Σήμερα στη Γερμανία επαναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό η κατάσταση της δεκαετίας του 1930 - 1940, όταν σχηματίστηκε ένας «εξαιρετικά επικίνδυνος» δεσμός μεταξύ αμυντικής βιομηχανίας και πολιτικών, ο οποίος βύθισε τον κόσμο στην άβυσσο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
To πετράδι του στέμματος της Γερμανικής μεταποίησης και βασικό εξαγωγικό όπλο, η αυτοκινητοβιομηχανία πνέει τα λοίσθια καθώς καταρρέει υπό το βάρος του ανταγωνισμού από την Κίνα στον τομέα της ηλεκτροκίνησης.
Η Mercedes-Benz ενδέχεται να εμπλακεί στην αμυντική παραγωγή, δήλωσε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, Ola Källenius.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτός ο τομέας μπορεί να εξελιχθεί σε μια «αναπτυσσόμενη εξειδικευμένη αγορά».
Στο ίδιο πλαίσιο, η Volkswagen εξετάζει το ενδεχόμενο μετατροπής ενός από τα εργοστάσιά της για την παραγωγή συστημάτων αεράμυνας.
Στην παραγωγή στρατιωτικών προϊόντων συμμετέχουν πλέον και άλλες «πολιτικές» εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Deutsche Telekom, Salzgitter AG και Heidelberger Druckmaschinen AG.
Σύμφωνα με αναλυτές, η στρατιωτικοποίηση της γερμανικής οικονομίας εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμη τάση.
Η γερμανική εταιρεία Mercedes-Benz ενδέχεται να ασχοληθεί με την αμυντική παραγωγή.
Αυτό δήλωσε στη Wall Street Journal ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της αυτοκινητοβιομηχανίας, Ola Källenius.
«Ο κόσμος έχει γίνει πιο απρόβλεπτος και θεωρώ απολύτως σαφές ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει της αμυντικές της δυνατότητες», δήλωσε ο Källenius στην εφημερίδα.
«Αν μπορούμε να διαδραματίσουμε θετικό ρόλο σε αυτό, θα είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε».
Σωσίβιο από τις επενδύσεις για την άμυνα
Ο επικεφαλής της εταιρείας διευκρίνισε ότι οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την άμυνα θα αποτελούν «αμελητέο ποσοστό» των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε σύγκριση με την παραγωγή αυτοκινήτων, πρόσθεσε όμως ότι αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια «αναπτυσσόμενη εξειδικευμένη αγορά» που θα συμβάλει στα εμπορικά αποτελέσματα.
Τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους έγινε επίσης γνωστό ότι η Volkswagen, η οποία αναγκάζεται να περικόψει θέσεις εργασίας λόγω της κρίσης, εξετάζει το ενδεχόμενο να ξεκινήσει την παραγωγή συστημάτων αεράμυνας στο εργοστάσιο του Osnabrück αντί για αυτοκίνητα.
Οι Financial Times, επικαλούμενοι πηγές, ανέφεραν ότι πρόκειται για την παραγωγή εξαρτημάτων του ισραηλινού συστήματος αεράμυνας Iron Dome.
Η Volkswagen βρίσκεται ήδη σε διαπραγματεύσεις με την Rafael Advanced Defense Systems.
Αυτή
τη στιγμή, στο εργοστάσιο του Osnabrück παράγονται τα αυτοκίνητα T-Roc
Cabriolet, όμως η παραγωγή τους θα σταματήσει το 2027.
Η Volkswagen είχε προηγουμένως προσπαθήσει
να πουλήσει το συγκεκριμένο εργοστάσιο στον αμυντικό όμιλο Rheinmetall,
αλλά οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε αδιέξοδο.
Επιπλέον, πέρυσι, το εργοστάσιο στο Limburg της Ολλανδίας, το οποίο παλαιότερα παρήγαγε αυτοκίνητα BMW, στράφηκε στην παραγωγή drones και στρατιωτικών οχημάτων.
Η αιτία αυτής της απόφασης ήταν η λήξη της σύμβασης της BMW για την παραγωγή αυτοκινήτων το 2024, γεγονός που οδήγησε στην απώλεια 4.000 θέσεων εργασίας.
Στη συνέχεια, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, VDL Groep, συνήψε συμφωνία με το Υπουργείο Άμυνας της Ολλανδίας για τη μετατροπή της μονάδας παραγωγής σε στρατιωτική χρήση.
