Σε θρίλερ εξελίσσεται η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ, καθώς τα πρώτα exit polls καταγράφουν οριακή επικράτηση της αντιπολίτευσης υπό τον Gadi Eisenkot έναντι του Benjamin Netanyahu.
Την ίδια στιγμή, εντυπωσιακή ήταν η προσέλευση των ψηφοφόρων
Σύμφωνα με το μεγάλο εκλογικό δείγμα (exit poll) του News 12, το μπλοκ του Eisenkot καταγράφει οριακό προβάδισμα συγκεντρώνοντας 52 έδρες, ενώ το μπλοκ του Netanyahu ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής με 50 έδρες.
Παράλληλα, τα αραβικά κόμματα εξασφαλίζουν συνολικά 18 έδρες, εξέλιξη που αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις μετεκλογικές ισορροπίες.
Σημειωτέον, το κόμμα Likud του πρωθυπουργού Netanyahu κερδίζει την πρωτιά, αλλά το μπλοκ των αντιπάλων του συγκεντρώνει περισσότερες έδρες συνολικά.
Η εκλογική διαδικασία είχε πρωτοφανή μαζικότητα, με τις ουρές και τη συμφόρηση στα εκλογικά τμήματα σε ολόκληρη τη χώρα να αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της ημέρας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, έως τις 20:00 το βράδυ, η συμμετοχή άγγιξε το 74,3%, ξεπερνώντας ήδη το τελικό ποσοστό των εκλογών του 2022 (71,3%).
Η δυναμική της προσέλευσης είχε φανεί από νωρίς το πρωί, καθώς στις 10:00 π.μ. η συμμετοχή βρισκόταν στο 16,68% (το υψηλότερο ποσοστό για αυτή την ώρα από το 1981), ενώ στις 14:00 εκτινάχθηκε στο 44,9% (έναντι 38,9% στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση).


Καταγγελίες για νοθεία
Ο Mansour Abbas, επικεφαλής του κόμματος Ενωμένη Αραβική Λίστα, γνωστού και με το εβραϊκό ακρωνύμιο Ra’am, κατηγόρησε σήμερα τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu ότι «ψεύδεται», κατηγορώντας την αραβική μειονότητα για εκλογική νοθεία.
«Ο Benjamin Netanyahu ψεύδεται και προβαίνει σε εμπρηστικές δηλώσεις εναντίον της Ενωμένης Αραβικής Λίστας, χρησιμοποιώντας την ως μέσο εκφοβισμού, προκειμένου να κινητοποιήσει τους δεξιούς ψηφοφόρους και να τους ωθήσει να προσέλθουν στις κάλπες», δήλωσε ο Abbas σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του.
Νωρίτερα, ο Netanyahu επανέλαβε τις επιθέσεις του εναντίον των αραβικών κομμάτων, ισχυριζόμενος ότι ορισμένα από αυτά επιχειρούσαν να «κλέψουν τις εκλογές».
Οι δηλώσεις του έγιναν μετά την ανακοίνωση συλλήψεων ατόμων που θεωρούνται ύποπτα για απόπειρα δωροδοκίας ψηφοφόρων.
Από την πλευρά του, το κόμμα του Eisenkot, βασικού αντιπάλου του Netanyahu, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι «προετοιμάζει το έδαφος» για να αμφισβητήσει το εκλογικό αποτέλεσμα σε περίπτωση ήττας.
Ο Netanyahu δήλωσε ότι «τρεις ανώτεροι αξιωματούχοι» του κόμματος συνελήφθησαν στο νότιο Ισραήλ, έχοντας στην κατοχή τους φακέλους γεμάτους μετρητά.
Ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, Din Livne, χαρακτήρισε το περιστατικό «ασυνήθιστο» κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε σήμερα το πρωί.
Όπως ανέφερε, «η αστυνομία συνέλαβε άτομα που επιχειρούσαν να δωροδοκήσουν ψηφοφόρους, ακόμη και πριν αυτοί φτάσουν στα εκλογικά τμήματα».
Διευκρίνισε ότι οι ύποπτοι, των οποίων τα στοιχεία δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, δεν βρίσκονταν εντός των εκλογικών τμημάτων, αλλά συνελήφθησαν κοντά στις κατοικίες τους. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα για την υπόθεση.
«Δεν έχουν αναφερθεί άλλα περιστατικά αυτού του είδους στη χώρα. Πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση», υποστήριξε.
Αργότερα, η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι τρία άτομα συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς θεωρούνται ύποπτα για απόπειρα δωροδοκίας ψηφοφόρων υπέρ του κόμματος Ra’am.
«Οι ερευνητές της Νότιας Περιφέρειας κατέσχεσαν περισσότερα από 24.000 σέκελ (περίπου 6.950 ευρώ) σε μετρητά.
