετά τις ισχυρές βροχοπτώσεις του χειμώνα, τα αποθέματα του Μόρνου σχεδόν τριπλασιάστηκαν, γεγονός που υπενθύμισε ότι η άμεση αιτία της κρίσης ήταν κυρίως οι ακραίες καιρικές συνθήκες και όχι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών ύδρευσης.
• Οι διαρροές στα δίκτυα, τα οικονομικά προβλήματα των ΔΕΥΑ και ο κατακερματισμός του συστήματος αποτελούν υπαρκτά προβλήματα. Ωστόσο, από μόνα τους δεν αποδεικνύουν ότι η ιδιωτικοποίηση αποτελεί τη μοναδική λύση.
• Η αντιπολίτευση εκφράζει φόβους ότι το
Δημόσιο θα αναλάβει τα χρέη, θα χρηματοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό των
υποδομών και στη συνέχεια ο κλάδος θα καταστεί ιδιαίτερα ελκυστικός για
ιδιωτικούς επενδυτές.
• Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποδείξεις
για αθέμιτη επιρροή πολιτικών ή μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, η κοινωνία
δικαιούται να ζητά πλήρη διαφάνεια σχετικά με τις επαφές κυβερνητικών
στελεχών με ομάδες πίεσης, τη χρηματοδότηση επικοινωνιακών εκστρατειών
και τα μελλοντικά σχέδια για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών
ύδρευσης.
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίθηκε επί της αρχής με 157 ψήφους υπέρ και 131 κατά.
Η
νέα νομοθεσία προβλέπει την επέκταση του γεωγραφικού και επιχειρησιακού
ρόλου των δύο μεγαλύτερων εταιρειών ύδρευσης της χώρας, της ΕΥΔΑΠ στην
Αττική και της ΕΥΑΘ στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, επιδιώκεται η σταδιακή
συγχώνευση των πολυάριθμων δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και
αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), καθώς και η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της
Ρυθμιστικής Αρχής.
Εύλογος ο εκσυγχρονισμός του συστήματος υδροδότησης
Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης παρουσιάζονται ως εύλογα.
Σήμερα, η
διαχείριση της ύδρευσης και της αποχέτευσης πραγματοποιείται από
εκατοντάδες διαφορετικούς φορείς, με μεγάλες διαφορές ως προς τις
τεχνικές δυνατότητες και την οικονομική τους κατάσταση.
Πολλές
ΔΕΥΑ έχουν συσσωρεύσει σημαντικά χρέη, ενώ σε αρκετές περιοχές χάνονται
τεράστιες ποσότητες νερού εξαιτίας της παλαιότητας των δικτύων.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, περιέγραψε χαρακτηριστικά το πρόβλημα:
«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να χάνουμε πέντε ή έξι σταγόνες από κάθε δέκα.»
Σύμφωνα
με την κυβέρνηση, η δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων φορέων θα
επιτρέψει ταχύτερες επενδύσεις στα δίκτυα, καλύτερη πρόσβαση σε
χρηματοδότηση, ανάπτυξη ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης και μείωση του
λειτουργικού κόστους.
Η συγκέντρωση του τομέα, ωστόσο, δεν
ταυτίζεται αυτομάτως με την ιδιωτικοποίηση. Μια μεγαλύτερη δημόσια
επιχείρηση μπορεί πράγματι να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα από
δεκάδες μικρούς δημοτικούς οργανισμούς. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι
θα ακολουθήσει μετά τη συγκέντρωση των χρεών, των υποδομών, των
περιουσιακών στοιχείων και των ταμειακών ροών σε λίγους μεγάλους φορείς.
Πώς η ξηρασία μετατράπηκε σε πολιτικό επιχείρημα
Κατά τη διάρκεια του 2024 και, κυρίως, του 2025, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες περιόδους λειψυδρίας των τελευταίων δεκαετιών.
