Οι “ψευταράδες”.




Γράφει ο Κλεισθένης.

Εξιστορώ πραγματικά γεγονότα που μου 'ρχονται στη μνήμη.
Μερικές δεκαετίες πίσω, σε μια επαρχιακή πόλη.
Είναι πρωί, ο μεγαλύτερος αδελφός μου έχει πάει στο σχολείο. Εγώ είμαι μικρότερος γιαυτό είμαι ακόμη στο σπίτι.
Με φωνάζει η μάνα μου και μου λέει.
“Επειδή έχω δουλειές, πάρε το σκαμνάκι σου και πήγαινε να κάτσεις εκεί με τους δύο ψαράδες”.
Πράγματι, παίρνω το σκαμνάκι μου και τραβώ για 'κει που μου 'πε η μάνα μου.
Οι δυο ψαράδες κάθονταν στον βαθύ ίσκιο ενός αρχοντικού σπιτιού. Το σπίτι ήταν πανύψηλο, τρίπατο με κατώι. Φοβόμουνα να το πλησιάσω επειδή, όπως πίστευα, θα 'πεφτε και θα με πλάκωνε. Ήταν, για τα δικά μου παιδικά μάτια, τεράστιο.
Όταν έφτασα εκεί που κάθονταν οι ψαράδες, πλησίαζα αργά-αργά, προσπαθώντας να νικήσω τον φόβο μου.
Με είδαν οι ψαράδες και με μια φωνή μου είπαν. “Καλώς τον το μικρό”, “έλα κάτσε”.
“Φοβάμαι πως θα πέσει το σπίτι και θα με πλακώσει” απάντησα.
“Μη φοβάσαι, το σπίτι έχει γερά θεμέλια, είναι πάνω από εκατό χρονών”.
Δεν πολυκατάλαβα τι σήμαιναν θεμέλια και εκατό χρονών, παρόλα αυτά πήγα κοντά τους, έστησα το σκαμνάκι μου και κάθισα.

