Τελικά οι εξελίξεις πιστοποιούν πως η αρχική
άποψη διαψεύδεται. Μετά από οκτώ εβδομάδες συγκρούσεων και ανατροπών, η
Κίνα αποφεύγει τις συνέπειες του πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών και του
Ισραήλ εναντίον του Ιράν, καλύτερα από τους περισσότερους γείτονές της
και τείνει να καταλήγει τελικά ισχυρότερη.
Σε αντίθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ, που καταλήγει να επιτεθεί εναντίον ενός υποδεέστερου αντιπάλου, ή του Βλαντιμίρ Πούτιν που αποδέχεται την πρόκληση μίας ένοπλης εμπλοκής με την Ουκρανία, τους Ευρωπαίους και το ΝΑΤΟ, ο πρόεδρος Xi Jinping αποφεύγει τις άσκοπες προκλήσεις, με στόχο να τοποθετήσει την χώρα του σε πορεία μακροπρόθεσμης ισχύος και ευστάθειας.
Η επιφυλακτικότητα του Κινέζου προέδρου αποδεικνύεται στην περίοδο της υγειονομικής κρίσης και στις φάσεις των δομικών αδυναμιών της κινεζικής οικονομίας, με επίκεντρο την στεγαστική πίστη. Εντελώς ορθολογικά δεν σπεύδει να συνδράμει άμεσα την Ρωσία, αν και έμμεσα φροντίζει για τον ανεφοδιασμό της και παραμένει σιωπηλός στο θέμα των εδαφικών κερδών της Μόσχας. Στην περίπτωση του Ιράν, παρατηρείται η απροθυμία του να καταδικάσει ανοικτά τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών, ή οι αποστάσεις που τηρεί για μία άμεση υποστήριξη του Ιράν, αν και έμμεσα ανεφοδιάζει τις ένοπλες δυνάμεις του και θέτει στην διάθεσή του τα κινεζικά δορυφορικά δίκτυα.
Οι ζημίες της Κίνας ελαχιστοποιούνται, σε σχέση με τις ανάλογες που θα την είχαν πλήξει, εάν η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο είχε εκδηλωθεί προ μίας μόλις πενταετίας. Τα αποθέματά της σε αργό πετρέλαιο και η ισχυρή παραγωγική δυναμικότητα διύλισης περιορίζουν τους κινδύνους ανάδυσης ελλειμμάτων σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Οι αγωγοί εισαγωγών φυσικού αερίου και η εγχώρια παραγωγή μειώνουν την εξάρτησή της από το υγροποιημένο προϊόν του Περσικού Κόλπου.
Εάν και παρά την εκεχειρία, οι συγκρούσεις συνεχισθούν, το Πεκίνο έχει την δυνατότητα να στραφεί σε φιλικές χώρες για πρόσθετες ενεργειακές ροές, ειδικά από την Ρωσία, αλλά και να αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματα γαιανθράκων που κατέχει, όπως και τις ανανεώσιμες πηγές του, που πολλαπλασιάζονται με ταχύτατο ρυθμό.
Τα πλεονεκτήματα της Κίνας
Οι συγκρούσεις προσφέρουν επίσης στο Πεκίνο ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα, όμως την εκμετάλλευση των πλήρως ολοκληρωμένων εφοδιαστικών της αλυσίδων που το διευκολύνουν στον ανταγωνισμό του με άλλους εξαγωγείς, λόγω του μειωμένου κόστους. Η συνεχιζόμενη αναταραχή στα στενά του Ορμούζ, που αυξάνει απότομα τις τιμές του αργού πετρελαίου και τα ασφάλιστρα των πλοίων, ενισχύουν την ζήτηση για τις εξαγωγές κινεζικού εξοπλισμού ανανεώσιμων πηγών, αυξάνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον εξηλεκτρισμό και μειώνουν τις εξαρτήσεις από το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Ήδη οι LLOYD’S του Λονδίνου αυξάνουν από τις 5 Μαρτίου το ασφάλιστρο κινδύνου για το κύτος των πλοίων από το 0,25% στο 1% έως και 5%, αύξηση που συνεπάγεται πως για κάθε δεξαμενόπλοιο των $100 εκατομμυρίων το κόστος του ασφαλίστρου αυξάνεται κατά $1, έως $5 εκατομμύρια ανά ναύλο, κόστος που οι πλοιοκτήτες εμφανίζονται σχετικά απρόθυμοι να καταβάλλουν.