Οι
περιορισμένες χειμερινές βροχοπτώσεις, η έλλειψη χιονοπτώσεων στα
ορεινά και οι παρατεταμένοι καύσωνες οδήγησαν σε σημαντική μείωση των
αποθεμάτων νερού.
Σύμβολο αυτής της κρίσης έγινε ο ταμιευτήρας του Μόρνου, από τον οποίο υδροδοτείται μεγάλο μέρος της Αττικής.
Η υποχώρηση της στάθμης του νερού αποκάλυψε ξανά
τα ερείπια του παλιού χωριού Κάλλιο, το οποίο είχε κατακλυστεί κατά την
κατασκευή του φράγματος. Οι εικόνες των εγκαταλελειμμένων σπιτιών και
της ξεραμένης γης κυριάρχησαν στα μέσα ενημέρωσης, ενισχύοντας την
αίσθηση μιας επικείμενης υδατικής κρίσης.
Η ξηρασία ήταν
αναμφίβολα πραγματική. Ωστόσο, παράλληλα με τις αναφορές στις επιπτώσεις
της κλιματικής αλλαγής, άρχισε να κυριαρχεί και ένα δεύτερο αφήγημα:
ότι το υφιστάμενο δημόσιο και δημοτικό σύστημα διαχείρισης του νερού
αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και ότι απαιτείται
ένα διαφορετικό μοντέλο οργάνωσης.
Σε μεγάλο αριθμό δημοσιευμάτων επαναλαμβανόταν η ίδια συλλογιστική:
• τα διαθέσιμα υδάτινα αποθέματα μειώνονται,
• τα δίκτυα χάνουν έως και το μισό του νερού λόγω διαρροών,
• πολλές δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα,
• το κράτος αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τις απαραίτητες επενδύσεις,
• συνεπώς, απαιτείται η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων και η εφαρμογή εταιρικών πρακτικών διαχείρισης.
Η συλλογιστική αυτή, ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη.
Η
ξηρασία αποδεικνύει ότι απαιτούνται νέα έργα αποθήκευσης νερού,
ενίσχυση των υδατικών αποθεμάτων και αποτελεσματικότερη διαχείριση της
κατανάλωσης. Οι διαρροές αποδεικνύουν ότι τα δίκτυα χρειάζονται άμεσο
εκσυγχρονισμό. Τα χρέη των ΔΕΥΑ αναδεικνύουν την ανάγκη καλύτερης οικονομικής εποπτείας.
Κανένα
όμως από αυτά τα στοιχεία, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ότι ένας
ιδιώτης επενδυτής θα διαχειριστεί αποτελεσματικότερα έναν τόσο κρίσιμο
δημόσιο πόρο.
Μια ιδιωτική εταιρεία μπορεί πράγματι να λειτουργεί με μεγαλύτερη τεχνική αποτελεσματικότητα.
Η βασική της υποχρέωση όμως είναι απέναντι στους μετόχους της και στην απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων.
Στην περίπτωση αυτή,
το νερό παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κοινωνικό αγαθό και
μετατρέπεται σε οικονομικό προϊόν, του οποίου η διαχείριση υπακούει και
σε επιχειρηματικά κριτήρια.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η
δημόσια συζήτηση ή οι σχετικές δημοσιεύσεις υπαγορεύθηκαν από οικονομικά
συμφέροντα ή ότι ασκήθηκαν αθέμιτες πιέσεις προς πολιτικούς.
Ωστόσο, η χρονική σύμπτωση της επικοινωνιακής εκστρατείας με την προώθηση της μεταρρύθμισης, καθώς και
το αυξημένο ενδιαφέρον μεγάλων επενδυτικών σχημάτων για τις υποδομές
κοινής ωφέλειας, καθιστούν απολύτως θεμιτό το αίτημα για μεγαλύτερη
διαφάνεια.
Τι άλλαξε με την ανάκαμψη του Μόρνου
Ο χειμώνας και η άνοιξη του 2026 αποδείχθηκαν ιδιαίτερα βροχεροί.
