Ιράν: Το Ισραήλ πρέπει να αποχωρήσει από Λίβανο, για να μη φύγει με ταπείνωση...

  Τρομερό μήνυμα Ιράν: Το Ισραήλ πρέπει να αποχωρήσει από Λίβανο, για να μη φύγει με ταπείνωση - Πύραυλος χτύπησε πλοίο στο HormuzΕίναι πλέον ξεκάθαρο σε όλους.
Το Ιράν είναι ο κεντρικός παράγοντας που επιβάλλει όρους, αντοχές και νέους συσχετισμούς.
Από τις απειλές της αντίστασης στον Λίβανο και τα τελεσίγραφα προς το Ισραήλ, μέχρι τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz, το πυρηνικό ζήτημα, τις αμερικανικές εσωτερικές

συγκρούσεις για το κόστος του πολέμου και τα σενάρια για νέα διαπραγμάτευση με την Τεχεράνη, όλα συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: το σχέδιο στρατιωτικής και πολιτικής εξουθένωσης του Ιράν όχι μόνο δεν απέδωσε, αλλά γύρισε μπούμερανγκ για τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και όσους επένδυσαν στην αναμέτρηση.

Το μήνυμα του Ismail Qaani: Το Ισραήλ πρέπει να φύγει από ολόκληρο τον Λίβανο

Το πιο ηχηρό ίσως στοιχείο αυτής της νέας πραγματικότητας αποτυπώθηκε στο μήνυμα του διοικητή της Quds Force, Ismail Qaani, προς τους Ισραηλινούς.
Το μήνυμα δεν ήταν απλώς μία ακόμα πολεμική δήλωση.
Ήταν μια ιδεολογική και στρατηγική διακήρυξη που επιβεβαιώνει ότι ο άξονας της αντίστασης αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση όχι ως ένα περιστασιακό επεισόδιο, αλλά ως ιστορική και υπαρξιακή αντιπαράθεση με το ισραηλινό σχέδιο κυριαρχίας στην περιοχή.
Η αναφορά του Qaani στο πνεύμα της Ashura, στην πίστη του Hosseini και στη διαχρονική φόρμουλα «κάθε μέρα Ashura και κάθε τόπος Karbala» δεν είναι απλή θρησκευτική ρητορική.
Αποτελεί την ιδεολογική μήτρα της ιρανικής αντίληψης περί αντίστασης: μια αντίληψη όπου η στρατιωτική αντιπαράθεση συνδέεται με την έννοια της ιστορικής δικαίωσης, της ηθικής νομιμοποίησης και της αντοχής πέρα από το συμβατικό πεδίο μάχης.
Όταν ο Qaani προειδοποιεί ότι «πρέπει να εγκαταλείψετε ολόκληρο τον Λίβανο» και ότι, αν δεν υπάρξει υποχώρηση σήμερα, αύριο θα υπάρξει «φυγή με ταπείνωση και ήττα», ουσιαστικά επαναφέρει στο προσκήνιο το δόγμα ότι ο Λίβανος δεν είναι χώρος μόνιμης ισραηλινής στρατιωτικής πίεσης, αλλά έδαφος όπου η αντίσταση έχει ριζώσει πολιτικά, κοινωνικά και στρατιωτικά.
qaani.jpg
Τα Στενά του Hormuz: Το Ιράν ως αναντικατάστατος εγγυητής της περιφερειακής ισορροπίας

