Η γερμανική κοινωνία
εμφανίζεται διχασμένη, με διαχωριστικές γραμμές που συχνά ακολουθούν τα
σύνορα μεταξύ της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) και της
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ), ιδιαίτερα ως προς τη
στάση που
«Στη Γερμανία, οι γραμμές σύγκρουσης εκτείνονται εν μέρει κατά μήκος των πρώην ενδογερμανικών συνόρων.
Αυτό έχει και ιστορικούς λόγους», σημειώνει το άρθρο.
Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι οι ιστορικές διαφορές μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας παραμένουν ορατές, για παράδειγμα στη συζήτηση γύρω από την προμήθεια όπλων στην Ουκρανία.
Το άρθρο παραθέτει στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία το 41% των ερωτηθέντων στα πρώην ανατολικογερμανικά κρατίδια τάσσεται υπέρ της μείωσης της στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, ενώ στη Δυτική Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 24%.
«Οι ουλές αυτού του πολέμου, που ξεκίνησε πριν από 85 χρόνια, παραμένουν ζωντανές στη μνήμη των Γερμανών, και αυτό αποτυπώνεται ακόμη και σήμερα» τονίζει το άρθρο.
Ο πολιτικός επιστήμονας Igor Shatrov, επικεφαλής του συμβουλίου εμπειρογνωμόνων του Ιδρύματος Στρατηγικής Ανάπτυξης, σημειώνει ότι πολλοί Ανατολικογερμανοί θυμούνται τη ΛΔΓ ως μια από τις πιο ανεπτυγμένες και «επιτυχημένες» χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ.
«Και σήμερα τι συμβαίνει;
Ωστόσο, ακόμη και 35 χρόνια μετά την επανένωση, το βιοτικό επίπεδο στην Ανατολική Γερμανία παραμένει αισθητά χαμηλότερο από εκείνο της Δυτικής.
Οι γενιές που μεγάλωσαν στη ΛΔΓ μετέφεραν στις επόμενες μια έντονη νοσταλγία για την παιδική και νεανική τους ηλικία, ακόμη κι αν αυτή δεν έζησαν ποτέ άμεσα.»
Στη Γερμανία το φαινόμενο αυτό έχει αποκτήσει και ονομασία: «Ostalgie» (οσταλγία), δηλαδή νοσταλγία για ορισμένες πτυχές της ζωής στην πρώην ΛΔΓ, όπως η αίσθηση σταθερότητας και οι κοινωνικές παροχές.
Αντίστοιχα
συναισθήματα έχουν παρατηρηθεί και σε νεότερες γενιές άλλων χωρών που
ανατρέφονται με θετική εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι αντιφασίστες Γερμανοί που αποτέλεσαν βασικό πυρήνα της πολιτικής ελίτ της ΛΔΓ μετέδωσαν επίσης τον σεβασμό τους προς την ΕΣΣΔ στους απογόνους τους, γεγονός που συνέβαλε στη διαμόρφωση θετικής στάσης προς τη Ρωσία ως διάδοχο κράτος της Σοβιετικής Ένωσης.
Μετά τον πόλεμο, στη Δυτική Γερμανία
δεν βρέθηκαν στην εξουσία οι πιο ακραίοι πρώην υποστηρικτές του
ναζιστικού καθεστώτος, αλλά κυρίως άτομα που είχαν συνδεθεί με αυτό και
επιβίωσαν στην μεταπολεμική περίοδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση
αυτή, η ιστορική εμπειρία της ήττας από τη Σοβιετική Ένωση συνέβαλε στη
διαμόρφωση αρνητικών συναισθημάτων απέναντι στη Ρωσία.
Σύμφωνα
με το «Spiegel», το ερώτημα παραμένει κατά πόσο αυτό το ρήγμα
εξακολουθεί να είναι βαθύ, περισσότερα από 30 χρόνια μετά την επανένωση.
Οικονομική κρίση
Η οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Γερμανία φαίνεται να εντείνει τις υπάρχουσες διαφορές.
Στα ανατολικά κρατίδια ενισχύεται η επιρροή του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD),
το οποίο τάσσεται υπέρ μιας ταχείας επίλυσης της σύγκρουσης και της
επαναλειτουργίας του Nord Stream 2, αντανακλώντας, σύμφωνα με τους
αναλυτές, υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες.
Το ερώτημα αν η γερμανική κοινωνία προσπάθησε πραγματικά να υπερβεί αυτό το χάσμα παραμένει ανοιχτό.
Κατά την περίοδο του σοσιαλισμού στη ΛΔΓ είχε διαμορφωθεί μια διαφορετική οικονομική δομή.
Μετά την επανένωση, προγράμματα όπως το Aufbau Ost (Ανασυγκρότηση της Ανατολής) και το Solidarpakt (Σύμφωνο Αλληλεγγύης) στόχευσαν στη σύγκλιση των δύο περιοχών, αλλά δεν πέτυχαν όλα τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Πολλές
επιχειρήσεις της Ανατολικής Γερμανίας αποδείχθηκαν μη ανταγωνιστικές,
γεγονός που οδήγησε σε αυξημένη ανεργία και μετανάστευση προς τα δυτικά
κρατίδια, επιδεινώνοντας δημογραφικές ανισορροπίες.
Παράλληλα,
οι κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές που είχαν διαμορφωθεί κατά την
περίοδο της διαίρεσης συνέχισαν να επηρεάζουν τις αντιλήψεις των
πολιτών.