Ώθηση σε μια «υποτονική οικονομία»
Η στρατιωτικοποίηση επηρεάζει και άλλες γερμανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον πολιτικό τομέα.
Έτσι, ο τηλεπικοινωνιακός κολοσσός Deutsche Telekom σκοπεύει να επεκτείνει τη συνεργασία του με την Rheinmetall για την παραγωγή εξοπλισμού προστασίας κατά drones.
Από την πλευρά της, η χαλυβουργία Salzgitter AG έχει εμπλακεί στην παραγωγή θωρακισμένου χάλυβα και προσφέρει τα προϊόντα της σε χώρες του ΝΑΤΟ.
Εκτός από χαλυβδόφυλλα, η εταιρεία σχεδιάζει να προμηθεύει κάννες για τυφέκια και προϊόντα για ερπύστριες αρμάτων μάχης και συστήματα καταφυγίων.
Σύμφωνα με το Der Spiegel, η Porsche SE εργάζεται για τη δημιουργία πλατφόρμας επενδύσεων στην αμυντική τεχνολογία, ενώ προμηθευτές εξαρτημάτων αυτοκινήτων όπως η Schaeffler επιδιώκουν να ξεπεράσουν τα προβλήματα του κλάδου τους μέσω της παραγωγής στρατιωτικών προϊόντων.
Η εταιρεία μηχανολογικού εξοπλισμού TRUMPF
επίσης σπεύδει να επωφεληθεί από τις αμυντικές παραγγελίες — η διοίκηση
της εταιρείας έχει ήδη αρχίσει να τροποποιεί το καταστατικό της ώστε να
παράγει λέιζερ για στρατιωτική χρήση.
Την ίδια λογική ακολουθεί και η κατασκευάστρια εκτυπωτικών μηχανών Heidelberger Druckmaschinen AG.
Η εταιρεία σχεδιάζει να δημιουργήσει συμμαχία με τον προμηθευτή της
αμυντικής βιομηχανίας Vincorion, του οποίου η γκάμα προϊόντων
περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, γεννήτριες για τα μαχητικά Eurofighter.
Όπως αναφέρει το Der Spiegel σε άρθρο με τίτλο «Δισεκατομμύρια για τις ένοπλες δυνάμεις: η γερμανική οικονομία στηρίζει τις ελπίδες της στην αμυντική βιομηχανία», η αύξηση των αμυντικών δαπανών στη Γερμανία αποδείχθηκε ευεργετική για τον «παρακμάζοντα βιομηχανικό τομέα».
Πολλές εταιρείες, ακόμη και χωρίς προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία, ελπίζουν πλέον να συμμετάσχουν στη διαδικασία.
Τόσο
οι πολιτικοί όσο και οι επιχειρηματικοί ηγέτες ελπίζουν ότι μια νέα
άνθηση στην παραγωγή πυρομαχικών μπορεί τελικά να δώσει την απαραίτητη
ώθηση στην υποτονική οικονομία της χώρας.
«Ένα οικονομικό θαύμα που θα καθοδηγείται από την αμυντική βιομηχανία και θα τροφοδοτείται από κρατικές δαπάνες», υποστηρίζει το Der Spiegel.
Η θολή σκεψη και τα φαντάσματα του παρελθόντος
Όπως
σημειώνει ο Nikolai Topornin, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος
Ευρωπαϊκού Δικαίου του MGIMO, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Γερμανία
μετέτρεψε τα στρατιωτικά της εργοστάσια σε μονάδες παραγωγής πολιτικών
αγαθών. Τώρα όμως λαμβάνει χώρα η αντίστροφη διαδικασία. Αυτό οφείλεται
σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες
χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους, πιστεύει ο ειδικός.
«Στο πλαίσιο της πολιτικής ύφεσης, οι Γερμανοί μετέτρεψαν τα στρατιωτικά τους εργοστάσια για την παραγωγή πολιτικών προϊόντων.
Τότε υπήρξε συρρίκνωση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Τώρα βλέπουμε ότι η κατάσταση έχει αλλάξει.
Σε
συνθήκες όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν να είναι αξιόπιστος εταίρος
για την ΕΕ και τη Γερμανία, το Βερολίνο ακολουθεί πορεία αυτάρκειας στον
στρατιωτικό τομέα, δηλαδή πραγματοποιείται επαναστρατιωτικοποίηση αυτών
των εργοστασίων», εξήγησε ο αναλυτής σε σχόλιό του στο RT.