Παράλληλα με τη ρητορική της αποτροπής, η Τεχεράνη κινείται μεθοδικά στο πεδίο της διπλωματίας και της διαχείρισης κρίσεων.
Η επικοινωνία του υπουργού Εξωτερικών του Ιράν Abbas Araghchi με τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν Seyyed Badr al-Busaidi για τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz αποκαλύπτει μια κρίσιμη πτυχή της ιρανικής ισχύος: το Ιράν δεν είναι απλώς στρατιωτικός παίκτης, αλλά ο βασικός ρυθμιστής της ασφάλειας σε ένα από τα πιο κρίσιμα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη.
Η έμφαση στις «προσωρινές ρυθμίσεις 60 ημερών», στη συνέχιση της τεχνικής συνεργασίας, στις διμερείς διαβουλεύσεις και στη διπλωματική παρακολούθηση των εξελίξεων δείχνει ότι, παρά το πολεμικό κλίμα, το Ιράν παραμένει ο μόνος δρών που μπορεί να συνδυάζει αποτρεπτική ισχύ με θεσμική διαχείριση της κρίσης.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Διότι η δυτική και ισραηλινή αφήγηση επιχείρησε για χρόνια να παρουσιάσει την Τεχεράνη ως δύναμη αποσταθεροποίησης.
Ωστόσο, όταν τίθεται το ερώτημα ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι το Hormuz δεν θα μετατραπεί σε μόνιμη εστία ενεργειακού χάους, η απάντηση δεν βρίσκεται στην Ουάσιγκτον, ούτε στο Tel Aviv, αλλά στη συνεννόηση Τεχεράνης–Muscat.
Το Στενό του Hormuz είναι η αρτηρία μέσω της οποίας περνά σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Όποιος ελέγχει τους όρους ασφάλειας εκεί, ελέγχει πολύ περισσότερα από μια θαλάσσια διαδρομή: επηρεάζει την τιμή του πετρελαίου, το κόστος μεταφοράς, την ασφάλεια των αγορών και, τελικά, την πολιτική αντοχή κυβερνήσεων από την Ασία έως τη Δύση.
Η ιρανική παρουσία σε αυτό το πεδίο δεν είναι λοιπόν περιφερειακή λεπτομέρεια. Είναι παγκόσμιος παράγοντας ισχύος.
hormuz_7.webp
Το Ιράν σχεδιάζει την επιβολή χρεώσεων στη διέλευση πλοίων από το Hormuz - Θα έχει έσοδα 40 δισ. δολ ετησίως Το Ιράν είναι αποφασισμένο να επιβάλει χρεώσεις στη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Hormuz, επιχειρώντας να παρουσιάσει το σχέδιο όχι ως «διόδια», αλλά ως τέλη για υπηρεσίες ασφαλείας, προστασίας και περιβαλλοντικής διαχείρισης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η Τεχεράνη αποφεύγει συνειδητά τον όρο «toll», γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί νομικά να επιβάλει μονομερώς διόδια σε έναν διεθνή θαλάσσιο δίαυλο στρατηγικής σημασίας.
Κατά τους υπολογισμούς του Ιράν, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αποφέρει έως και 40 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Φωτιά έντασης στο Hormuz: Εμπορικό πλοίο χτυπήθηκε από πύραυλο ανοιχτά του Ομάν

Νέα ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στα Στενά του Hormuz, μετά το πλήγμα που δέχθηκε εμπορικό πλοίο ανοιχτά των ακτών του Ομάν, σε ένα περιστατικό που έρχεται λίγες ώρες μετά τις νέες προειδοποιήσεις της Τεχεράνης για τον τρόπο διέλευσης από το στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα.

Σύμφωνα με τη βρετανική υπηρεσία UKMTO, το πλοίο χτυπήθηκε από άγνωστο πύραυλο στη δεξιά πλευρά, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές στη γέφυρα, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν θύματα ή περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Το συμβάν σημειώθηκε νοτιοανατολικά του Dahit στο Ομάν, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ιράν επαναφέρει ανοιχτά στο προσκήνιο τις αξιώσεις του για ουσιαστικό έλεγχο της ναυσιπλοΐας στο Hormuz.
ship_5.jpg

