Τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δίνουν μια μικρή ανάσα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.
Αντιθέτως για την ελληνική οικονομία θα έπρεπε να σημάνουν συναγερμό για ένα δύσκολο χειμώνα.
Το πρόβλημα είναι ότι ο πληθωρισμός παραμένει στο 2,9%, αρκετά πάνω από τον στόχο του 2%, την ώρα που η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους δημιουργεί τον κίνδυνο ενός δεύτερου πληθωριστικού κύματος.
Και αυτό είναι ακριβώς το σενάριο που φοβάται η Φρανκφούρτη.
Εάν οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμείνουν για μεγάλο διάστημα, δεν θα περιοριστούν στους λογαριασμούς ενέργειας.
Θα περάσουν στις μεταφορές, στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες και τελικά στους μισθούς και στις τιμές των επιχειρήσεων.
Τότε ένα αρχικά εξωτερικό ενεργειακό σοκ θα μετατραπεί σε εσωτερικό και επίμονο πληθωρισμό.
Τα σημερινά στοιχεία δείχνουν ότι αυτό δεν έχει συμβεί ακόμη στον βαθμό που φοβάται η ΕΚΤ.
Οι συμφωνημένοι μισθοί αυξήθηκαν κατά 2,44% στο δεύτερο τρίμηνο, έναντι 2,56% το προηγούμενο τρίμηνο και πολύ χαμηλότερα από το 5,55% του 2024. Οι πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών για την επόμενη τριετία υποχώρησαν επίσης στο 2,7%.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος εξαφανίστηκε.
Σημαίνει απλώς ότι μέχρι τώρα το ενεργειακό σοκ δεν έχει μετατραπεί σε μισθολογικό ανοδικό σπιράλ.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα για την Ευρώπη.
Η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζεται πιο ανθεκτική από όσο αναμενόταν, με ανάπτυξη 0,4% στο δεύτερο τρίμηνο και ανεργία στο 6,3%.
Αυτό δίνει στην ΕΚΤ μεγαλύτερο περιθώριο να αυξήσει ξανά τα επιτόκια εάν ο πληθωρισμός παραμείνει κοντά στο 3%.
Αντί όμως να έχουμε την κλασική περίπτωση όπου μια ισχυρή οικονομία υπερθερμαίνεται και η κεντρική τράπεζα ανεβάζει τα επιτόκια, εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί κάτι πολύ χειρότερο: η ΕΚΤ να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αρχίζει να χάνει δυναμική εξαιτίας της ίδιας της ενεργειακής κρίσης.
Με απλά λόγια, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν στασιμοπληθωρισμό.
Το σενάριο είναι γνωστό: ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερος πληθωρισμός, αυστηρότερη νομισματική πολιτική, ακριβότερα δάνεια, λιγότερες επενδύσεις και τελικά χαμηλότερη ανάπτυξη.
Εάν μάλιστα οι επιχειρήσεις μεταφέρουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές και οι εργαζόμενοι αρχίσουν να ζητούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών, ο κύκλος μπορεί να γίνει ακόμη πιο δύσκολο να σπάσει.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό για τη βιομηχανία της Ευρώπης.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ήδη υψηλότερο ενεργειακό κόστος από πολλούς διεθνείς ανταγωνιστές τους.
Μια νέα και παρατεταμένη άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα πιέσει περισσότερο τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, θα περιορίσει τα περιθώρια κέρδους και θα κάνει λιγότερο ελκυστικές τις νέες επενδύσεις.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια στιγμή που η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές της δαπάνες, να επενδύσει στην ενεργειακή της ασφάλεια και παράλληλα να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.
Δηλαδή χρειάζεται περισσότερες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, ακριβώς όταν το χρήμα γίνεται ακριβότερο.

Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη
Η χώρα δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάσταση της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.
Το δημοσιονομικό της προφίλ είναι πολύ ισχυρότερο και η πρόσβαση στις αγορές δεν έχει καμία σχέση με το 2010.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία είναι προστατευμένη από ένα νέο ευρωπαϊκό σοκ.