Ως
αποτέλεσμα, τα αποθέματα νερού στον Μόρνο σχεδόν τριπλασιάστηκαν σε
σχέση με τα χαμηλά επίπεδα του προηγούμενου φθινοπώρου και το χωριό
Κάλλιο βυθίστηκε ξανά κάτω από την επιφάνεια της λίμνης.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η απειλή της κλιματικής αλλαγής έχει εκλείψει.
Μία
μόνο βροχερή περίοδος δεν αναιρεί τη μακροπρόθεσμη τάση αύξησης των
θερμοκρασιών, τη μεταβλητότητα των βροχοπτώσεων και τον κίνδυνο
επανάληψης ακραίων περιόδων ξηρασίας.
Ωστόσο, η ανάκαμψη του
ταμιευτήρα ανέτρεψε ένα ιδιαίτερα βολικό πολιτικό συμπέρασμα: ότι η
χαμηλή στάθμη του νερού αποτελούσε απόδειξη της αποτυχίας του δημόσιου
μοντέλου διαχείρισης.
Ο Μόρνος δεν γέμισε επειδή άλλαξε το
ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΕΥΔΑΠ ούτε επειδή ανέλαβε τη διαχείρισή του
κάποιος ιδιώτης επενδυτής.
Γέμισε επειδή επέστρεψαν οι βροχοπτώσεις.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης.
Μια υδρολογική κρίση και μια κρίση διαχείρισης μπορούν να συνυπάρχουν.
Δεν
θα πρέπει όμως να συγχέονται, έτσι ώστε ένα φυσικό φαινόμενο να
χρησιμοποιείται ως αυτόματη δικαιολογία για βαθιές θεσμικές αλλαγές ή
για τη μεταφορά της διαχείρισης ενός δημόσιου αγαθού σε εμπορικές δομές.
Με
άλλα λόγια, η κρίση του νερού ανέδειξε πραγματικές αδυναμίες του
ελληνικού συστήματος ύδρευσης. Δεν απέδειξε όμως ότι η αλλαγή του
ιδιοκτησιακού ή διοικητικού μοντέλου αποτελεί τη μοναδική ή την
αναπόφευκτη λύση.
Ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα του συστήματος ύδρευσης;
Η κριτική στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η κρίση του νερού δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα είναι ανύπαρκτα.
Αντίθετα, πρόκειται για διαρθρωτικές αδυναμίες που έχουν καταγραφεί εδώ και πολλά χρόνια.
Σε πολλά δημοτικά δίκτυα ύδρευσης οι απώλειες νερού παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Συχνά
απουσιάζουν ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης, ακριβείς χαρτογραφήσεις
των αγωγών, τηλεμετρία για τον έλεγχο της πίεσης και επαρκές τεχνικό
προσωπικό για την άμεση αποκατάσταση βλαβών.
Παράλληλα, αρκετές Δημοτικές
Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) έχουν συσσωρεύσει
σημαντικά χρέη προς παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, εργολάβους και
προμηθευτές.
Πολλοί μικροί δήμοι αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους μεγάλα έργα, όπως μονάδες αφαλάτωσης, νέους αγωγούς μεταφοράς νερού ή την αντικατάσταση δεκάδων χιλιομέτρων παλαιών δικτύων.
Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την υλοποίηση 103 έργων συνολικού προϋπολογισμού περίπου 142 εκατ. ευρώ, τα οποία περιλαμβάνουν αντικαταστάσεις δικτύων, νέες μονάδες αφαλάτωσης και έργα μεταφοράς νερού.
Στα νησιά, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη.
Κατά τους θερινούς μήνες η κατανάλωση αυξάνεται κατακόρυφα λόγω του τουρισμού, ενώ τα
υπόγεια υδροφόρα στρώματα εξαντλούνται, η υφαλμύρωση επεκτείνεται και η
αφαλάτωση, αν και απαραίτητη σε πολλές περιπτώσεις, παραμένει ιδιαίτερα
ενεργοβόρα και δαπανηρή.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων είναι πραγματική.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν χρειάζεται μεταρρύθμιση, αλλά ποια μορφή θα λάβει.