Πάντως οι διαδικασίες που προωθεί το Πεκίνο εκδηλώνονται μετά το 2022 και οπωσδήποτε πριν από τις συγκρούσεις. Μάλιστα, αποτελούν κεντρικό θέμα του γνωστού οργανισμού ανάλυσης και διαχείρισης απειλών και κινδύνων Eurasia Group. Ο οργανισμός προσδιορίζει μεταξύ των 10 μεγαλύτερων απειλών του 2026 και μάλιστα δεύτερη σε σοβαρότητα την διευρυνόμενη απόκλιση μεταξύ του εξηλεκτρισμού της Κίνας και της εξάρτησης των ΗΠΑ από τα ορυκτά καύσιμα, με την καταστροφή των υποδομών των ορυκτών καυσίμων λόγω της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο, σε συνδυασμό με τις φοβίες για τα χειρότερα, να επιταχύνουν την διεύρυνση της απόκλισης.
Πώς επωφελείται η Κίνα
Όμως και στρατηγικά η Κίνα επωφελείται από έναν πόλεμο που απομειώνει την αμερικανική ισχύ πυρός, από την στιγμή που οι βομβαρδισμοί εξαντλούν τα αποθέματα των ΗΠΑ σε μακράς ακτίνος πυραύλους χαμηλού ύψους πτήσης (cruise) και αντιαεροπορικά πυραυλικά οπλικά συστήματα.
Εξαρτήματα των πυραύλων THAAD αποσύρονται από την Νότιο Κορέα, συστοιχίες πυραύλων Patriot δεν προωθούνται στην Ουκρανία και στους συμμάχους των Αμερικανών στην Ασία, ενώ και η αναδιάταξη των αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων με την συγκέντρωσή τους στην Μέση Ανατολή, απομειώνει την κάλυψη του Ινδικού και κυρίως του Ειρηνικού ωκεανού. Το σωρευτικό αποτέλεσμα διαβρώνει την αμερικανική ισχύ αποτροπής σε θέατρα, στα οποία το Πεκίνο έχει τα μεγαλύτερα συμφέροντα, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, από την Σεούλ έως το Τόκυο, επανεκτιμούν σιωπηρά το εύρος της διάρκειας των εγγυήσεων ασφαλείας του Λευκού Οίκου.
Η κατάσταση επιδεινώνεται και λόγω της εξάρτησης των ΗΠΑ από τις εξαγωγές ζωτικών ορυκτών από το Πεκίνο και ειδικά των βαρέων μετάλλων των σπανίων γαιών που κρίνονται απαραίτητα για την παραγωγή οπλικών συστημάτων. Οπωσδήποτε οι Αμερικανοί θα αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις, που όμως θα απαιτήσουν από μία τριετία έως και πενταετία ή ακόμα και δεκαετία για να υλοποιηθούν αποτελεσματικά, προσφέροντας διεξόδους.
