Η νέα οικονομική επίθεση των ΗΠΑ κατά του Ιράν
είχε σχεδιαστεί για να εκπέμψει ένα απλό και τρομακτικό μήνυμα προς
ολόκληρο τον κόσμο: όποιος συναλλάσσεται με την Τεχεράνη, θα πληρώσει το
τίμημα στην Ουάσιγκτον.
Το πακιστανικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε στις 27 Αυγούστου ότι η χώρα συνεχίζει το εμπόριό της με το Ιράν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις διμερείς συμφωνίες της.
Ακόμη πιο καθαρά, το κρατικό ραδιόφωνο Radio Pakistan μετέδωσε τον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών Tahir Andrabi να δηλώνει το Πακιστάν δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί σε μονομερείς κυρώσεις κατά του Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι το Ισλαμαμπάντ αντιτίθεται διαχρονικά σε μονομερή καταναγκαστικά μέτρα εκτός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών.
Πίσω από αυτή τη φαινομενικά διπλωματική διατύπωση κρύβεται μια πολύ σοβαρότερη πολιτική σύγκρουση.
Οι ΗΠΑ δεν ζητούν απλώς από το Ιράν να αλλάξει πολιτική.
Ζητούν από τρίτες χώρες να υποτάξουν τη δική τους εμπορική και εξωτερική πολιτική στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Και όταν αυτές δεν συμμορφώνονται, τις απειλούν με αποκλεισμό από το δολαριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, κυρώσεις στις επιχειρήσεις τους και οικονομικά αντίποινα.
Πρόκειται ξεκάθαρα για οικονομικό εξαναγκασμό.
— Current Report (@Currentreport1) August 27, 2026BREAKING:
Pakistan rejects US sanctions on Iran and says it is not obliged to follow unilateral US sanctions. Pakistan will continue trade with Iran.
Bilateral trade between Pakistan and Iran reached $3.1 billion in the last fiscal year.
US has warned that countries doing… pic.twitter.com/VAilqdH8ua
«Ή μαζί μας ή θα πληρώσετε»
Στις 24 Αυγούστου, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent παρουσίασε την «Operation Economic Outcast», την οποία η ίδια η κυβέρνηση του Donald Trump χαρακτήρισε πρωτοφανή οικονομική εκστρατεία για να αποκοπεί το Ιράν από κάθε διεθνή οικονομική «αρτηρία».
Η επίσημη ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας.
Στόχος είναι η απομόνωση της Τεχεράνης και όσων διευκολύνουν τις συναλλαγές της.
Ο Bessent προειδοποίησε παράλληλα ότι οι χώρες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με αμερικανικά οικονομικά μέτρα.
Εδώ όμως εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής.
Η
Ουάσιγκτον παρουσιάζει τις κυρώσεις της σαν να αποτελούν κανόνες
παγκόσμιας ισχύος, ενώ πρόκειται για αποφάσεις μιας συγκεκριμένης
κυβέρνησης.
Η τεράστια δύναμη του δολαρίου και η κεντρική θέση των αμερικανικών τραπεζών επιτρέπουν στις ΗΠΑ να μετατρέπουν τη δική τους εθνική νομοθεσία σε πρακτικό καταναγκασμό για επιχειρήσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Η
επιχείρηση είναι αποτελεσματική επειδή το μήνυμα είναι ωμό: μπορεί να
μην είσαι αμερικανική εταιρεία, μπορεί η συναλλαγή σου να μην
πραγματοποιείται στις ΗΠΑ και μπορεί η κυβέρνησή σου να μην έχει
επιβάλει τις ίδιες κυρώσεις — αλλά αν θέλεις πρόσβαση στο δολάριο και
στην αμερικανική αγορά, θα πρέπει να σκεφτείς δύο φορές πριν κάνεις
δουλειές με την Τεχεράνη.
Το Πακιστάν αμφισβητεί ακριβώς αυτή τη λογική.
Τα 3,1 δισεκατομμύρια που δεν εξαφανίζονται με ένα τελεσίγραφο
Η σχέση του Πακιστάν με το Ιράν δεν είναι θεωρητική.
Οι δύο χώρες μοιράζονται μακρά χερσαία σύνορα και έχουν αναπτύξει εμπορικούς μηχανισμούς που περιλαμβάνουν αγροτικά προϊόντα, ενέργεια, μεταφορές και διασυνοριακές αγορές.