Τα πέντε πιθανά σενάρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης στο Ισραήλ
Το ισραηλινό Ynet δημοσίευσε αναλυτική έκθεση σχετικά με τα βασικά σενάρια για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης στο Ισραήλ.
Όπως επισημαίνεται, οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι περίπλοκοι, γεγονός που θα μπορούσε να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις για αρκετές εβδομάδες.
Όπως συμβαίνει και στον πόλεμο, έτσι και στην πολιτική, οι εξελίξεις μπορεί να είναι απρόβλεπτες και γεμάτες ασάφειες. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της αποψινής ψηφοφορίας (Τρίτη), ενδέχεται να προκύψουν πολλαπλά σενάρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο ιστότοπος Ynet, η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Yedioth Ahronoth, εξετάζει τα βασικά ενδεχόμενα.
Ωστόσο, οι σύνθετες πολιτικές συνθήκες στο Ισραήλ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να προκύψουν και άλλες εκδοχές.
Πρώτο σενάριο: Αλλαγή κυβέρνησης
Σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, κανένας από τους δύο πολιτικούς συνασπισμούς δεν αναμένεται να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών.
Ως εκ τούτου, η υλοποίηση αυτού του σεναρίου θα αποτελούσε έκπληξη.
Εάν, ωστόσο, ο Συνασπισμός της Αλλαγής καταφέρει να ανατρέψει τις προβλέψεις και να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 61 εδρών, αναμένεται να σχηματίσει κυβέρνηση με τη συμμετοχή του κόμματος Yashar, με επικεφαλής τον Gadi Eisenkot, του κόμματος Together, με επικεφαλής τον Naftali Bennett, του κόμματος Yisrael Beiteinu, με επικεφαλής τον Avigdor Lieberman, καθώς και του Δημοκρατικού Κόμματος, με επικεφαλής τον Yair Golan.
Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες στους κόλπους του συνασπισμού και την απροθυμία των Bennett και Lieberman να υποστηρίξουν τον Eisenkot, εάν ο συνασπισμός εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 61 εδρών και το κόμμα Yashar του Eisenkot αναδειχθεί πρώτο σε αριθμό εδρών, ο ίδιος αναμένεται να αναλάβει την πρωθυπουργία.
Δεύτερο σενάριο: Κυβέρνηση Netanyahu
Το δεύτερο σενάριο αποτελεί το αντίθετο του πρώτου και, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, θεωρείται ακόμη λιγότερο πιθανό.
Σε αυτή την περίπτωση, το μπλοκ υπό τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu, αρχηγό του κόμματος Likud, θα εξασφάλιζε εκ νέου την πλειοψηφία των 61 εδρών, διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις και τις σχετικές προβλέψεις.
Εφόσον επαληθευτεί αυτό το ενδεχόμενο, η σημερινή κυβέρνηση θα ανασχηματιστεί, με τη συγκρότηση συνασπισμού στον οποίο θα συμμετέχουν το Likud, τα υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα με επικεφαλής τους Aryeh Deri και Yaakov Asher, το κόμμα Jewish Power, με επικεφαλής τον Itamar Ben-Gvir, καθώς και το Religious Zionist Party, με επικεφαλής τον Bezalel Smotrich.
Στον κυβερνητικό συνασπισμό θα μπορούσε επίσης να συμμετάσχει το κόμμα Amach Yisrael, με επικεφαλής τον Ofer Winter.
Εάν, όμως, το συγκεκριμένο κόμμα δεν καταφέρει να υπερβεί το εκλογικό όριο, η συγκέντρωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας από τον Netanyahu θα γίνει δυσκολότερη.
Τρίτο σενάριο: Κυβέρνηση μειοψηφίας
Εάν ο Συνασπισμός της Αλλαγής καταφέρει να εξασφαλίσει εβραϊκή πλειοψηφία, ο σχεδιασμός του Eisenkot προβλέπει τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας.
Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, για τον σχηματισμό κυβέρνησης δεν είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η απόλυτη πλειοψηφία των 61 μελών της Knesset.
Αρκεί να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία κατά την ψηφοφορία για την ανάδειξη της κυβέρνησης, ακόμη και με μία μόνο ψήφο διαφορά.
Ο Eisenkot έχει δηλώσει ότι δεν πρόκειται να προσεγγίσει τα αραβικά ή τα υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα, ούτε να τους υποσχεθεί ανταλλάγματα ή να υπογράψει συμφωνίες μαζί τους.
Ωστόσο, για να επικρατήσει ο Συνασπισμός της Αλλαγής στην κρίσιμη ψηφοφορία, θα πρέπει τα αραβικά κόμματα να απόσχουν και να μην καταψηφίσουν την πρόταση σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο Eisenkot εκτιμά ότι τα αραβικά κόμματα δεν θα σταθούν εμπόδιο στην απομάκρυνση του Netanyahu από την εξουσία.