Η
αναδιοργάνωση του τομέα δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι η μόνη δυνατή
κατάληξη είναι η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων ή η μελλοντική
ιδιωτικοποίηση.
Γιατί η αντιπολίτευση μιλά για προετοιμασία ιδιωτικοποίησης;
Η
βασική ένσταση της αντιπολίτευσης δεν είναι ότι το νέο νομοσχέδιο
ιδιωτικοποιεί άμεσα το νερό. Τέτοια πρόβλεψη δεν περιλαμβάνεται στο
κείμενο του νόμου.
Η ανησυχία αφορά τη διαδοχή των επόμενων βημάτων.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το Δημόσιο:
• συγκεντρώνει τις διάσπαρτες δημοτικές επιχειρήσεις,
• αναλαμβάνει ή αναδιαρθρώνει τα χρέη τους,
• χρηματοδοτεί τον εκσυγχρονισμό των δικτύων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και ευρωπαϊκών πόρων,
• ενοποιεί τα τιμολόγια, τα πληροφοριακά συστήματα και τα περιουσιακά στοιχεία,
• δημιουργεί έναν μεγάλο, οικονομικά σταθερό οργανισμό με προβλέψιμες ταμειακές ροές.
Ένας
τέτοιος οργανισμός είναι σαφώς πιο ελκυστικός για έναν επενδυτή σε
σχέση με το σημερινό κατακερματισμένο σύστημα εκατοντάδων φορέων, με
διαφορετικά οικονομικά δεδομένα, ανομοιογενή τιμολόγια και υποδομές
άγνωστης κατάστασης.
Με άλλα λόγια, η οικονομική εξυγίανση μπορεί να οδηγήσει σε δύο διαφορετικά αποτελέσματα.
Το πρώτο είναι η δημιουργία ενός ισχυρότερου δημόσιου συστήματος ύδρευσης, με καλύτερες υπηρεσίες και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Το
δεύτερο είναι η μετατροπή του τομέα σε ένα ώριμο επενδυτικό προϊόν,
έτοιμο για μερική πώληση, παραχώρηση ή ανάθεση επιμέρους λειτουργιών σε
ιδιωτικούς φορείς.
Οι φόβοι αυτοί δεν εμφανίζονται χωρίς ιστορικό υπόβαθρο.
Κατά
τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, τόσο η ΕΥΔΑΠ όσο και η ΕΥΑΘ είχαν
συμπεριληφθεί στα σχέδια αποκρατικοποιήσεων. Παράλληλα, το Συμβούλιο της
Επικρατείας έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η παροχή νερού αποτελεί
υπηρεσία ζωτικής σημασίας, η οποία οφείλει να τελεί υπό ουσιαστικό
δημόσιο έλεγχο.
Το 2023 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε
δημόσια ότι η ιδιωτικοποίηση του νερού δεν αποτελεί επιλογή και ότι η
ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ πρέπει να παραμείνουν υπό τον άμεσο έλεγχο του
Δημοσίου.
Η νέα νομοθεσία δεν αναιρεί ρητά αυτή τη δέσμευση.
Ωστόσο,
δεν θεσπίζει ούτε έναν απολύτως δεσμευτικό μηχανισμό που να αποκλείει
οριστικά μια μελλοντική μεταβίβαση μετοχών, παραχωρήσεων ή αρμοδιοτήτων
σε ιδιώτες.
Για τον λόγο αυτό, η αντιπαράθεση δεν
αφορά μόνο το περιεχόμενο του σημερινού νόμου, αλλά και τις δυνατότητες
που αυτός ενδέχεται να δημιουργήσει για τις κυβερνήσεις του μέλλοντος.
Να πιστεύουμε ότι δεν θα αυξηθούν τα τιμολόγια;
Η
κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η μεταρρύθμιση δεν θα οδηγήσει σε νέες
αυξήσεις των τιμολογίων και ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να διαθέτει
από τα χαμηλότερα τιμολόγια νερού στην Ευρώπη.