Αντίθετα, η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις της ενέργειας και των υπηρεσιών.
Ο
ελληνικός πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει υψηλότερα από τον στόχο της
ΕΚΤ, την ώρα που η Φρανκφούρτη θα επιμένει σε περιοριστική πολιτική.
Και αυτό δημιουργεί ένα πολύ δυσάρεστο δίλημμα.
Η ελληνική οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος χρήματος για να συνεχίσει να επενδύει και να αναπτύσσεται.
Η ΕΚΤ όμως μπορεί να χρειάζεται υψηλότερα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό.
Το πρώτο θύμα θα είναι το κόστος δανεισμού.
Στεγαστικά, επιχειρηματικά δάνεια και επενδυτικά σχέδια θα γίνουν
ακριβότερα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τιμές των ακινήτων θα
καταρρεύσουν. Μπορεί να συμβεί κάτι πιο ύπουλο: οι τιμές να
παραμείνουν υψηλές, αλλά όλο και λιγότερα νοικοκυριά να μπορούν να
αγοράσουν σπίτι.
Το ίδιο ισχύει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Μια
επιχείρηση που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υψηλότερη ενέργεια, ακριβότερες
μεταφορές, αυξημένο μισθολογικό κόστος και υψηλότερα επιτόκια βρίσκεται
μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Είτε θα αυξήσει τις τιμές και θα χάσει μέρος της ζήτησης είτε θα απορροφήσει το κόστος και θα μειώσει τα περιθώρια κέρδους.
Για την Ελλάδα υπάρχει και ένας ακόμη κίνδυνος: ο τουρισμός.
Εάν η ευρωπαϊκή οικονομία επιβραδύνει, τα νοικοκυριά
στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στις υπόλοιπες βασικές αγορές
της Ελλάδας θα έχουν μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα.
Την ίδια στιγμή, τα
ακριβότερα καύσιμα αυξάνουν το κόστος των αεροπορικών και ακτοπλοϊκών
μετακινήσεων. Έτσι ο ελληνικός τουρισμός μπορεί να δεχθεί πίεση και από
τις δύο πλευρές: ακριβότερη λειτουργία και χαμηλότερη ζήτηση.
Το χειρότερο σενάριο, επομένως, δεν είναι μια μεμονωμένη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Το πραγματικό πρόβλημα θα ήταν να δημιουργηθεί
ένας νέος κύκλος στον οποίο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα
παραμείνουν ακριβά, ο πληθωρισμός θα επιμένει πάνω από το 3%, η ΕΚΤ θα
διατηρεί τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα ή θα τα αυξάνει περαιτέρω, ενώ
παράλληλα η ευρωπαϊκή ανάπτυξη θα επιβραδύνεται.
Σε μια τέτοια περίπτωση η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει το χειρότερο δυνατό μείγμα: ακριβή ενέργεια, ακριβό χρήμα και χαμηλή ανάπτυξη.
Και
η Ελλάδα θα βρεθεί σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, επειδή η οικονομία της
εξαρτάται περισσότερο από την ευρωπαϊκή ζήτηση, τον τουρισμό, τις
υπηρεσίες, τις επενδύσεις και το κόστος χρηματοδότησης.
Το ανησυχητικό είναι ότι δεν χρειάζεται να υπάρξει μια νέα κρίση τύπου 2010 για να γίνει αισθητή η ζημιά.
Αρκεί
μια παρατεταμένη περίοδος κατά την οποία η οικονομία θα συνεχίζει να
αναπτύσσεται, αλλά με πολύ μικρότερη ταχύτητα, ενώ το κόστος ζωής, η
κατοικία, η ενέργεια και ο δανεισμός θα παραμένουν ακριβά.
Αυτό μπορεί να είναι τελικά το πιο δύσκολο σενάριο για την Ελλάδα: όχι
η θεαματική κατάρρευση, αλλά μια μακρά περίοδος οικονομικής κόπωσης
μέσα σε μια Ευρώπη που θα προσπαθεί ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τον
πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση και το αυξανόμενο γεωπολιτικό κόστος.
www.bankingnews.gr