>

ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑ, ΕΝΑΣ ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ...

Η επωνυμία και το όνομα είναι λέξεις των οποίων το νόημα και η αξία θεωρούνται τόσο αυτονόητα, ώστε να μην απασχολούν κανέναν, και μόνον σε μια διαδικασία αληθινής αυτογνωσίας που συσχετίζει το άτομο με το περιβάλλον του (και όχι ομφαλοσκόπησης) μπορεί να διερευνηθεί το περιεχόμενό τους και η σχέσης τους.

Το όνομα είναι μια ουσιώδης λειτουργία για τον άνθρωπο,
πέρα από την πρόχειρη διαπίστωση ότι χρησιμεύει για τη διοικητική καταχώρηση και αναγνώριση των ανθρώπων σε κρατικά έγγραφα. Το όνομα βαίνει παράλληλα με την αυτοσυνείδηση του ανθρώπου και εξ αιτίας της, είναι αυτό που χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει το άτομο από τη μάζα. Κατά βάθος, μέσω του ονόματος λειτουργεί μία οικειότητα με τον ίδιο τον εαυτό και το περιβάλλον. Θεραπεύει την αποξένωση που δημιουργεί η μαζικότητα ή το αγελαίο, γιατί το πλήθος δεν προσφέρει πάντοτε οικειότητα και ασφάλεια, αλλά απώλεια της ταυτότητας, κάτι συγγενές με τον θάνατο (όπως τον ερμηνεύουμε). Δεν είναι τυχαίο ότι σε ό,τι αγαπάμε (ζώο, φυτό ή ενίοτε και πράγμα) δίνουμε όνομα για να εκδηλώσουμε αγάπη ή ευχαρίστηση.
Αυτή είναι η υγιής όψη του ονόματος. Αλλά υπάρχουν και οι στρεβλώσεις όπως σε καθετί. Η επωνυμία είναι συχνά μία από αυτές. Όταν το όνομα χρησιμοποιείται ως μέσον εξουσίας και επιβολής στους άλλους, τότε είναι στρέβλωση της φύσης του. Η εξουσιαστικότητα εκφράζεται τόσο από τους επωνύμους όσο και από αυτούς που τους προβάλλουν, γιατί η εξουσιαστικότητα είναι ένα φαινόμενο που συνήθως λειτουργεί δικτυακά. Το πόσο γνωστός είναι κάποιος στους άλλους μερικές φορές εξαρτάται από το πόσο ικανός ή ηθικός είναι, αλλά αυτό είναι σπάνιο. Συνήθως, η επωνυμία είναι αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης προβολής στα μέσα ενημέρωσης που καθιστά κάποιον ορατό αλλά και περιβεβλημένο με κύρος, ασχέτως του τι περιεχόμενο έχει το κύρος αυτό. Από αυτό το σημείο και μετά η επωνυμία καθίσταται εμπόδιο για τα ονόματα των υπολοίπων ανθρώπων, δημιουργεί τα δικά της πρότυπα που επιβάλλει αποκλείοντας άλλα και, ενώ αρχικά ως όνομα προκαλεί μια οικειότητα με την κοινωνία, έπειτα εμπεδώνει μία αποξένωση και ακραία αντικοινωνικότητα, γιατί παθητικοποιεί τους ανθρώπους και δεν ευνοεί κανενός είδους διάλογο μαζί τους και μέσα τους, παρά μόνον επιβάλλεται ως αυθεντία.
Η ανθρώπινη κοινωνία πάντοτε έπασχε από την τάση για αυθεντία και, παραδόξως, αυθεντία ακόμη και των ανωνύμων, γιατί η ίδια η ανωνυμία δεν εγγυάται και απουσία της τάσης για αυθεντία και κοινωνική επωνυμία. Αυτές οι στρεβλώσεις έχουν σαν βάση τους τη μεταβολή της τάσης για ασφάλεια σε κυριαρχία.
Τα επιμέρους αίτια που οδηγούν στην επιδίωξη της επωνυμίας μπορούν να ποικίλλουν, από το οικονομικό όφελος και την ψυχολογική ανάγκη για προβολή μέχρι την ωμή κυριαρχία. Το ζήτημα είναι ότι η επωνυμία, όπως έχει διαμορφωθεί με αμετροέπεια, μετριότητα και ανοησία, εμποδίζει την κοινωνικότητα και την αυτογνωσία των ανθρώπων ως ατόμων και ως κοινωνίας, γιατί δημιουργεί μύθους και φαντασιώσεις κάθε είδους. Έχει καταλήξει ένα μέσον προπαγάνδας που αντιστρατεύεται τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες. Συνήθως, δεν έχει αξιακό περιεχόμενο, επειδή κάτι τέτοιο θα εμπεριείχε κριτήρια για μία ουσιώδη αξιολόγηση του επωνύμου ατόμου. Αλλά αυτό που έχει αξία είναι το ίδιο το γεγονός της επωνυμίας, γιατί δείχνει την ικανότητα για προβολή του ονόματος και εικάζεται ότι δεν μπορεί παρά να κρύβει κάποια αληθινή αξία. Η πορεία αξιολόγησης, δηλαδή, γίνεται αντίστροφα: αντί η αξία να καθιστά κάποιον επώνυμο, είναι η επωνυμία που δίνει αξία σε ό,τι λέει ή κάνει. Σε αυτό δεν φταίνε μόνον οι επώνυμοι αλλά η ίδια η κοινωνία με τα πρότυπα που έχει δεχθεί και τις επιθυμίες της που καθορίζουν την κοινωνική ζωή.

