Οι «κονιάκηδες». (Ανάμνηση, αρκετά χρόνια πριν).[Αναδημοσίευση]


Ο Κλεισθένης γράφει.
 Πρώτο ταξίδι στον τόπο μου με την Σοφία, δεν έχει ξαναπάει. Θα της γνωρίσω τους δικούς μου.

-         Σοφία, ξύπνα όπου να ‘ναι φτάνουμε.
-         Ακόμη δεν ξημέρωσε;
-         Αυτό σκέπτομαι, είναι πολύ νωρίς για να πάμε σπίτι, ο πατέρας μου σίγουρα θα ‘ναι ξύπνιος, θα πίνει καφέ αλλά λυπάμαι την κακομοίρα τη μάνα μου.
-         Και τι θα κάνουμε;
-         Έχω μια ιδέα, θα πάμε για καφέ να περάσει λίγο η ώρα και μετά πάμε στο σπίτι.
-         Ναι, αλλά που θα πάμε τέτοια ώρα Νίκο μου;
-         Ξέρω ένα μέρος που θα σ’ αρέσει αλλά θα μπεις στα «βαθειά».
-         Δηλαδή;
-         Πάμε και θα δεις.
Φτάσαμε, το κρύο είναι τσουχτερό, αφήνουμε τα πράγματά μας στο πρακτορείο και παίρνουμε τον δρόμο  για το καφενεδάκι.
Μια χαμοκέλα, ένα χαμηλοτάβανο καφενείο με μια ξυλόσομπα στη μέση.
     -   Τι είναι εδώ;
-         Πάμε και θα δεις.
Μπαίνουμε σκύβοντας, η πόρτα είναι χαμηλή.
-         Καλημέρα.
Ακούγονται ταυτόχρονα πολλές καλημέρες απ’ τους θαμώνες του καφενείου, τους «κονιάκηδες» όπως τους έλεγαν.
-         Ουρέ Νίκου ΄μ, που ‘σνα τόσου γκαιρό πιδί ‘μ;
-         Γεια ‘ς μπαρμπα-Θουμά, πως είσι;
-         Καλά πιδί ‘μ, κάτστι να σας κιράσου.
-         Εεε, μπάρμπα Θουμά είμαστι κι ‘μεις ιδώ.
-         Α, ούλα κι ούλα, ου Νίκους είνι γειτονόπλου ‘μ, μιτά θα κιράστι ισείς.
Καθόμαστε σ’ ένα τραπεζάκι, η Σοφία μου λέει σιγά στ’ αυτί. «Νίκο πως μιλάτε έτσι; Μού ‘ρχεται να βάλω τα γέλια». «σσσσστ» της απαντάω.
-         Καφετζήήή, δύου καφέδις και δύου κονιάκια.
-         Ιέφτασέϊ.
Πίνω λίγο καφέ.
-         Σν υγειά ‘ς μπάρμπα-Θουμά.
-         Σν υγειά σας πιδιά ‘μ.
Ξανά στο αυτί μου η Σοφία. «Νίκο σταμάτα να μιλάς έτσι, θα βάλω τα γέλια, φοβάμαι μη με παρεξηγήσουν» Της απαντάω. «γέλα όσο θέλεις, εδώ τα αθώα γέλια δεν τα παρεξηγούνε».
-         Τι σ΄ λέει η κουπέλα Νίκου ‘μ; Αρβνιαστκιά ‘σ είνι;
-         Ναι!, μ’ λέει γιατί μιλάμι έτς, είνι απν Αθήνα, δι γκαταλαβαίνι.
-         Να ζήστι πιδιά ‘μ. Άσι να τς που ιγώ γιατί.
Καταλαβαίνω ότι ο μπαρμπα-θωμάς θα πει μια ιστορία και κάνω νόημα στην Σοφία να μη μιλάει μόνο να ακούει. Είναι δύσκολο γι’ αυτήν να καταλάβει το γλωσσικό μας ιδίωμα, είναι όμως Ελληνικά και με λίγη προσπάθεια μέσες άκρες θα καταλάβει.
-         Κουρίτσι ‘μ η θκιά μας η μλιά είνι τ’ φτουχού, τ’ αδικημέν, η θκιά σας είνι τ’ διαόλ. Νια φουρά μι πήγανι στου δικαστήριου. Ικεί μιλάγανι τ’ γκαλή τ’ γλώσσα, τ’ακαταλαβίστκα, τα δικηγουρίστκα. Μου ‘πανι ουότ’ ψάριβα παράνουμα. Χουρίσανε Νίκου ‘μ τ’ θάλασσα σι οικόπιδα, αυτά είνι θκα μας κι δι μπουρείς να ψαρέιψς. Ου επόπτς τς αλιείας ζήτ'σι να μι καταδκάσνι. Τρακόις δραχμές πρόστιμου. Τά ‘δουσι η γναίκα ‘μ για να μ’ αφήσνι. Χουρίς τσιγάρου ου Θουμάς, μόμναν τα πιδιά νηστκά.
Αναστενάζει.
-         Άιντι γειά μας, να πάνι κατ τα φαρμάκια.
Σηκώνει το ποτήρι με το κονιάκ, κάνουμε το ίδιο.
-         Μιτά ιέμαθα ουότ ου επόπτς ήθιλι μπαξίς για να μ’ απαλάξ. Μουόλις του ‘πα στν αγουρά μ’ βάλανι τ’ ριτσινιά. Κουμουνιστής ου Θουμάς. Ιγώ κουμουνιστής τι δλειά έχου μ’ αφνούς, αυτούνοι είναι μουρφουμένοι, ξέρνι γράμματα. Δι βγάζουμι μιρουκάματου κουρίτσι ‘μ, ικεί π’ ψαρέβουμι διν υπάρχνι ψάρια. Υπάρχνι μέρις π’ μένουμι νηστκιοί. Τ’ άδικου του λέμι μι τ’θκιά μας τ’μιλιά.
-         Ας τα πιδιά ουρέ Θουμά, τα ζάλισις, Να κιράσου κι ‘γώ δύου κονιακάκια;
-         Γεια ΄ς ουρέ καφετζή, βάλε ‘μ κι ‘μένα ιένα.
-         Ουόχι άλλου Θουμά είνι προυί.
-         Ιένα στιρνό, θα φύγου, θα πάου για δλειά. Πουλύ κρύου, τραβιέτι τ’ άτιμου.
Σε λίγο φεύγουμε για το πατρικό μου. Η Σοφία είχε καταλάβει τι είπε ο μπαρμπα-Θωμάς, ανακάλυψε για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας άλλης Ελλάδας, μιας Ελλάδας των φτωχών, αγράμματων αλλά και γνήσιων ανθρώπων. Μιας παραμελημένης Ελλάδας. Μια αδικημένης και προδομένης Ελλάδας.


Υ/Φ Στο κείμενο χρησιμοποιώ το γλωσσικό ιδίωμα γιατί μόνο αυτούσιο μπορεί να εκφράσει τα όσα λέγονται.