Οι δυο ψαράδες, τους έβλεπα συχνά, έφτιαχναν τα παραγάδια καθισμένοι στον ίσκιο. Φορούσανε πουκάμισα με τα μανίκια τριπλοδιπλωμένα μέχρι το μπράτσο, παντελόνια με τα μπαντζάκια τριπλοδιπλωμένα μέχρι τα γόνατα κι αυτά και ένα κομμάτι σκοινί για ζωνάρι στη μέση.
Άρχισαν να με ρωτάνε ποιανού είμαι, πως με λένε και τα τοιαύτα.
Τους απάνταγα πρόθυμα και έτσι έσπασε ο πάγος. Τους παρακολουθούσα πως έδεναν τ' αγκίστρια, πως τα δόλωναν, πως μάζευαν την πετονιά προσεκτικά μην μπερδευτεί.
Πέρασε έτσι κάμποση ώρα όταν ο ένας ψαράς μου λέει, “θες να γίνεις ψαράς”;
“Αμέ” του απαντώ.
“Τότε πρέπει να μάθεις να δένεις τ' αγκίστρια”, “να! Έτσι”. "πιάνεις τ' αγκίστρι με τόνα χέρι, με τ' άλλο γυρνάς την πετονιά και στο τέλος περνάς την άκρη μέσα απ' την θηλιά”, “την σφίγγεις και είναι έτοιμο”.
Μια και δυο αρχίζω να δοκιμάζω, τρύπησα κανα δυο φορές τα δάκτυλά μου αλλά τελικά τα κατάφερα, έδειξα όλος καμάρι το αποτέλεσμα.
“Μπράβο μικρέ” μου ΄πε ο ένας ψαράς, “ξέρει όμως η θάλασσα έχει πολλά κινδύνια”.
“Ξέρεις τι έπαθα τις προάλλες”; “Πήδηξε μες στην βάρκα μου ένα μεγάλο ψάρι με μεγάλο στόμα και κοφτερά δόντια, ήθελε να με φάει”.
“Τι να 'κανα”;
Σηκώνομαι ορθός και με ένα θεατρικό τρόπο παράστασης του λέω, “να 'παιρνες το καμάκι και να το σκότωνες”.
“Μπράβο μικρέ” “αυτό έκανα και μετά επειδή δεν ήταν καλό ψάρι το πέταξα στην θάλασσα”.
Πετάγεται ο άλλος ψαράς και μου λέει, “μην τον πιστεύεις μικρέ, τα φαντάζεται, είναι ψεύτικα”.
Συνεχίζει, “εγώ να δεις τι έπαθα”, “έπεσε μια μπουμπούνα, μια 'στραπή πάνω στο κατάρτι και έπιασε φωτιά το πανί της βάρκας”, “Τι να 'κανα”;
“Να 'παιρνες με τον κουβά νερό απ' τη θάλασσα και να την έσβηνες” του απαντάω, κάνοντας την σχετική αναπαράσταση.
“Μπράβο μικρέ, αυτό έκανα”.
Με την σειρά του ο άλλος ψαράς μου λέει, “αυτός κι αν λέει ψέμματα, τα 'δε στον ύπνο του”.
Άρχισα να αναρωτιέμαι τι ήταν αληθινό και τι ψεύτικο στα όσα έλεγαν οι δυο ψαράδες. Τότε ακούστηκε η φωνή της μάνας μου που με καλούσε να πάω σπίτι. Πήρα το σκαμνάκι μου και ξεκίνησα για το σπίτι. Όταν έφτασα ρώτησα τη μάνα μου μήπως και καταλάβω αυτά που μου είχαν πει οι ψαράδες. Η απάντησή της ήταν, “ψαράδικες ιστορίες γιόκα μου”.
Επειδή δεν με ικανοποίησε η απάντησή της περίμενα τον πατέρα μου για να τον ρωτήσω.
Το μεσημέρι μ' έβαλε για ύπνο αλλά που; περίμενα ξάγρυπνος τον πατέρα μου, περίμενα απαντήσεις για τα όσα άκουσα απ' τους ψαράδες.
Πράγματι όταν ήρθε σηκώθηκα απ' το κρεβάτι και του είπα, “μπαμπά, σήμερα πήγα εκεί που κάθονταν οι ψαράδες και έφτιαχναν τα παραγάδια”
“Στους ψευταράδες”; μου λέει,”και τι έγινε”;
Του αφηγούμαι τις ιστορίες που μου είπαν και περίμενα απάντηση.
Με πήρε αγκαλιά, με 'βαλε στο κρεβάτι και μου είπε, “όλοι οι άνθρωποι βλέπουν με τα μάτια ανοιχτά, μερικοί όμως βλέπουν και με κλειστά τα μάτια, έχουν άλλα μάτια που δεν φαίνονται”
Δεν πολυκατάλαβα τι εννοούσε αλλά τα βλέφαρά μου βάρυναν τόσο πολύ που αποκοιμήθηκα. Μου 'μειναν όμως οι απορίες. Πολύ αργότερα κατάλαβα τι έλεγαν οι ψαράδες, τι μου είπε η μάνα μου και τι ο πατέρας μου.

Έτσι μεγαλώσαμε στην επαρχία. Τα μικρά παιδιά, εκτός απ' τους γονείς τους, είχαν προστάτες όλη την γειτονιά.


Υ/Φ. Όποιος διαβάζει τα κειμενάκια μου, πιθανά θα νομίσει ότι ωραιοποιώ τα γεγονότα, ότι εξιδανικεύω τα πρόσωπα. Πράγματι και τότε υπήρχαν πολλά κακά στραβά κι ανάποδα, εμείς δεν τα βλέπαμε γιατί ήμασταν μικρά παιδιά. Υπήρχε όμως και ένας ηθικός κώδικας που δεν τολμούσε να τον παραβεί κανένας. Οι γέροι, οι χήρες και τα ορφανά, οι αδύναμοι και τα παιδιά έχαιραν “ιερής” ασυλίας. Όσοι πατούσαν τον ηθικό αυτόν κώδικα είχαν την γενική κατακραυγή και η φτωχική κοινωνία, της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα, τους έβαζε στο περιθώριο.

Related Posts