Ο “πατούσας”.


Γράφει ο Κλεισθένης.
Είναι γνωστό αυτό που λέει ο λαός, “ο τρελός του χωριού”. Στην πραγματικότητα σε κάθε χωριό ή μικρή πόλη της επαρχίας, παλιότερα υπήρχαν οι γνωστοί σε όλους γραφικοί-τρελοί. Αυτοί δεν ήταν τρελοί, που έχρηζαν κάποιας θεραπείας, ζούσαν απλά στον δικό τους κόσμο. Συνήθως δεν πείραζαν κανένα, δεν μετείχαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή, ήταν απομονωμένοι αν και είχαν απλές καθημερινές επαφές με τους άλλους συμπολίτες τους, όχι τίποτε σοβαρό, απλά μία “καλημέρα”, ένα “τι κάνεις”; κτλ.
Σήμερα η νεολαία τους χαρακτηρίζει με την φράση “αυτός είναι αλλού”.

Στις γειτονιές της επαρχιακής πόλης που αναφέρομαι υπήρχαν τρεις ομάδες μικρών παιδιών. Τα πολύ μικρά, όσα δεν πήγαιναν καν σχολείο, τα μεσαία ή γαβριάδες και τα μεγάλα, που σοβάρευαν επειδή πήγαινα στο λύκειο ή εργάζονταν και είχαν άλλα ενδιαφέροντα.
Τα μικρά έπαιζαν, αγόρια κορίτσια μαζί, κοντά στο σπίτι τους με την επίβλεψη των μανάδων.
Οι γαβριάδες, σαν αγόρια έπαιζαν χωριστά απ' τα κορίτσια, μιας και τα παιγνίδια τους ήταν πολύ διαφορετικά.
Τα μεγαλύτερα έπαιζαν ποδόσφαιρο ή πηγαινοέρχονταν στον κεντρικό δρόμο, το λεγόμενο “νυφοπάζαρο”.
Οι γαβριάδες που θα μας απασχολήσουν γυρνούσαν τις γειτονιές να κλέψουν κανένα κορόμηλο για να φάνε, κανένα σύκο μέχρι που καμιά φορά τους έπιανε διάρροια ή να κάνουν καμία σκανταλιά.
Αυτοί λοιπόν οι διαβολίσκοι όταν συναντούσαν κάποιον απ' τους γραφικούς-τρελούς, τον πείραζαν και γελούσαν μαζί του.
Συνήθως οι γραφικοί-τρελοί το διασκέδαζαν και συμμετείχαν ευχάριστα στα όσα έκαναν οι γαβριάδες.
Έναν λοιπόν απ' τους γραφικοτρελούς τον έλεγαν κοροϊδευτικά “πατούσα” επειδή ήταν πολύ ψηλός, περπατούσε αργά με μεγάλα βήματα και φορούσε μεγάλα παπούτσια.
Κανένας δεν ήξερε το πραγματικό του όνομα, πιθανά ούτε ο ίδιος.
Τον είχε ο Δεσπότης για τις μικροδουλειές της επισκοπής, δεν ξέρω αν είχε μισθό (ποιος έπαιρνε τότε μισθό;) αλλά του εξασφάλιζε το καθημερινό του γεύμα καθώς κι ένα κρεβάτι να κοιμάται στο σπιτάκι μέσα στην επισκοπή, στην άκρη του κήπου. Πάντα αχτένιστος, μουσάτος και απόμακρος αλλά καλός και αγαθός σαν αρνάκι.
Οι γαβριάδες όταν τον συναντούσαν άρχιζαν να φωνάζουν ομαδικά και ρυθμικά, “πα-τού-σα, πα-τού-σα”.
Αυτός άρχιζε να τους κυνηγά, με το αργό και μεγάλο βηματισμό του, λέγοντας “δεν θα σας πιάσω; θα δείτε!”
Ποιος μπορούσε να πιάσει τους γαβριάδες που έτρεχαν σαν τον άνεμο, παρόλα αυτά, ένας κάθε φορά προσποιούνταν ότι δεν μπορούσε να τρέξει και έτσι ο “πατούσας” τον έπιανε.
Σήκωνε το χέρι του, πού 'μοιαζε με κουπί και το κατέβαζε με ορμή στην αρχή αλλά όταν πλησίαζε στο κεφάλι του παιδιού σταματούσε και η παλάμη του ίσα που ακούμπαγε τα μαλλιά του παιδιού. Ταυτόχρονα φώναζε δυνατά, “να! Κι αυτή”, “να! Και τούτη”. Αφού έκανε όλο αυτό το θεατρικό δυο τρεις φορές άφηνε τον γαβριά να φύγει, όλοι οι γαβριάδες μαζί λύνονταν στα γέλια και το αξιοπρόσεχτο γελούσε μαζί τους και ο “πατούσας”.
Μια φορά ο “πατούσας” πήγε σε γειτονική πόλη όπου δεν τον ήξερε κανένας, εκεί λοιπόν όταν είδε παιδιά μαζεμένα να παίζουν, τα πλησίασε και τους είπε “δεν πιστεύω να με φωνάξετε κι εσείς “πατούσα”, γιατί ...”, αυτό ήταν, τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά “πα-τού-σα, πα-τού-σα”. Το είχε στο αίμα του, ήθελε να τον πειράζουν τα παιδιά, το απολάμβανε, χαιρότανε την επαφή του με τα παιδιά.
Αυτός ήταν ο “πατούσας”, αυτή ήταν η ήρεμη, απλή και όμορφη ζωή για τα παιδιά στην επαρχία.

Related Posts