Η απόφαση της κυβέρνησης Trump να αναζητήσει διεθνή συμμαχία για τα Στενά του Hormuz έρχεται σε μια στιγμή που η ίδια η στρατηγική της είχε ήδη αποτύχει.
Η Τεχεράνη, με την επιδέξια στρατιωτική της οργάνωση και την αποφασιστικότητα να προστατεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα,
Οι επιπτώσεις είναι ήδη δραματικές: αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, πανικό στις οικονομίες και ανασφάλεια στις εμπορικές μεταφορές.
Η αμερικανική προσέγγιση, που επικεντρώνεται στην «ελευθερία της ναυσιπλοΐας» και στην αποτροπή περαιτέρω ιρανικών παρεμβάσεων, φαίνεται να παραβλέπει τη βασική αλήθεια των μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων: η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε όπλα και τεχνολογία, αλλά και σε συμμαχίες και διεθνή νομιμοποίηση.
Η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια συμμαχία εκ των υστέρων, μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης, υπονομεύει την στρατηγική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών και περιορίζει την ικανότητά τους να διαμορφώσουν το μεταπολεμικό περιβάλλον στη Μέση Ανατολή.

Η ιρανική στρατηγική: Ανατροπή της αμερικανικής λογικής, o Trump ζήτησε τη βοήθεια της Κίνας
Αντίθετα με τις ΗΠΑ, το Ιράν έχει επιδείξει σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και αποφασιστικότητα.
Το κλείσιμο των Στενών του Hormuz δεν αποτελεί τυχαία κίνηση αλλά προσεκτικά σχεδιασμένη στρατηγική ενέργεια, η οποία αυξάνει την αβεβαιότητα και τη διαπραγματευτική ισχύ της Τεχεράνης.
Η
ικανότητα του Ιράν να διαταράξει τις παγκόσμιες ροές ενέργειας
αποκαλύπτει την αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να ελέγξουν κρίσιμους
γεωπολιτικούς κόμβους χωρίς ουσιαστική διεθνή υποστήριξη.
Η επιλογή του Trump να ζητήσει από χώρες όπως η Κίνα να συμμετάσχουν στη διατήρηση των Στενών,
αποκαλύπτει μια αμηχανία της αμερικανικής στρατηγικής, η οποία δεν
είναι πλέον μονοπώλιο αποφάσεων αλλά αναγκασμένη να μοιράζεται τον
στρατηγικό σχεδιασμό με μεγάλες δυνάμεις, δίνοντας παράλληλα πολιτική
αναγνώριση στην Κίνα και υπονομεύοντας ταυτόχρονα την εικόνα των ΗΠΑ ως
μονοπώλιο στρατιωτικής ισχύος.

Η συμμαχία ως απαραίτητο εργαλείο, όχι πολιτικό τέχνασμα
Οι δηλώσεις Ευρωπαίων πολιτικών, όπως του Γερμανού υπουργού Άμυνας Boris Pistorius, που τόνισε «αυτός δεν είναι ο δικός μας πόλεμος», και του Ιταλού αντιπροέδρου Matteo Salvini,
που ξεκαθάρισε ότι η αποστολή στρατιωτικών πλοίων σε ζώνη πολέμου
σημαίνει είσοδο στη σύγκρουση, αποκαλύπτουν την έλλειψη εμπιστοσύνης των
συμμάχων προς την αμερικανική στρατηγική.
Οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν
υποτιμήσει την σημασία της προσεκτικής διαπραγμάτευσης και οικοδόμησης
εμπιστοσύνης πριν από κάθε στρατιωτική ενέργεια.
Το αποτέλεσμα είναι η αμερικανική απομόνωση, η οποία αναγκάζει την κυβέρνηση Trump να επανεξετάσει τις αποφάσεις της εκ των υστέρων.
Η
συγκρότηση συμμαχίας μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης υπονομεύει τη
στρατηγική συνοχή και την ικανότητα των ΗΠΑ να διαμορφώσουν το
μεταπολεμικό καθεστώς.
Σε αντίθεση με τον επιτυχημένο σχεδιασμό του Πολέμου στον Περσικό Κόλπο το 1991, όπου η κυβέρνηση George HW Bush δημιούργησε μια 35-μελή διεθνή συμμαχία
πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, η σημερινή αμερικανική ηγεσία
επιχειρεί να μοιραστεί τη στρατηγική ευθύνη με άλλες δυνάμεις αφού η
κρίση έχει ήδη ξεκινήσει.
Η καθυστέρηση αυτή όχι μόνο μειώνει την επιρροή των ΗΠΑ, αλλά παρέχει στους αντιπάλους, όπως το Ιράν, την ευκαιρία να υπερισχύσουν στρατηγικά και διπλωματικά.
Ιστορικά μαθήματα που αγνοήθηκαν - Ο Trump ...ενισχύει την επιρροή της Κίνας
Η ιστορία προσφέρει σαφή μαθήματα που οι Ηνωμένες Πολιτείες αγνοούν σήμερα.
Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πρόεδρος Woodrow Wilson
κατάλαβε ότι η αμερικανική συμμετοχή έπρεπε να είναι ανεξάρτητη και
στρατηγικά σχεδιασμένη ώστε να διασφαλίζει την ικανότητα των ΗΠΑ να
διαμορφώσουν τη μεταπολεμική ειρήνη.