Ο πόλεμος κατά του Ιράν ως αμερικανικό πολιτικό και οικονομικό ναυάγιο

Αν το στρατιωτικό μέτωπο δεν έφερε την κάμψη του Ιράν, το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τις ΗΠΑ αρχίζει να λειτουργεί ως καταλύτης εσωτερικής κρίσης στην Ουάσιγκτον.
Οι αναφορές για το «αστρονομικό κόστος» του πολέμου κατά του Ιράν, οι εκτιμήσεις που μετακινούνται από τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια σε δεκάδες ή και εκατοντάδες δισεκατομμύρια, καθώς και η πληροφορία ότι το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας ζήτησε επιπλέον 80 δισεκατομμύρια δολάρια για να καλύψει τις πολεμικές δαπάνες, συνιστούν όχι απλώς δημοσιονομικό πρόβλημα αλλά πολιτική ήττα.
Η ουσία είναι απλή: η στρατηγική πίεσης κατά του Ιράν υποτίθεται ότι θα περιόριζε την επιρροή της Τεχεράνης, θα αναχαίτιζε το πυρηνικό της πρόγραμμα, θα αποκαθιστούσε την αποτρεπτική ισχύ του Ισραήλ και θα έστελνε μήνυμα σε όλη την περιοχή ότι η αμερικανική ηγεμονία παραμένει αδιαμφισβήτητη.
Αντί γι’ αυτό, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστια πολεμικά κόστη, με αναταράξεις στην αγορά ενέργειας, με άνοδο των τιμών βασικών προϊόντων –από καύσιμα έως χημικά λιπάσματα– και με μια ολοένα εντονότερη αμφισβήτηση στο εσωτερικό της.

us_air_4.jpg
Η Ουάσιγκτον παγιδευμένη ανάμεσα στην κλιμάκωση και τη διαπραγμάτευση

Αυτό ακριβώς εξηγεί και τις ολοένα συχνότερες διαρροές ότι ο Donald Trump μπορεί, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, να αναζητήσει μια νέα συμφωνία με το Ιράν.
Η πληροφορία ότι η παρούσα συμφωνία ή κατανόηση χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστεί η οικονομική πίεση και να προστατευθεί η ρεπουμπλικανική θέση στις εκλογές δεν αποτελεί ένδειξη αμερικανικής ισχύος· αποτελεί ένδειξη αμερικανικού αδιεξόδου.
Όταν ένας πρόεδρος που οικοδόμησε πολιτικά το προφίλ του πάνω στη «σκληρή γραμμή» απέναντι στην Τεχεράνη αναγκάζεται να εξετάζει νέα συμφωνία, αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική της μετωπικής σύγκρουσης δεν απέδωσε.
Η επαναλειτουργία ή η ομαλοποίηση της κυκλοφορίας στο Hormuz και η ανάγκη για κάποια μορφή συνεννόησης με την Τεχεράνη ανακούφισαν, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, μέρος των Ρεπουμπλικάνων.
Όμως ταυτόχρονα εξόργισαν άλλους κύκλους του κόμματος και φυσικά ισραηλινούς αξιωματούχους, που βλέπουν κάθε μορφή συνεννόησης με το Ιράν ως «παραχώρηση».
Αυτό το εσωτερικό ρήγμα είναι ενδεικτικό: οι ΗΠΑ δεν ξέρουν πλέον αν θέλουν να συνεχίσουν έναν ακριβό, επικίνδυνο και ατελέσφορο πόλεμο ή αν θα αναγκαστούν να δεχθούν το Ιράν ως συνομιλητή και συνδιαμορφωτή των κανόνων ασφαλείας στην περιοχή.
Η δήλωση του Trump ότι θα θεωρούσε απαράδεκτη μια τελική συμφωνία που θα περιλάμβανε «διόδια» ή μεταφορικά κόστη υπέρ του Ιράν είναι χαρακτηριστική αυτής της αμηχανίας.
Από τη μία, η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει στην πράξη ότι δεν μπορεί να παρακάμψει την Τεχεράνη στα κρίσιμα περιφερειακά ζητήματα.
Από την άλλη, επιχειρεί να εμφανίσει ως «κόκκινη γραμμή» οτιδήποτε θα ισοδυναμούσε με έμμεση αναγνώριση της ιρανικής ισχύος στο Hormuz και στις θαλάσσιες διαδρομές.
Με άλλα λόγια, η αμερικανική πλευρά προσπαθεί να διαπραγματευθεί με το Ιράν χωρίς να παραδεχθεί δημοσίως ότι διαπραγματεύεται από θέση σχετικής αδυναμίας.