Προς το παρόν όμως ο Τραμπ μειονεκτεί εκ των πραγμάτων στις επικείμενες διαπραγματεύσεις του με τον Κινέζο ομόλογό του στο Πεκίνο και ίσως αντιλαμβάνεται πως η Κίνα επωφελείται και από τις ζημίες στην φήμη των ΗΠΑ, με την ιδιότητα του διεθνούς αξιόπιστου παίκτη. Οι συγκεκριμένες επηρεάζουν και πλούσιες, αλλά και αναπτυσσόμενες χώρες που επιχειρούν να διασφαλίσουν τα στοιχήματά τους για το μέλλον της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Στρατιωτικές διδαχές
Πέραν των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων, ο πόλεμος παρέχει μία χρυσή ευκαιρία στους Κινέζους στρατιωτικούς σχεδιαστές και αναλυτές να έχουν μία λεπτομερή εικόνα του πως οι ΗΠΑ αναπτύσσουν σε πραγματικό χρόνο τις αεροναυτικές και ναυτικές δυνάμεις σε ένα θέατρο επιχειρήσεων και πως αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) στο πεδίο. Πρόκειται για πολύτιμες πληροφορίες και δεδομένα, ειδικά για οποιαδήποτε υπόθεση περιλαμβάνει την Ταϊβάν και μάλιστα το Πεκίνο παρατηρεί και μελετά τις ανατροπές που προκαλούν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) στην ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ.
Κατά συνέπεια εξετάζει παρόμοιες προσεγγίσεις για τα στενά της Φορμόζας, όπως μία περίπτωση επιλεκτικού αποκλεισμού για να μελετήσει τις αντιδράσεις των Αμερικανών, χωρίς να πυροδοτήσει μία ολοκληρωτική ένοπλη αντιπαράθεση. Μάλιστα τα προηγμένα χαμηλού κόστους κινεζικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και οι αμυντικές ικανότητες της Κίνας έναντι των συγκεκριμένων όπλων καθιστούν μία επιχείρηση της συγκεκριμένης μορφής ιδιαίτερα ελκυστική.
Εάν κάποιος υποθέσει ότι ο Κινέζος πρόεδρος αντιμετωπίζει μετά από μερικούς μήνες εκλογές, με την ανάπτυξη να υποχωρεί, την ανεργία να αυξάνεται και το κόστος του πολέμου στο Ιράν να προσθέτει ακόμα ένα στρυφνό πρόβλημα, ίσως να προτιμήσει μία λύση εμπλοκής στα στενά της Φορμόζας. Ούτως ή άλλως η προσοχή και οι δυνάμεις των ΗΠΑ εστιάζονται σε ένα άλλο θέατρο πολέμου, με απομείωση της ισχύος τους σε οπλικά συστήματα και εξαρτώνται από κινεζικά στρατηγικά ορυκτά, όπως των μέταλλα των σπανίων γαιών.
Κίνηση κατά της Ταϊβάν;
Κατά συνέπεια πρόκειται για μία ανέλπιστη ευκαιρία να κινηθεί κατά της Ταϊβάν, όπου ακόμα και χωρίς εισβολή, μία σοβαρή κλιμάκωση βελτιώνει έστω και οριακά την θέση του χωρίς να διακινδυνεύει μία δεινή ήττα. Όμως αναμφισβήτητα ο Κινέζος ηγέτης δεν υφίσταται πιέσεις της συγκεκριμένης μορφής και δεν προθυμοποιείται να αναλάβει σοβαρούς κινδύνους, από την στιγμή που επιλέγει την ειρηνική συνένωση με την Ταϊβάν, με την στρατιωτική ισχύ να αποτελεί την τελευταία επιλογή.
Γνωρίζει πως οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις έχουν να εμπλακούν σε εμπόλεμη σύγκρουση 47 έτη από την εποχή της σύγκρουσης με το Βιετνάμ, όπως και το γεγονός ότι οι κινεζικές ναυτικές δυνάμεις δεν έχουν εμπειρία ναυτικών εμπόλεμων επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, απομακρύνει κομματικά στελέχη με στενές σχέσεις με το γενικό επιτελείο, τα περισσότερα μάλιστα από την εποχή της δεκαετίας του 1980, που δεν εγκρίνουν και την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ), ενώ αντιλαμβάνεται πως οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας του δεν φθάνουν ακόμα στο επίπεδο της απαιτούμενης ετοιμότητας για έναν πόλεμο.