Το διμερές εμπόριο είχε ήδη ξεπεράσει τα 3,1 δισ. δολάρια, ενώ οι δύο κυβερνήσεις έχουν θέσει πολύ μεγαλύτερο στόχο: να φτάσει στα 10 δισ. δολάρια ετησίως.
Μόλις στις 5 Αυγούστου, δηλαδή λίγες εβδομάδες πριν από τις νέες αμερικανικές απειλές,
οι δύο χώρες συμφώνησαν να επιταχύνουν τις διαπραγματεύσεις για
συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, να διευρύνουν τις εμπορικές σχέσεις να
ενισχύσουν τις συνοριακές αγορές και να βελτιώσουν τελωνεία, logistics
και υποδομές.
Μία ημέρα αργότερα, το πακιστανικό υπουργείο
Εξωτερικών επιβεβαίωνε ότι τα σύνορα με το Ιράν θα παραμείνουν ανοιχτά
όλο το εικοσιτετράωρο για εμπορικές δραστηριότητες και ότι το Ισλαμαμπάντ θα συνεχίσει την πολιτική εμπορίου μέσω των ανοικτών συνόρων.
Και
τώρα έρχεται η Ουάσιγκτον να ζητήσει ουσιαστικά από το Πακιστάν να
επανεξετάσει αυτά τα συμφέροντα επειδή αυτό εξυπηρετεί την αμερικανική
στρατηγική απέναντι στο Ιράν.
Γιατί ακριβώς θα έπρεπε το Ισλαμαμπάντ να το κάνει;
Αυτό είναι το ερώτημα που αποφεύγει συστηματικά η αμερικανική πολιτική.
Η αυτοκρατορική αδυναμία των κυρώσεων
Οι κυρώσεις αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα όπλα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Όταν
όμως χρησιμοποιούνται αδιάκοπα και εναντίον ολοένα περισσότερων χωρών,
δημιουργούν ένα σοβαρό παράδοξο: αναγκάζουν τον υπόλοιπο κόσμο να
αναζητά τρόπους για να μειώσει την εξάρτησή του από το αμερικανικό
οικονομικό σύστημα.
Το Πακιστάν δεν είναι μόνο του.
Η Κίνα έχει επίσης απορρίψει τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις και παραμένει κρίσιμος οικονομικός εταίρος του Ιράν.
Η Ουάσιγκτον γνωρίζει μάλιστα ότι
μια ανεξέλεγκτη επέκταση των δευτερογενών κυρώσεων προς μεγάλους
κινεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς μπορεί να προκαλέσει σοβαρή
αντιπαράθεση με το Πεκίνο. Γι' αυτό και η πρώτη φάση της «Operation Economic Outcast» απέφυγε τα πιο ακραία μέτρα κατά μεγάλων κινεζικών τραπεζών.
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το πρόβλημα.
Εάν
πραγματικά κανείς δεν εξαιρείται από την αμερικανική απειλή, γιατί η
Ουάσιγκτον διστάζει απέναντι στους ισχυρότερους εμπορικούς εταίρους της
Τεχεράνης;
Επειδή άλλο είναι να απειλείς και άλλο να πληρώνεις το κόστος της απειλής σου.
Η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ παραμένει τεράστια.
Δεν είναι όμως απεριόριστη.
Μια
κυβέρνηση μπορεί να εκφοβίσει μικρές επιχειρήσεις και εξαρτημένες
οικονομίες πολύ ευκολότερα από όσο μπορεί να υπαγορεύσει ταυτόχρονα
πολιτική στην Κίνα, στο Πακιστάν, στην Ινδία, στη Ρωσία και στην Τουρκία.
Η υποκρισία μιας «διεθνούς τάξης»
Υπάρχει και ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα.
Η Ουάσιγκτον επικαλείται συχνά τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες.
Όμως ένας κανόνας δεν γίνεται «διεθνής» απλώς επειδή θεσπίστηκε στις ΗΠΑ και επειδή το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει τη δύναμη να τιμωρήσει όποιον δεν τον ακολουθεί.
Το
Πακιστάν κάνει μια διάκριση που η αμερικανική ρητορική επιχειρεί συχνά
να θολώσει: άλλο οι διεθνείς υποχρεώσεις ενός κράτους και άλλο οι
μονομερείς κυρώσεις μιας ξένης κυβέρνησης.
Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τις δηλώσεις.
Μια
πακιστανική τράπεζα ή εταιρεία που έχει τεράστια έκθεση στο αμερικανικό
χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν μπορεί απλώς να αγνοήσει τον κίνδυνο
δευτερογενών κυρώσεων.
Η αμερικανική απειλή έχει πραγματικά δόντια.
Αλλά ακριβώς αυτό είναι το θέμα.
Η συμμόρφωση που επιτυγχάνεται μέσω του φόβου απώλειας πρόσβασης στο δολάριο δεν είναι απόδειξη διεθνούς νομιμοποίησης.
Είναι απόδειξη οικονομικής ισχύος.
Και οι δύο έννοιες δεν πρέπει να συγχέονται.
Το μήνυμα του Πακιστάν είναι μεγαλύτερο από το Πακιστάν
Το Ισλαμαμπάντ μάλιστα, προσπαθεί παράλληλα να λειτουργήσει ως μεσολαβητής στην αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η διέξοδος πρέπει να αναζητηθεί μέσω διαλόγου και διπλωματίας.
Το
ίδιο το πακιστανικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε στις 27 Αυγούστου ότι
επιθυμεί μια ευρύτερη διευθέτηση στην οποία θα αντιμετωπιστούν και τα
οικονομικά ζητήματα.
Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή κριτική προς την αμερικανική στρατηγική.
Ενώ περιφερειακές χώρες προσπαθούν να κρατήσουν ανοιχτές διπλωματικές πόρτες, η Ουάσιγκτον συνοδεύει τη διαδικασία με τελεσίγραφα προς ολόκληρο τον κόσμο.
Ενώ ζητά διαπραγματεύσεις, απειλεί όσους δεν συμμετέχουν στην οικονομική πολιορκία.
Ενώ μιλά για διεθνή συνεργασία, αντιμετωπίζει την ανεξάρτητη οικονομική πολιτική τρίτων κρατών περίπου ως πράξη ανυπακοής.
Το Πακιστάν δεν έχει τη δύναμη της Κίνας ούτε μπορεί να αγνοήσει το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Γι' αυτό ακριβώς η στάση του έχει σημασία.
Δείχνει ότι το πραγματικό όριο της νέας αμερικανικής οικονομικής εκστρατείας δεν βρίσκεται μόνο στην αντοχή του Ιράν.
Βρίσκεται στην προθυμία του υπόλοιπου κόσμου να υπακούσει.
Και όταν χώρες αρχίζουν να λένε δημόσια ότι οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον δεν είναι αυτομάτως δικές τους αποφάσεις, η «μέγιστη πίεση» παύει να είναι απλώς πόλεμος κατά της Τεχεράνης.
Μετατρέπεται σε δοκιμασία για την ίδια την αμερικανική δυνατότητα να επιβάλλει τους κανόνες της σε όλους.
Το Πακιστάν μόλις έδειξε ότι αυτή η δυνατότητα δεν είναι πλέον αυτονόητη.

Το ιρανικό πετρέλαιο συνεχίζει να φτάνει στην Κίνα – Το μεγάλο κενό στην οικονομική «ασφυξία» των ΗΠΑ
Την ίδια στιγμή και παρά τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό και τη νέα εκστρατεία οικονομικών κυρώσεων, το Ιράν εξακολουθεί να διοχετεύει πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές, με βασικό προορισμό την Κίνα.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι οι εξαγωγές συνεχίζονται παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς.
Η
εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από στοιχεία παρακολούθησης
δεξαμενόπλοιων: το Reuters είχε καταγράψει ήδη ιρανικά πλοία να περνούν
τον αποκλεισμό, ενώ η ροή προς την Κίνα παραμένει ενεργή.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που επικαλείται οι New York Times, η Κίνα έχει παραλάβει κατά μέσο όρο περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου ημερησίως μέσα στο 2026.
Οι
ακριβείς σημερινές ποσότητες είναι δύσκολο να υπολογιστούν λόγω των
μεθόδων απόκρυψης της προέλευσης των φορτίων, ενώ στοιχεία του Reuters
δείχνουν ότι οι αποστολές μειώθηκαν σημαντικά τον Αύγουστο, αλλά δεν
σταμάτησαν.