Η διαβεβαίωση αυτή καθησυχάζει σε έναν βαθμό την κοινή γνώμη.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΥΔΑΠ προχώρησε ήδη σε αναπροσαρμογή των τιμολογίων της στα τέλη του 2025.
Επομένως, η υπόσχεση ότι
«δεν θα υπάρξουν νέες αυξήσεις» δεν σημαίνει ότι οι τιμές δεν έχουν ήδη
μεταβληθεί• σημαίνει απλώς ότι προς το παρόν δεν προβλέπεται νέα
αναπροσαρμογή.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό:
ποιος θα χρηματοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό των δικτύων, ο οποίος
εκτιμάται ότι θα απαιτήσει επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.
Οι διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης είναι περιορισμένες:
• ο κρατικός προϋπολογισμός,
• τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα,
• τα έσοδα από τα τιμολόγια των καταναλωτών,
• ο τραπεζικός δανεισμός,
• ή η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων.
Εάν επιλεγεί η τελευταία λύση, οι ιδιώτες επενδυτές θα αναμένουν εύλογα απόδοση επί των κεφαλαίων που θα επενδύσουν.
Αυτό μπορεί να μεταφραστεί είτε σε υψηλότερα έσοδα από τα τιμολόγια είτε σε μακροχρόνιες συμβάσεις παραχώρησης ή εγγυημένες πληρωμές από το Δημόσιο.
Για
τον λόγο αυτό, η πολιτική δέσμευση περί μη αύξησης των τιμολογίων θα
ήταν σημαντικά πιο πειστική εάν συνοδευόταν από ένα πλήρως
δημοσιοποιημένο χρηματοδοτικό σχέδιο: πόσο κοστίζει συνολικά η
μεταρρύθμιση, ποιος χρηματοδοτεί κάθε έργο και ποιες είναι οι
οικονομικές υποχρεώσεις του Δημοσίου απέναντι σε ενδεχόμενους ιδιώτες
εταίρους.
Λειψυδρία και επενδύσεις σε data centers
Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί προβληματισμό είναι η παράλληλη προώθηση μεγάλων επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων (data centers), κυρίως στην Αττική και τη Θεσσαλία.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επισημαίνει ότι το νερό
εξελίσσεται σε στρατηγικό φυσικό πόρο και ότι η χώρα πρέπει να
προσαρμοστεί στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Από την άλλη,
ενθαρρύνει επενδύσεις σε εγκαταστάσεις που, ανάλογα με την τεχνολογία
ψύξης που χρησιμοποιούν, μπορεί να απαιτούν σημαντικές ποσότητες νερού.
Δεν είναι όλα τα data centers ίδια.
Ορισμένα χρησιμοποιούν κλειστά κυκλώματα ψύξης, άλλα βασίζονται κυρίως στον αέρα και άλλα αξιοποιούν ανακυκλωμένο ή επεξεργασμένο νερό.
Παρ' όλα αυτά, όταν πρόκειται για μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις, οι επιπτώσεις στους τοπικούς υδατικούς πόρους δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη των data centers καθαυτή, αλλά η έλλειψη ολοκληρωμένης δημόσιας πληροφόρησης.
Για κάθε νέα επένδυση θα ήταν σκόπιμο να δημοσιοποιούνται:
• η προβλεπόμενη ετήσια κατανάλωση νερού,
• η πηγή υδροδότησης,
• η τεχνολογία ψύξης που θα χρησιμοποιηθεί,
• το ποσοστό επαναχρησιμοποίησης του νερού,
• η λειτουργία της εγκατάστασης σε περιόδους λειψυδρίας,
• καθώς και οι επιπτώσεις στα τοπικά δίκτυα και στα τιμολόγια των καταναλωτών.