trump_32.webp
Το παιχνίδι των πιέσεων

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η επικοινωνιακή τακτική της Ουάσιγκτον εμφανίζεται όλο και πιο αντιφατική.
Από τη μία πλευρά διακινούνται σενάρια για συμφωνίες, τεχνικές διευθετήσεις, ελέγχους και επιθεωρήσεις.
Από την άλλη, αμερικανικά και φιλοϊσραηλινά μέσα καλλιεργούν κλίμα μόνιμης απειλής, παρουσιάζοντας το Ιράν ως πηγή κινδύνου που πρέπει να «ελεγχθεί» ή να «απογυμνωθεί» από κάθε στρατηγική δυνατότητα.
Η περιγραφή αυτής της στάσης ως «βρώμικου μιντιακού παιχνιδιού» δεν είναι υπερβολική.
Αντανακλά την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διαπραγματεύεται στο τραπέζι και ταυτόχρονα να πιέζει στο πεδίο της εικόνας, ώστε να εμφανίζεται στο εσωτερικό της ως αδιάλλακτη και στο εξωτερικό της ως υπεύθυνη δύναμη.

Το πυρηνικό πρόγραμμα και το αίτημα των 672 εκατ. δολαρίων - Στόχος ο αφοπλισμός του Ιράν χωρίς στρατηγικές εγγυήσεις

Εξαιρετικά αποκαλυπτική είναι και η πληροφορία ότι η κυβέρνηση Trump φέρεται να επιδιώκει 672 εκατομμύρια δολάρια χρηματοδότησης για να «καταστρέψει την ικανότητα του Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα». Σύμφωνα με το σχετικό αφήγημα, τα χρήματα αυτά θα κατευθύνονταν στην απομάκρυνση ή καταστροφή εμπλουτισμένου ουρανίου και άλλων ευαίσθητων πυρηνικών υλικών, καθώς και σε επιθεωρήσεις και μηχανισμούς επαλήθευσης από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.
Ανεξάρτητα από το πώς ακριβώς θα διαμορφωνόταν ένα τέτοιο σχέδιο, η πολιτική του ουσία είναι σαφής: οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μετατρέψουν την έννοια της συμφωνίας σε μηχανισμό στρατηγικού αφοπλισμού του Ιράν, χωρίς να προσφέρουν αντίστοιχες, αδιαμφισβήτητες και μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφαλείας, οικονομικής αποσυμπίεσης και άρσης των απειλών.
Δηλαδή, ζητούν από την Τεχεράνη να απογυμνώσει ένα κρίσιμο πεδίο εθνικής ισχύος, ενώ η ίδια η Ουάσιγκτον διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κυρώσεων, νέων πιέσεων ή και νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.

iran_nucl.jpg
Ο παράγοντας Τουρκία και η αποτυχία διεύρυνσης του αντιιρανικού μετώπου

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά ότι ο Recep Tayyip Erdoğan ήταν από τους βασικούς υποψήφιους για είσοδο στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά τελικά δεν ενεπλάκη. Ακόμα κι αν η σχετική πληροφορία εντάσσεται σε ένα πεδίο πολιτικών διαρροών και εντυπώσεων, η ουσία παραμένει κρίσιμη: το αντιιρανικό μέτωπο δεν κατάφερε να αποκτήσει την περιφερειακή συνοχή που θα επιθυμούσε η Ουάσιγκτον ή το Tel Aviv.
Η Τουρκία, παρά τις αντιφάσεις της, δεν προσχώρησε σε μια ανοικτή πολεμική σύγκρουση με το Ιράν.
Αυτό δεν σημαίνει ταύτιση συμφερόντων Άγκυρας–Τεχεράνης. Σημαίνει όμως ότι η περιφερειακή πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από τα δυτικά σχήματα «συμμαχιών» και «στρατοπέδων».
Η αδυναμία συγκρότησης ενός ενιαίου, πειθαρχημένου άξονα εναντίον του Ιράν είναι από μόνη της επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής.
Η Τεχεράνη έχει καταφέρει, με συνδυασμό ιδεολογικής επιρροής, στρατιωτικής αποτροπής, διπλωματικών ανοιγμάτων και γεωοικονομικής σημασίας, να καθιστά κάθε σχέδιο απομόνωσής της εξαιρετικά δύσκολο.
erdogan_2.webp