Η στρατηγική του απέδωσε:
οι ΗΠΑ απέκτησαν καθοριστικό ρόλο τόσο στις μάχες όσο και στις
διαπραγματεύσεις για την ειρήνη, ενισχύοντας σημαντικά τη διεθνή τους
θέση.
Σήμερα, η κυβέρνηση Trump αγνοεί αυτήν τη βασική αρχή.
Η προσπάθεια να δημιουργηθεί συμμαχία εκ των υστέρων, με την πρόσκληση χωρών όπως η Κίνα, όχι μόνο μειώνει την στρατηγική επιρροή των ΗΠΑ, αλλά ενισχύει και την εικόνα του Πεκίνου, ως μείζονος δύναμης.
Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα αμερικανικής αδυναμίας και ανάγκης για εξωτερική επικύρωση, αντί για την αποφασιστική, μονομερή στρατηγική που η Ουάσιγκτον επιθυμεί να προβάλλει διεθνώς.
Σύμφωνα με Κινέζους αναλυτές, «η εμπρηστική πολιτική του Ισραήλ έριξε τις ΗΠΑ στον λάκκο των λεόντων».
Η πολιτική των ΗΠΑ και η αβεβαιότητα του Ισραήλ
Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επίσης σοβαρές συνέπειες για το Ισραήλ, έναν από τους κύριους συμμάχους της στην περιοχή.
Οι επανειλημμένες στρατιωτικές και διπλωματικές αποτυχίες των ΗΠΑ μειώνουν την ασφάλεια του Ισραήλ,
καθιστώντας τη χώρα πιο ευάλωτη σε στρατηγικά πλήγματα, όπως η
δυνατότητα του Ιράν να πλήξει κρίσιμες υποδομές, ενεργειακά κέντρα και
στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Η αμερικανική αδυναμία να
διασφαλίσει την κυριαρχία των διεθνών θαλάσσιων οδών ή να επιβάλει
σταθερότητα στα Στενά του Hormuz δεν περιορίζεται μόνο στην πολιτική
εικόνα· θέτει σε πραγματικό κίνδυνο την ασφάλεια του Ισραήλ και των συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή.
Το
Ισραήλ, που εξαρτάται στρατηγικά από τις ΗΠΑ για την προστασία του,
βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με την αναγκαιότητα να αναπτύξει δικά του
μέσα αποτροπής ή να αμφισβητήσει τις αμερικανικές δεσμεύσεις.
Η αδυναμία αυτή υπονομεύει το πλεονέκτημα στρατηγικής σταθερότητας που οι ΗΠΑ διατείνονται ότι προσφέρουν και αποκαλύπτει την υπερβολική εξάρτηση του Ισραήλ από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Οικονομικές και διπλωματικές επιπτώσεις
Η αμερικανική στρατηγική βραδύτητα έχει επίσης επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Το κλείσιμο των Στενών του Hormuz έχει ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, αυξάνοντας την τιμή του πετρελαίου και δημιουργώντας πανικό στις διεθνείς αγορές.
Η
αποτυχία των ΗΠΑ να δημιουργήσουν ένα σταθερό και έγκαιρο πλαίσιο
συμμαχιών ενισχύει την αβεβαιότητα και περιορίζει την ικανότητά τους να
διαμορφώσουν ένα θετικό διπλωματικό αποτέλεσμα.
Αντί για ηγεμονία, οι ΗΠΑ μοιάζουν να αντιδρούν εκ των υστέρων, αδυνατώντας να ελέγξουν την κατάσταση.
Η αμερικανική υστερία και η στρατηγική μαεστρία του Ιράν
Η
ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης αποκαλύπτει μια καθαρή εικόνα
στρατηγικής ανικανότητας από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και, κατά
συνέπεια, μια ενίσχυση της ιρανικής επιρροής.
Το Ιράν, με την ικανότητά του να ελέγχει κρίσιμες ναυτικές αρτηρίες και να εκτελεί στοχευμένες στρατιωτικές ενέργειες, έχει
καταφέρει να δημιουργήσει ένα πλεονέκτημα σε μια σύγκρουση που οι ΗΠΑ
επιχειρούν να ελέγξουν μέσω εκ των υστέρων συμμαχιών.
Το Ισραήλ, παρότι ισχυρό στρατιωτικά, επηρεάζεται άμεσα από αυτήν την αμερικανική στρατηγική αστοχία.
Η
αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να μαθαίνει με καθυστέρηση ότι η
στρατηγική ισχύς δεν είναι απλά ζήτημα τεχνολογίας και στρατιωτικών
πόρων, αλλά και ικανότητας διαχείρισης συμμαχιών και διεθνούς
νομιμοποίησης.
Η Τεχεράνη, αντίθετα, έχει δείξει ότι η
συνδυαστική στρατηγική, η προνοητικότητα και η αποφασιστικότητα
δημιουργούν πραγματικό πλεονέκτημα και ανατροπή των όρων σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αντιμετωπίζουν σοβαρές στρατηγικές προκλήσεις,
αποδεικνύοντας ότι η μονομερής στρατηγική χωρίς στέρεες συμμαχίες δεν
αρκεί για να διασφαλίσει ασφάλεια και επιρροή στη Μέση Ανατολή.