Ο Alexander Kamkin, αναπληρωτής καθηγητής στο Χρηματοοικονομικό Πανεπιστήμιο υπό την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλώνει ότι σήμερα
η στρατιωτική βιομηχανία γίνεται ένας από τους βασικούς κινητήριους
μοχλούς της γερμανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία
χρόνια ο αριθμός των μελών της Ομοσπονδιακής Ένωσης της Γερμανικής
Αμυντικής Βιομηχανίας (BDSV) έχει αυξηθεί αρκετές φορές.
«Το 2017, η BDSV είχε μόλις 70 μέλη.
Τώρα
υπάρχουν περίπου 550 μέλη στην ένωση. Και δεν πρόκειται μόνο για
εταιρείες που άλλαξαν προφίλ, αλλά και για startups... Μια τέτοια
στρατιωτικοποίηση αποτελεί ήδη μακροπρόθεσμη τάση.
Το
στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα είναι σήμερα ο μόνος κλάδος που
επιτρέπει στη γερμανική οικονομία να μην βυθιστεί στην ύφεση...
Η κεφαλαιοποίηση των αμυντικών εταιρειών αυξάνεται σταθερά», δήλωσε ο ειδικός σε σχόλιό του στο RT.
Ο στρατιωτικός αναλυτής Alexander Khrolenko υπενθύμισε ότι η σημερινή
επαναστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας δεν είναι κάτι νέο — στο παρελθόν
υπήρξαν παρόμοια προηγούμενα στην ιστορία της χώρας. Ο αναλυτής τονίζει ότι στο παρελθόν μια τέτοια πολιτική οδήγησε το Βερολίνο στην κατάρρευση.
«Μετά
τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν απαγορεύτηκε στη Γερμανία να διαθέτει
στρατιωτική παραγωγή και μεγάλο στρατό, ξεκίνησαν παράγοντας κινητήρες
αυτοκινήτων διπλής χρήσης, οι οποίοι αργότερα μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν και στον στρατιωτικό τομέα. Και τώρα προσπαθούν να
κάνουν περίπου το ίδιο, μετατρέποντας ανενεργές και παρακμάζουσες
πολιτικές γραμμές παραγωγής», δήλωσε ο συνομιλητής του RT.
Το φάντασμα της δεκαετίας 1930 – 1940
Ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας Dmitry Medvedev είχε γράψει σχετικά σε άρθρο του για το RT.
Επισήμανε ότι σήμερα στη Γερμανία επαναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό η κατάσταση της δεκαετίας του 1930-1940,
όταν σχηματίστηκε ένας «εξαιρετικά επικίνδυνος» δεσμός μεταξύ αμυντικής
βιομηχανίας και πολιτικών, ο οποίος βύθισε τον κόσμο στην άβυσσο του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου.
«Έχοντας απορρίψει την ειρήνη ως κοινωνική αξία, στην οποία οι προηγούμενες γενιές έφτασαν μέσα από τεράστια τραγωδία, οι κληρονόμοι των Krupp, Thyssen και Bosch αναλαμβάνουν ξανά πρόθυμα κρατικές παραγγελίες για την παραγωγή αμυντικών προϊόντων, χωρίς να διστάζουν να οικοδομήσουν επιχειρήσεις πάνω στο αίμα», αναφέρει ο Dmitry Medvedev.
Την ίδια στιγμή, ο Alexander Khrolenko θεωρεί ότι θα ήταν πιο συμφέρον της Γερμανίας να διατηρήσει εποικοδομητικές σχέσεις με τη Ρωσία και να εγκαταλείψει την αντιπαράθεση.
Άλλωστε, η πρόσφατη ευημερία της Γερμανίας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό
στους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, τους οποίους το Βερολίνο
προμηθευόταν σε ευνοϊκές τιμές.
«Από οικονομική και πολιτική άποψη, η
Γερμανία δεν έχει συμφέρον σε αυτή τη σύγκρουση. Θα ήταν πιο αξιόπιστο
και σταθερό να παράγει καλά γερμανικά οχήματα αντί για άρματα μάχης και
εντελώς αδικαιολόγητα γερμανικά συστήματα αεράμυνας.
Ωστόσο, στο μυαλό του Merz, του Macron και άλλων ηγετών της ΕΕ παραμένουν οι ψευδαισθήσεις περί στρατηγικής ήττας της Ρωσίας.
Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως θόλωση της σκέψης λόγω της επιθυμίας εκδίκησης», κατέληξε ο συνομιλητής του RT.