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται σε μέγιστο βαθμό από την ασθένεια της επωνυμίας, ενώ την ίδια στιγμή αυτή η επωνυμία σε πλείστες περιπτώσεις δεν έχει βάθος αποτελώντας μόνον μία κενή κοινωνική επιτυχία. Γι’ αυτόν εξάλλου τον λόγο τα πρόσωπα ξεχνιούνται πολύ εύκολα και το αποτύπωμά τους τελικά είναι από μηδενικό έως αρνητικό στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο όλος αυτός κύκλος της επωνυμίας δείχνει την ουδετεροποίηση και τη μαζικοποίηση των ανθρώπων αλλά και ένα είδος μοναξιάς ή αποξένωσης που οδηγεί κάποιον να ζει φαντασιακά μέσα από τη φαντασμαγορία της ζωής άλλων, των επωνύμων – εκεί οδήγησε η υπερβολική ιδιώτευση ως πρότυπο ζωής, που αντί να θεραπεύσει και να αυξήσει τις σχέσεις, τις εκμηδένισε. Έτσι, το αληθινό όνομα ξαναχάνεται μέσα από αυτή τη διαδικασία της εξάρτησης από τους επωνύμους και ο άνθρωπος ξανακαθίσταται αγελαίος με έμμεσο τρόπο. Αλλά και ο επώνυμος χάνει το αληθινό όνομά του, επειδή η εξάρτηση από την επωνυμία τον οδηγεί σε προσαρμογές τέτοιες που τον βοηθούν να τη διατηρήσει, απεμπολώντας την αληθινότητα του εαυτού του. Ακριβώς αντίστροφο παράδειγμα αποτέλεσε ο αρχαίος ρωμαίος Κιγκινάτος που, προτού λήξει ο χρόνος της θητείας του ως δικτάτορος, παρέδωσε την εξουσία μόλις νίκησε στρατιωτικά τους εχθρούς (εντός 17 ημερών!) και ξαναγύρισε στα χωράφια του με λιτότητα χωρίς καμμία επιδίωξη εξουσίας και προβολής. Εξάλλου, οι πρώτοι βασιλείς της αρχαίας Ρώμης όπως ο Νουμάς Πομπήλιος ασκούσαν το λειτούργημά τους όντας εν ενεργεία γεωργοί και χωρίς να εγκαταλείπουν τη γεωργία. Αυτό όμως το παράδειγμα, που σήμερα φαίνεται ακραίο, δείχνει και το τεράστιο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην ορθότητα (που έχει καταντήσει σκέτη θεωρία) και τη στυγνή πραγματικότητα.
Η οικονομική και εξαρτησιογόνα επιρροή της επωνυμίας δημιουργεί ανταγωνισμούς και έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση  της προβολής άλλων ατόμων. Έτσι υποβαθμίζονται οι κοινωνικές διεργασίες, οι οποίες δεν είναι κάτι αφηρημένο ή φιλολογικό αλλά ουσιώδεις ωθήσεις της κοινωνικής ζωής είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Η δυνατότητα για αληθινότητα των σχέσεων χάνεται και τα επιβαλλόμενα πρότυπα είναι αντικοινωνικά.
Το χειρότερο είναι ότι η επωνυμία αποκλείει οποιαδήποτε άλλη αξία ή ιδέα που μπορεί να καθορίσει το μέλλον, γιατί ο θόρυβός της και η αποκλειστικότητα που επιβάλλει είναι τέτοια που συγκαλύπτουν ο,τιδήποτε άλλο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επωνυμία είναι ένας εύσχημος τρόπος αποκλεισμού των “αρίστων” και του μέλλοντος - στην εποχή μάλιστα που ο αποκλεισμός θεωρείται έγκλημα.
Για να διορθώσουμε τα πράγματα, θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσουμε τη φύση του ονόματος και της κοινωνικής ανωνυμίας. Όταν αυτά τα δύο, όνομα και ανωνυμία, συμπέσουν, τότε το πρόβλημα θα λυθεί και θα γίνει δυνατή μία ασφαλής οικειότητα ανάμεσα στους ανθρώπους – πράγμα που, βέβαια, προς το παρόν και για μεγάλο μήκος χρόνου  θα είναι ολότελα αδύνατον. Η επιδίωξη της ανωνυμίας όχι ως συνέπεια παθητικότητας ή μειονεξίας αλλά ως ηθελημένη αφιλοδοξότητα απαιτεί τέτοια εμπιστοσύνη στην εσωτερική αξία του ανθρώπου, του ίδιου και των άλλων, που η επωνυμία χάνει τη σημαντικότητά της και η βασική επιδίωξη του ανθρώπου είναι πλέον η πληρότητα και η απλότητα. Αυτό προς το παρόν αποτελεί μία ουτοπία που όμως μπορεί να χρησιμεύσει ως οδοδείκτης για τις δυνατότητες του μέλλοντος.
Σε καμμία περίπτωση τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η επωνυμία είναι από τη φύση της επιβλαβής. Υπάρχει μία περίπτωση κατά την οποία η επωνυμία δεν αποτελεί φυλακή και είναι επωφελής για την κοινωνία: όταν η επωνυμία δεν επιβάλλεται ως αυθεντία και δεν εκμεταλλεύεται τις ανθρώπινες αδυναμίες και επιθυμίες, αλλά έχει αξιακό περιεχόμενο που απελευθερώνει και θεραπεύει τις ανθρώπινες σχέσεις.

(Μέρος του κειμένου «Μεγάλες Ιδέες: Όμοιες λέξεις, αντίθετα οράματα»)
Ιούνιος 2016
Ιωάννα Μουτσοπούλου
Μέλος της ΜΚΟ Σόλων

(solon.org.gr)

Related Posts