>

Το τέλος της μεταεθνικότητας;

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Λουόμενοι»Η  ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας και η «εθνική ταπείνωση»Του Πολυμέρη Βόγλη

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης σαν ένα εγχείρημα επαναθεμελίωσής της ως μεταεθνικής οντότητας. Μετά το 1945 δρομολογήθηκαν διαδικασίες υπέρβασης του έθνους-κράτους, τόσο στη Δυτική όσο και (με διαφορετικούς, όμως, όρους) στην Ανατολική Ευρώπη. Το παρελθόν του Παγκοσμίου Πολέμου λειτούργησε  ως κινητήρια δύναμη για τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Η λογική ήταν απλή: η στενότερη οικονομική συνεργασία θα μείωνε τις αντιπαλότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και, κατ’ επέκταση, θα μείωνε τον κίνδυνο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού, πολέμου στην Ευρώπη.

Παράλληλα, στην πραγματικότητα που είχε δημιουργήσει η διαίρεση της Ευρώπης σε δύο εχθρικά στρατόπεδα,  η απειλή του αντιπάλου λειτουργούσε ως παράγοντας συσπείρωσης και σταθερότητας. Η στενότερη συνεργασία και η υπέρβαση του έθνους-κράτους  υποσχόταν τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη. Στη Δυτική Ευρώπη η διαδικασία ενοποίησης είχε ως κριτήριο ένταξης νέων κρατών την ύπαρξη κοινοβουλευτικών δημοκρατικών θεσμών — οι οποίοι λειτουργούσαν σε αντίστιξη με τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Για τους λαούς της Νότιας Ευρώπης που είχαν βρεθεί κάτω από δικτατορικά καθεστώτα, η πρόσδεση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή τυχόν εκτροπών. Η (δυτικο)ευρωπαϊκή ενοποίηση υποσχόταν τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις «μεταπολιτεύσεις» της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Ταυτόχρονα, η ένταξη των φτωχότερων χωρών του Νότου στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης προσέδωσε στο όλο εγχείρημα ακόμη πιο φιλόδοξες διαστάσεις: στόχος δεν ήταν μόνο η οικονομική συνεργασία αλλά και η οικονομική σύγκλιση, δηλαδή η μείωση των ανισοτήτων μεταξύ φτωχών και πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών. Η οικονομική σύγκλιση, για τις φτωχότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ήταν συνδεδεμένη με την υπόσχεση της ευμάρειας.

Μετά το 1989 και τον τερματισμό της διαίρεσης της Ευρώπης, η απειλή ενός γενικευμένου πολέμου είχε εξαλειφθεί και οι δημοκρατικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί εδραιώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Απέμενε μόνο η πραγματοποίηση της υπόσχεσης της ευμάρειας, μέσω της οικονομικής ενοποίησης, για τη δημιουργία μιας ενωμένης Ευρώπης. Ωστόσο, η πορεία προς την οικονομική ενοποίηση με την ταυτόχρονη διεύρυνση προς Ανατολάς υπήρξε ανομοιόμορφη: κάποιες χώρες εντάχθηκαν στο ευρώ, κάποιες άλλες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ κάποιες άλλες έμειναν στον προθάλαμό της. Η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης αντικαταστάθηκε από την ιδέα μιας Ευρώπης πολλών «ταχυτήτων», δηλαδή αποκλεισμών και διακρίσεων. Η ενοποίηση συνέχιζε να προωθεί την ιδέα μιας μεταεθνικής Ευρώπης, αλλά σε αυτή τη νέα Ευρώπη δεν θα ήταν όλοι ίσοι.

Σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα βρέθηκε ενταγμένη στο «κλαμπ των ισχυρών». Αυτή η ένταξη αποτύπωνε μέχρις ενός σημείου και πραγματικές αλλαγές που είχαν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και τις προσδοκίες που αυτές καλλιεργούσαν. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η σύγκλιση στον τρόπο ζωής και τις καταναλωτικές συνήθειες, η πύκνωση των επαφών και των ανταλλαγών με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η αύξηση της κινητικότητας για σπουδές και εργασία διαμόρφωναν μια μεταεθνική αντίληψη του εαυτού για όλο και περισσότερους Έλληνες. Το βασικό στοιχείο αυτής της μεταεθνικής αντίληψης του εαυτού ήταν η αίσθηση μιας ταυτόχρονα διαφορετικότητας αλλά και ισότητας με τους άλλους «ισχυρούς» Ευρωπαίους. Η επίκληση της ελληνικής «ιδιαιτερότητας» ή ο φόβος για την απώλεια της εθνικής ταυτότητας, που κάποιοι επίμονα καλλιεργούσαν, δεν οδήγησε στην απόρριψη της μεταεθνικής, ευρωπαϊκής ταυτότητας. Άλλωστε, η ίδια η ευρωπαϊκή ταυτότητα κατασκευαζόταν βασισμένη στη διαφορετικότητα — το σύνθημα των ευρωπαϊκών φορέων της εποχής ήταν «όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι».  Η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος εξακόντισε, σε φαντασιακό επίπεδο, μια αίσθηση ισότητας μεταξύ των «πρώην» φτωχών του Νότου και των πλούσιων του Βορρά. Άλλωστε, η γραμμή μεταξύ πλουσίων και φτωχών είχε αναδιαταχθεί με το κριτήριο της συμμετοχής στο ευρώ. Η Ελλάδα ως χώρα-μέλος του ευρώ ήταν μεταξύ των «ισχυρών» και «πλούσιων» χωρών της Ευρωζώνης. Η υπόσχεση της ευμάρειας φαινόταν να έχει, επιτέλους, εκπληρωθεί,  καλλιεργώντας την αίσθηση της υπεροχής (ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας») και της ασφάλειας (ο μύθος της «θωρακισμένης οικονομίας»). Όλα αυτά μέχρι το 2010…

Η οικονομική κρίση διέψευσε βίαια αυτές τις υποσχέσεις και προσδοκίες. Ωστόσο, εκείνη που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις και αναζωπύρωσε την αναδίπλωση στο έθνος-κράτος ήταν η πολιτική της Γερμανίας. Σε πολλές χώρες που βρίσκονται στο φάσμα της οικονομικής κρίσης πληθαίνουν  σήμερα οι φωνές που στρέφονται όχι μόνο κατά της Μέρκελ αλλά κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνολικά. Αυτό συνέβη γιατί η ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας αμφισβήτησε με τον πιο άμεσο τρόπο την ισότητα μεταξύ των κρατών-μελών, δημιουργώντας εύλογα σε πολλούς λαούς την αίσθηση της «εθνικής ταπείνωσης». Επιπλέον, αυτή η αίσθηση εντάθηκε από το γεγονός της επιβολής (συχνά με τον εκβιασμό της χρεοκοπίας) οικονομικών μέτρων.  Όλα αυτά έφεραν στην επιφάνεια τη θεμελιώδη αντίφαση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως μεταεθνικού εγχειρήματος: ενώ η οικονομική ενοποίηση συμφωνείται και προωθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολιτική νομιμοποίησή της εξακολουθεί να συντελείται σε εθνικό επίπεδο.

Με άλλα λόγια, αυτό που γίνεται αντιληπτό ως «εθνική ταπείνωση» είναι στην πραγματικότητα η απουσία πολιτικής νομιμοποίησης στα μέτρα που εφαρμόζονται ή και επιβάλλονται στην Ελλάδα και η αντίδραση στην ηγεμονική πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης που εδραιώνει σχέσεις ανισότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται η ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας θα υποθάλπεται ως αντίδραση η ρητορική της «εθνικής ταπείνωσης», τροφοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο τους εθνικούς ανταγωνισμούς που κατέστρεψαν την Ευρώπη στο παρελθόν.

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Πηγή:

Related Posts