Σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συγκυρία, ο πρώην επικεφαλής των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων Λόιντ Όστιν απηύθυνε δραματική έκκληση προς τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποιώντας τον να μην οδηγήσει τις ΗΠΑ σε ανοιχτή πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν. Σε επιστολή του, φέρεται να τονίζει ότι μια τέτοια σύγκρουση δεν θα περιοριστεί σε τοπικό επίπεδο, αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πολυμέτωπη και μακράς διάρκειας κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζει και ο νυν επικεφαλής του Μεικτού Επιτελείου, Νταν Κέιν, ο οποίος – σύμφωνα με αμερικανικά μέσα όπως το Axios και η The Washington Post – έχει προειδοποιήσει τον Λευκό Οίκο για τον κίνδυνο παρατεταμένης εμπλοκής. Με 93 εκατομμύρια πληθυσμό και ισχυρή περιφερειακή επιρροή, το Ιράν δεν θεωρείται εύκολος αντίπαλος.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Κέιν επεσήμανε ότι τα αμερικανικά αποθέματα οπλισμού έχουν ήδη πιεστεί από τη στήριξη προς το Ισραήλ και την Ουκρανία, ενώ η στήριξη από συμμάχους σε ενδεχόμενη επιχείρηση κατά της Τεχεράνης δεν θεωρείται δεδομένη. Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι για σημαντικές αμερικανικές απώλειες, δεδομένου ότι 30.000 έως 40.000 Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται αναπτυγμένοι σε 8 ή 9 βάσεις στη Μέση Ανατολή – όλοι εντός εμβέλειας ιρανικών πυραύλων και drones, όπως έχει δηλώσει και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Το Ιράν εκτιμάται ότι διαθέτει χιλιάδες βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πολλά από τα οποία έχουν δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Το drone καμικάζι Shahed, για παράδειγμα, έχει χρησιμοποιηθεί εκτενώς στον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, αποδεικνύοντας την επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα. Παράλληλα, η Τεχεράνη φέρεται να έχει αναπτύξει ή δοκιμάσει περισσότερους από 20 τύπους βαλλιστικών πυραύλων διαφορετικού βεληνεκούς.

Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούν επίσης ότι το Ιράν ενδέχεται να έχει ενισχυθεί τεχνολογικά από τη Ρωσία και την Κίνα, αποκτώντας οπλικά συστήματα που δεν έχουν πλήρως αξιολογηθεί από τη Δύση. Επιπλέον, αρκετές χώρες της περιοχής – ακόμη και εκείνες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις – εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε μια νέα στρατιωτική επέμβαση.

Παρότι το ιρανικό οπλοστάσιο έχει δεχθεί πλήγματα τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά τις ισραηλινές επιθέσεις του 2024 και τον σύντομο αλλά έντονο πόλεμο του Ιουνίου 2025, εκτιμάται ότι η Τεχεράνη έχει σε σημαντικό βαθμό αναπληρώσει τα αποθέματά της. Οι ιρανικές αρχές έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση επίθεσης θα πλήξουν όχι μόνο αμερικανικούς στόχους αλλά και συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Τραμπ έχει διαμηνύσει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από τον ίδιο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συμφωνίας με την Τεχεράνη, αλλά προειδοποιώντας πως αν δεν επιτευχθεί διπλωματική λύση «θα είναι πολύ κακή ημέρα» για το Ιράν.

Το ερώτημα που αιωρείται πλέον στην Ουάσινγκτον δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει σύγκρουση, αλλά πόσο εκτεταμένη και πόσο μακροχρόνια θα μπορούσε να γίνει – και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας τέτοιας αναμέτρησης.

europost.gr