Το βασικό πρόβλημα αυτού του σεναρίου είναι ότι μια κυβέρνηση μειοψηφίας, ακόμη κι αν σχηματιστεί, θα εξαρτάται από την ανοχή ή την υποστήριξη αραβικών κομμάτων ή υπερορθόδοξων Ασκενάζι κομμάτων.
Οι συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση χωρίς να συμμετέχουν σε αυτήν, επιδιώκοντας ανταλλάγματα κυρίως σε ζητήματα προϋπολογισμού και υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.
Εάν ο Eisenkot αρνηθεί να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, όπως έχει ήδη δηλώσει, μια τέτοια κυβέρνηση ενδέχεται να καταρρεύσει σύντομα. Παρ' όλα αυτά, ο Συνασπισμός της Αλλαγής φαίνεται διατεθειμένος να επιδιώξει την απομάκρυνση του Netanyahu ακόμη και μέσω του σχηματισμού μιας προσωρινής κυβέρνησης.
Ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο είναι ο Avigdor Lieberman, ο οποίος έχει εκφράσει την αντίθεσή του στη δημιουργία κυβέρνησης μειοψηφίας. Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια κυβέρνηση θα κατέρρεε γρήγορα, επιτρέποντας στον Netanyahu να επιστρέψει ισχυρότερος στις επόμενες εκλογές.
Εάν ο Lieberman παραμείνει σταθερός στη θέση του, το συγκεκριμένο σενάριο δεν θα μπορέσει να υλοποιηθεί.
Τέταρτο σενάριο: Κυβέρνηση εθνικής ενότητας
Ένα ακόμη πιθανό ενδεχόμενο είναι ο κατακερματισμός της πολιτικής σκηνής, ιδίως λόγω της αύξησης του αριθμού των αραβικών κομμάτων, να μην επιτρέψει σε κανένα από τα δύο πολιτικά μπλοκ να προσεγγίσει την πλειοψηφία των 61 εδρών.
Σε αυτή την περίπτωση, ο Netanyahu και ο Eisenkot θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με εναλλαγή στην πρωθυπουργία.
Το ενδεχόμενο αυτό, για το οποίο ο Ben-Gvir φέρεται να προκάλεσε σήμερα πολιτική αντιπαράθεση, παραμένει ανοιχτό, παρότι και οι δύο πλευρές έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους σε μια τέτοια προοπτική.
Πρόσωπο-κλειδί στην προσπάθεια προώθησης αυτού του σχεδίου θα μπορούσε να είναι ο πρόεδρος του Ισραήλ, Isaac Herzog.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, προσπάθειες για την προώθηση της συγκεκριμένης λύσης φέρεται να έχει καταβάλει και ο Donald Trump.
Πέμπτο σενάριο: Νέες εκλογές
Εάν ο συνασπισμός του Netanyahu εξασφαλίσει μεγαλύτερη υποστήριξη από τον Συνασπισμό της Αλλαγής, χωρίς ωστόσο να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Knesset, η πολιτική κρίση ενδέχεται να παραταθεί.
Εφόσον κανένα κόμμα δεν αποχωρήσει από τον συνασπισμό του για να ενταχθεί στον αντίπαλο πολιτικό σχηματισμό, το Ισραήλ θα μπορούσε να οδηγηθεί σε νέες εκλογές.
Σε αυτή την περίπτωση, ο Netanyahu θα εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως πρωθυπουργός επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης για μερικούς ακόμη μήνες.
Αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα
Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή διαθέτει οκτώ ημέρες από την ημέρα των εκλογών για να ανακοινώσει τα επίσημα αποτελέσματα στην Knesset.
Με βάση το χρονοδιάγραμμα που περιγράφεται στο δημοσίευμα, η σχετική προθεσμία εκπνέει την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου.
Ωστόσο, η επιτροπή εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρώσει την καταμέτρηση όλων των ψήφων και θα έχει ανακοινώσει τα τελικά αποτελέσματα έως το μεσημέρι της Πέμπτης.
Ως εκ τούτου, η 26η Knesset αναμένεται να συνεδριάσει για πρώτη φορά την Τρίτη 10 Νοεμβρίου, δύο εβδομάδες μετά την ημέρα των εκλογών.
Η ουσιαστική πολιτική μάχη, ωστόσο, θα ξεκινήσει όταν η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή παραδώσει τα επίσημα αποτελέσματα στον πρόεδρο του Ισραήλ, Isaac Herzog.
Στη συνέχεια, ο Herzog θα αρχίσει να καλεί εκπροσώπους όλων των πολιτικών παρατάξεων στην προεδρική κατοικία, προκειμένου να ακούσει τις εισηγήσεις τους σχετικά με το πρόσωπο που θα πρέπει να λάβει την εντολή σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης.
