Η Ευρώπη ζει ξανά
και μάλιστα πιο έντονα αυτή τη φορά ένα déjà vu πολιτικής και
οικονομικής αστάθειας, με την περίπτωση της Γαλλίας να εξελίσσεται σε
χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι αλληλένδετες κρίσεις χρέους,
κοινωνικών ανισοτήτων και
Η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, βυθίζεται σε ένα εκρηκτικό μείγμα: χαμηλή ανάπτυξη, δημόσιο χρέος που φτάνει το 113% του ΑΕΠ, κοινωνική δυσαρέσκεια και μια κυβέρνηση που στηρίζεται σε μια εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο πρωθυπουργός Francois Bayrou καλείται να περάσει ένα πακέτο σκληρών μέτρων λιτότητας ύψους 43,8 δισ. ευρώ, σε μια προσπάθεια να περιορίσει το έλλειμμα, την ώρα που η μοναδική δαπάνη που αυξάνεται είναι η στρατιωτική.
Το γαλλικό αδιέξοδο
Η απόφαση του Γάλλου προέδρου Emmanuel Macron να επιταχύνει την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2027 —διπλασιάζοντας ουσιαστικά τον στρατιωτικό προϋπολογισμό μέσα σε μια δεκαετία— αποτελεί το σημείο καμπής της κρίσης.
Η
Ουάσιγκτον απαιτεί από τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ να επενδύσουν
περισσότερο στην άμυνα, όμως στο Παρίσι αυτό μεταφράζεται σε περικοπές
συντάξεων, επιδομάτων και θέσεων εργασίας στο Δημόσιο.
Το πολιτικό σκηνικό είναι εύθραυστο: η Εθνοσυνέλευση είναι διχασμένη ανάμεσα στη ριζοσπαστική αριστερά του Jean-Luc Melenchon και το πατριωτικό κόμμα Εθνική Συσπείρωση της Marine le Pen, που δηλώνουν ότι θα ρίξουν την κυβέρνηση αν προωθηθεί το πακέτο λιτότητας.
Τα συνδικάτα ετοιμάζουν γενική απεργία, ενώ η δημοτικότητα του Macron βρίσκεται στο ναδίρ.
Αν το κυβερνητικό σχέδιο απορριφθεί, η Γαλλία οδεύει σε νέες εκλογές και, πιθανότατα, σε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική αβεβαιότητα.
Η Γερμανία στον ίδιο δρόμο
Την ίδια ώρα, η Γερμανία αντιμετωπίζει παρόμοιες πιέσεις.
Το Βερολίνο έχει αυξήσει τις δαπάνες του για άμυνα και υποδομές, δανειζόμενο ποσά-ρεκόρ: από 33 δισ. ευρώ το 2024, σε 81 δισ. φέτος και 126 δισ. το 2029.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η δυναμική αυτή δεν είναι βιώσιμη χωρίς σκληρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος.
Η δημογραφική γήρανση κάνει ακόμα πιο δύσκολη την εξίσωση, καθώς η πίεση για συντάξεις και υγεία μεγαλώνει.
Η άνοδος του πατριωτικού AfD, που πλέον ξεπερνά το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα σε πολλές δημοσκοπήσεις,
αποδεικνύει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μεταφράζεται σε πολιτικές
μετατοπίσεις προς τα άκρα, κάτι που μπορεί να επηρεάσει άμεσα και την
ευρωπαϊκή σταθερότητα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο σε παράλληλη κρίση
Στο Λονδίνο, η κυβέρνηση των Εργατικών του Keir Starmer βρίσκεται αντιμέτωπη με ανταρσίες από το ίδιο της το κόμμα και με μια κοινωνία εξαντλημένη από τα μέτρα λιτότητας.
Το δημόσιο χρέος αγγίζει το 103% του ΑΕΠ, ενώ ο Nigel Farage και το πατριωτικό κόμμα Reform κερδίζουν έδαφος με ρητορική κατά της λιτότητας και υπέρ μιας «Βρετανίας για τους Βρετανούς».
Στις δημοσκοπήσεις προηγούνται με ποσοστό 34%.
Η ευρωπαϊκή αστάθεια ως αμερικανικό πρόβλημα
Η κρίση δεν περιορίζεται στα εσωτερικά των χωρών.
Για τις ΗΠΑ, η ευρωπαϊκή αναταραχή είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας.
Η
Ουάσιγκτον θέλει συμμάχους ικανούς να στηρίξουν στρατιωτικά την
Ουκρανία και να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος στην άμυνα της Ευρώπης.
Ωστόσο,
οι κοινωνικές εκρήξεις και η άνοδος ριζοσπαστικών κομμάτων που
αμφισβητούν την ατζέντα του ΝΑΤΟ κάνουν την αμερικανική στρατηγική όλο
και πιο δύσκολη.
Οι ΗΠΑ πρέπει να είναι δύσπιστες απέναντι στις υποσχέσεις για περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες.
Ακόμα
κι αν οι τωρινές κυβερνήσεις εμφανίζονται πρόθυμες, οι πολιτικές
πιέσεις στο εσωτερικό τους μπορεί σύντομα να καταστήσουν ανέφικτη την
τήρηση των δεσμεύσεων.
Το σκληρό δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: να συνεχίσει σε μια πορεία λιτότητας με κίνδυνο κοινωνικών εκρήξεων,
ή να προχωρήσει σε πιο «χαλαρή» δημοσιονομική πολιτική, που όμως θα
αυξήσει το χρέος και θα διαβρώσει την εμπιστοσύνη στις αγορές.
Η
Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί: με κυβερνήσεις
αποδυναμωμένες, κοινωνίες σε οργή και γεωπολιτικές πιέσεις που δεν
αφήνουν περιθώρια αναβολής.
Το αν θα καταφέρει να βρει μια
σταθερή πορεία, θα καθορίσει όχι μόνο την οικονομική της ανθεκτικότητα,
αλλά και τη θέση της στο διεθνές σύστημα ισχύος τα επόμενα χρόνια.