Η εσωτερική αμερικανική κρίση και η χρήση του Ιράν ως προεκλογικού εργαλείου

Την ίδια ώρα, η αμερικανική εσωτερική σκηνή βυθίζεται όλο και περισσότερο σε ένα κλίμα όπου ο πόλεμος με το Ιράν μετατρέπεται σε εργαλείο προεκλογικής διαχείρισης.
Η προσπάθεια του Trump να μετατοπίσει τη συζήτηση προς άλλες θεματικές –όπως οι εντυπωσιακοί, αλλά εξόχως αμφισβητήσιμοι, ισχυρισμοί περί μείωσης των τιμών φαρμάκων κατά 400% έως 800%– φανερώνει την ανάγκη του να αποσπάσει την προσοχή από το κόστος, τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της εξωτερικής του πολιτικής.
Όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ακριβό πόλεμο, με ενεργειακές αναταράξεις, με διχασμό στο εσωτερικό του κόμματός της και με τη δυσκολία να παρουσιάσει καθαρή νίκη απέναντι στον βασικό της αντίπαλο στην περιοχή, τότε η επικοινωνιακή υπερβολή γίνεται αναπόφευκτο καταφύγιο.
Το Ιράν, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ταυτόχρονα ως φόβητρο, ως διαπραγματευτικός μοχλός, ως πρόσχημα για στρατιωτικούς προϋπολογισμούς και ως αντικείμενο προεκλογικής ρητορικής.
Όμως ακριβώς αυτή η υπερφόρτωση της «ιρανικής απειλής» αποκαλύπτει το αμερικανικό αδιέξοδο: η Ουάσιγκτον χρειάζεται το Ιράν ως εχθρό, επειδή αδυνατεί να διαχειριστεί το γεγονός ότι δεν μπορεί να το λυγίσει.
trump_2_2.webp

H εποχή της μονομερούς αμερικανοϊσραηλινής επιβολής τελειώνει

Η σημερινή συγκυρία αποτυπώνει κάτι βαθύτερο από μια απλή εναλλαγή επεισοδίων στη Μέση Ανατολή.
Αποτυπώνει τη σταδιακή φθορά του μοντέλου με το οποίο οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιχειρούσαν να διαμορφώνουν μονομερώς την περιφερειακή τάξη.
Το Ιράν, παρά το βάρος των κυρώσεων, παρά τον πόλεμο νεύρων, παρά την πολεμική και επικοινωνιακή πίεση, έχει καταφέρει να μετατρέψει την επιβίωσή του σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η Τεχεράνη δεν εμφανίζεται απλώς ως κράτος που άντεξε.
Εμφανίζεται ως κράτος που υποχρέωσε τους αντιπάλους του να αναγνωρίσουν, έστω έμμεσα, ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα στο Hormuz, ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή διαπραγμάτευση για την περιφερειακή ασφάλεια και ότι κάθε σκέψη στρατιωτικής συντριβής του είναι πολύ ακριβή, πολύ επικίνδυνη και πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει.
Με αυτή την έννοια, το πραγματικό μήνυμα των τελευταίων εξελίξεων δεν είναι ότι το Ιράν βρίσκεται υπό πίεση.
Είναι ότι, παρά την πίεση, παραμένει όρθιο, παρόν και καθοριστικό. Και σε μια Μέση Ανατολή που αλλάζει, αυτό ίσως είναι η σημαντικότερη νίκη από όλες.

www.bankingnews.gr