Δεν μπορεί να ζητείται από τους πολίτες να περιορίζουν κάθε σταγόνα νερού, ενώ ταυτόχρονα
η κατανάλωση μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων να παραμένει ουσιαστικά
άγνωστη στο κοινό. Η διαφάνεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για την
κοινωνική αποδοχή τέτοιων επενδύσεων.
Data centers και νερό
Ποιες εγγυήσεις οφείλει να δώσει η κυβέρνηση;
Εάν
η μεταρρύθμιση δεν αποτελεί προπομπό ιδιωτικοποίησης, τότε η κυβέρνηση
μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσω συγκεκριμένων
θεσμικών εγγυήσεων.
Μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να:
• κατοχυρώσει νομοθετικά τον διαρκή δημόσιο έλεγχο της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ,
•
απαγορεύσει τη μεταβίβαση του ελέγχου των βασικών υδροδοτικών υποδομών
χωρίς ειδικό νόμο και αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία,
• δημοσιοποιεί όλες τις συμβάσεις σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στον τομέα του νερού,
• παρουσιάζει με απόλυτη διαφάνεια τη μεθοδολογία διαμόρφωσης των τιμολογίων,
• διασφαλίσει τη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των καταναλωτών στη διοίκηση των νέων φορέων,
• θεσπίσει ισχυρό κοινωνικό τιμολόγιο και αποτελεσματική προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών,
• δημοσιοποιεί τα στοιχεία για τις απώλειες νερού ανά δίκτυο και την πρόοδο των έργων εκσυγχρονισμού,
•
καθώς και να καταγράφει και να δημοσιοποιεί τις συναντήσεις
κυβερνητικών στελεχών με επενδυτές, συμβούλους και εκπροσώπους εταιρειών
του κλάδου.
Η ίδια διαφάνεια θα πρέπει να ισχύει και για τη δημόσια
ενημέρωση. Όταν έρευνες ή δημοσιεύματα χρηματοδοτούνται από
επιχειρηματικά συμφέροντα που σχετίζονται με τον τομέα του νερού, αυτό
θα πρέπει να δηλώνεται ρητά, ώστε οι πολίτες να μπορούν να διακρίνουν
την ανεξάρτητη ανάλυση από την προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών επιλογών.
Μεταρρύθμιση ή προετοιμασία για ένα δυστοπικό μέλλον;
Η
κυβέρνηση διαθέτει ένα ισχυρό επιχείρημα: το σημερινό κατακερματισμένο
σύστημα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, ενώ οι απώλειες νερού από τα
δίκτυα είναι απαράδεκτα υψηλές.
Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι η
συγκέντρωση των υποδομών, η ανάληψη των χρεών και η χρηματοδότηση των
επενδύσεων από δημόσιους πόρους ενδέχεται να δημιουργήσουν έναν
ιδιαίτερα ελκυστικό τομέα για μελλοντικές ιδιωτικές επενδύσεις.
Η
ανάκαμψη του Μόρνου δεν αναιρεί τους κινδύνους που δημιουργεί η
κλιματική αλλαγή. Υπενθυμίζει όμως ότι μια προσωρινή φυσική κρίση δεν
μπορεί να χρησιμοποιείται ως μοναδικό επιχείρημα για την υιοθέτηση μη αναστρέψιμων θεσμικών αλλαγών.
Η
Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα δίκτυα, νέες υποδομές, καλύτερη διαχείριση
των υδάτινων πόρων και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Το ερώτημα δεν είναι αν
απαιτείται μεταρρύθμιση, αλλά με ποιους όρους θα πραγματοποιηθεί.
Το βασικό κριτήριο θα πρέπει να παραμένει σταθερό: ποιος
ελέγχει τον φυσικό πόρο, ποιος αποφασίζει για τα τιμολόγια, ποιος
χρηματοδοτεί τις επενδύσεις και αν η πρόσβαση στο νερό θα εξακολουθήσει
να αποτελεί κατοχυρωμένο δημόσιο αγαθό για όλους τους πολίτες,
ανεξαρτήτως εισοδήματος.