Κρίσιμο ρόλο παίζουν τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια,
τα λεγόμενα «teapots», τα οποία αγοράζουν ιρανικό αργό με μεγάλες
εκπτώσεις και χρησιμοποιούν μηχανισμούς πληρωμών που έχουν μικρότερη
έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
ΗΠΑ: Καμία σημασία στις συμφωνίες Ιράν και Ομάν για Hormuz - Παραμένει ο ναυτικός αποκλεισμός
Εν
τω μεταξύ οι ΗΠΑ απορρίπτουν οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ιράν και Ομάν
που δεν έχει την έγκριση της Ουάσιγκτον ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι δεν
βρίσκονται σε εξέλιξη ούτε έχουν προγραμματιστεί νέες διαπραγματεύσεις
με την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με αμερικανική πηγή που επικαλείται
το Al Jazeera, τυχόν συμφωνίες ανάμεσα στην Τεχεράνη και το Ομάν για τα
Στενά του Hormuz «δεν έχουν καμία σημασία» για τις ΗΠΑ.
Η ίδια πηγή
υποστήριξε ότι τα Στενά είναι πλέον ανοικτά και ότι οι νάρκες έχουν
απομακρυνθεί, ενώ ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν παραμένει
πλήρως σε ισχύ.
Η τοποθέτηση έρχεται ενώ το Ομάν και άλλες
περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να βρουν διπλωματική διέξοδο στην
παρατεταμένη αντιπαράθεση.
Πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν
συζητήσεις για προσωρινό ιρανο-ομανικό ναυτιλιακό διάδρομο και κοινές
ενέργειες εκκαθάρισης ναρκών στα Στενά του Hormuz.
Ωστόσο, οι σχέσεις Ουάσιγκτον - Τεχεράνης παραμένουν σε αδιέξοδο.
The Atlantic: Ο Trump θα κηρύξει νίκη επί του Ιράν, μόλις θεωρηθεί ανοιχτό το Hormuz
Ο
Donald Trump φέρεται να έχει δηλώσει σε πολιτικούς συμμάχους του ότι,
μόλις θεωρηθούν πλήρως ανοικτά τα Στενά του Hormuz, είναι έτοιμος να
κηρύξει νίκη επί του Ιράν και να προχωρήσει σε άλλα ζητήματα, σύμφωνα με
το The Atlantic.
Το αμερικανικό περιοδικό επισημαίνει ότι οι στόχοι της Ουάσιγκτον στον εξάμηνο πόλεμο έχουν αλλάξει επανειλημμένα.
Οι
αρχικές αναφορές σε αλλαγή καθεστώτος και πλήρη εξουδετέρωση του
ιρανικού πυρηνικού προγράμματος έχουν σταδιακά υποχωρήσει, με το άνοιγμα
του Hormuz να εμφανίζεται πλέον ως βασικό κριτήριο που θα επέτρεπε στον
Trump να παρουσιάσει την έκβαση ως αμερικανική επιτυχία.
Παράλληλα, Ρεπουμπλικάνοι πιέζουν τον Λευκό Οίκο να κλείσει το πολεμικό κεφάλαιο, καθώς η σύγκρουση έχει
επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία, τις τιμές της ενέργειας και τις
εκλογικές προοπτικές του κόμματος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Το The Atlantic αναφέρει χαρακτηριστικά ότι σύμβουλοι του Trump επιδιώκουν πλέον να μεταφέρουν το Ιράν στο πολιτικό παρασκήνιο.
Ιράν προς ΗΠΑ: «Οποιαδήποτε επίθεση θα έχει απάντηση που θα μείνει στην Ιστορία»
Σε
ιδιαίτερα σκληρό τόνο προειδοποίησε τις ΗΠΑ ο Mohsen Rezaei, γραμματέας
του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν και εξέχον στέλεχος
των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), κατά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών του Κατάρ Mohammed bin Abdulrahman Al Thani στην Τεχεράνη.
Ο
Rezaei δήλωσε ότι το Ιράν δεν εμπιστεύεται πλέον την Ουάσιγκτον,
κατηγορώντας τις ΗΠΑ για επανειλημμένες υπαναχωρήσεις στη διπλωματία και
στις διαπραγματεύσεις.
Προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα αμερικανική
εχθρική ενέργεια θα προκαλέσει ισχυρή απάντηση εναντίον αμερικανικών
στρατιωτικών και οικονομικών συμφερόντων, «σε βαθμό που θα καταγραφεί στην Ιστορία».