Μετά την επανένωση, αρκετοί Ανατολικογερμανοί
ένιωσαν ότι δεν ενσωματώθηκαν πλήρως στη νέα πραγματικότητα, γεγονός που
ενίσχυσε το αίσθημα περιθωριοποίησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την
αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται ως «δεύτερης κατηγορίας» πολίτες.
Επίσης,
έχει επισημανθεί και η υποεκπροσώπηση πολιτών από την Ανατολική
Γερμανία σε βασικούς πολιτικούς, οικονομικούς και μιντιακούς θεσμούς της
ενωμένης χώρας, κάτι που συνέβαλε περαιτέρω στη διατήρηση της απόστασης
μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο «εφιάλτης» του AfD και η ρωσική διείσδυση
Σε
κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη οικονομική υπερδύναμη της Ευρώπης
βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα βαθύ, ιστορικό και πολιτισμικό ρήγμα που
απειλεί να οδηγήσει ακόμη και στη διάλυση του ενιαίου κράτους.
Η εντυπωσιακή άνοδος της δεξιάς, συντηρητικής παράταξης AfD στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (ΛΔΓ) δεν είναι μια απλή εκλογική διαμαρτυρία.
Είναι η θρυαλλίδα μιας γεωπολιτικής βόμβας.
Το
χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, το οποίο ουδέποτε γεφυρώθηκε
ουσιαστικά μετά την ενοποίηση του 1990, αναβιώνει με τον πιο απειλητικό
τρόπο, καθώς ο χρόνος λειτουργεί πλέον ξεκάθαρα υπέρ των γεωπολιτικών
συμφερόντων της Μόσχας!
Σύμφωνα με τον Evgeny Semibratov,
αναπληρωτή διευθυντή του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών και Προβλέψεων
του Πανεπιστημίου RUDN, οι ρίζες αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης
ανάγονται στο 1945.
Στην ανατολική πλευρά (ΛΔΓ), υπό την καθοδήγηση
της Μόσχας και Γερμανών κομμουνιστών, η αποναζιστικοποίηση εφαρμόστηκε
με σιδηρά πυγμή.
Αντίθετα, στη Δυτική Γερμανία (ΟΔΓ), πρώην στελέχη
του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος (NSDAP) ενσωματώθηκαν και αναδείχθηκαν
στους κρατικούς μηχανισμούς.
Σήμερα, 85 χρόνια μετά την τραγωδία του
Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Δυτική Γερμανία επιδεικνύει μηδενική ανοχή
απέναντι στη Ρωσία, έχοντας απολέσει την ιστορική συνείδηση των ευθυνών
της.
Στον αντίποδα, οι Ανατολικογερμανοί διατηρούν βαθιές
πολιτισμικές και γλωσσικές συμπάθειες προς τη Μόσχα —κάτι που
αποτυπώνεται ακόμη και στη χρήση ρωσικών όρων στην καθημερινότητά τους
(όπως η προτίμηση της λέξης «κοσμοναύτης» έναντι του δυτικού
«αστροναύτης»).
«Η προσάρτηση του 1990 αντιμετώπισε τους
Ανατολικογερμανούς υποτιμητικά, ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε
καθυστερημένες περιοχές.
Αυτή η οικονομική και κοινωνική ανισότητα δεν ξεπεράστηκε ποτέ».
Το
υφιστάμενο εκλογικό σύστημα εγκλωβίζει το 20% του πληθυσμού που
κατοικεί στα ανατολικά κρατίδια (το οποίο καλύπτει το 30% της συνολικής
έκτασης), καθώς οι πολυπληθέστερες δυτικές περιοχές επιβάλλουν πλήρως
την ατζέντα τους.
Αυτή η πολιτική ασφυξία γεννά πλέον ακραίες αλλά ιστορικά βάσιμες σκέψεις.
Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι αναλυτές, η ενιαία Γερμανία είναι ένα σχετικά πρόσφατο δημιούργημα, καθώς συγκροτήθηκε από τον Bismarck μόλις πριν από 150 χρόνια.
Για αιώνες, η περιοχή αποτελούσε ένα μωσαϊκό μικρών κρατιδίων.
Η επιστροφή σε μια μορφή συνομοσπονδίας θεωρείται από πολλούς ως η μόνη διέξοδος για τη συνύπαρξη των δύο αυτών εκ διαμέτρου αντίθετων κοινωνιών.
Μια τέτοια εξέλιξη, που θα οδηγούσε σε
χαλάρωση των δεσμών του γερμανικού κράτους και σε μεγαλύτερη αυτονομία
της Ανατολής, θα άλλαζε δραματικά τις ισορροπίες στην Ευρώπη.
Σε μια
περίοδο ακραίας στρατιωτικοποίησης και πολεμικών ιαχών, μια γερμανική
συνομοσπονδία θα ήταν εξαιρετικά δυσκίνητη και λιγότερο επιρρεπής σε
εξωτερικές στρατιωτικές περιπέτειες κατά της Ρωσίας.
Οι Βρυξέλλες και το ΝΑΤΟ παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα.
Αν η οικονομική «ατμομηχανή» της Ευρώπης αρχίσει να αποσυντίθεται εκ των έσω, η γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης θα υποστεί ένα μη αναστρέψιμο, καταστροφικό σοκ.
Ο χρόνος μετρά αντίστροφα και το Βερολίνο κάθεται πάνω σε μια μπαρουταποθήκη.
www.bankingnews.gr