Σύμφωνα με τον νόμο, ο πρόεδρος οφείλει, εντός επτά ημερών το πολύ, να αναθέσει την εντολή στον υποψήφιο που κρίνει ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Συνήθως, πρόκειται για τον υποψήφιο που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη υποστήριξη από τις πολιτικές παρατάξεις.
Ο υποψήφιος που λαμβάνει αρχικά την εντολή διαθέτει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την προθεσμία για έως και 14 επιπλέον ημέρες.
Εάν ο πρώτος υποψήφιος αποτύχει, ο πρόεδρος έχει δύο επιλογές: είτε να αναθέσει την εντολή σε άλλο υποψήφιο, συνήθως από το αντίπαλο πολιτικό μπλοκ, για διάστημα 28 ημερών χωρίς δυνατότητα παράτασης, είτε να ανακοινώσει ότι δεν υπάρχουν πλέον προοπτικές σχηματισμού κυβέρνησης.
Στη δεύτερη περίπτωση, αρχίζει μια περίοδος 21 ημερών, κατά την οποία 61 μέλη της Knesset μπορούν να υποβάλουν γραπτό αίτημα στον πρόεδρο, ζητώντας να ανατεθεί η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τις υπογραφές 61 βουλευτών θα έχει στη διάθεσή του 14 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Εάν, παρά τις παραπάνω διαδικασίες, δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός και η ορκωμοσία κυβέρνησης, η Knesset θα διαλυθεί αυτομάτως και το Ισραήλ θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές.
Ωστόσο, με βάση την εμπειρία των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι μια νέα προσφυγή στις κάλπες θα οδηγήσει σε ουσιαστικά διαφορετικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Στη σκιά του Ιράν
Εν προκειμένω αξίζει να επισημανθεί πως η βασική διαφορά ανάμεσα στις αντιλήψεις του Netanyahu και του Eisenkot για την ασφάλεια γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο ζήτημα του Ιράν.
Ο Netanyahu θεωρεί ότι η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης αποτελεί έναν εφικτό και αναγκαίο στόχο και υποστηρίζει την εξαπόλυση ενός «ολομέτωπου πολέμου» για την επίτευξή του.
Ο Eisenkot, αντίθετα, δηλώνει ρητά ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «δεν αποτελεί εφικτό στόχο».
Όπως προκύπτει, ο Eisenkot υποστηρίζει τη στρατηγική της «εκστρατείας μεταξύ πολέμων», μια προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με τη θεωρία του Netanyahu περί «διαρκούς πολέμου».
Με άλλα λόγια, ενώ ο Benjamin Netanyahu προσεγγίζει την ασφάλεια του Ισραήλ μέσα από το πρίσμα της «απόλυτης νίκης» και της εξάλειψης των εχθρικών δυνάμεων, ο Gadi Eisenkot, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF) και ηγετική φυσιογνωμία του κόμματος Yashar, στηρίζει τη στρατηγική του σκέψη σε μια διαφορετική λογική: στη διαχείριση των απειλών κατά τη διάρκεια περιόδων σχετικής ηρεμίας, προτού αυτές παγιωθούν και εξελιχθούν σε μόνιμη πραγματικότητα.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δεν αφορά τόσο τους βασικούς στόχους ασφαλείας, καθώς αμφότεροι επιδιώκουν να περιορίσουν τις εχθρικές δυνάμεις που απειλούν το Ισραήλ, μεταξύ των οποίων και το Ιράν, καθώς και να καταστρέψουν τη στρατιωτική ισχύ της Hamas.
Η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στις μεθόδους που προκρίνουν, στον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουν κινδύνους και στον βαθμό ευθύνης που αναλαμβάνουν για τις αποφάσεις τους.
Ο Eisenkot εκπροσωπεί μια «ριζοσπαστική εναλλακτική» στη στρατηγική αντίληψη του Netanyahu, γνωστού και ως Bibi, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ειρηνιστής.
Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική προσέγγιση επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το ισραηλινό δόγμα ασφάλειας, μετατοπίζοντάς το από τον «πόλεμο ως μόνιμη κατάσταση» στον «πόλεμο ως περιοδικό εργαλείο». Αυτή είναι και η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στις στρατηγικές αντιλήψεις των δύο ανδρών για την εθνική και στρατιωτική ασφάλεια.
Σημειωτέον, ο 66χρονος Eisenkot, πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων που έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο της Γάζας, εισήλθε στην πολιτική μόλις πριν από τέσσερα χρόνια και προσχώρησε στο πολεμικό συμβούλιο του Netanyahu μετά την επίθεση της Hamas, αλλά παραιτήθηκε οκτώ μήνες αργότερα.
H διαδικασία
Οι κυβερνητικοί συνασπισμοί αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο των βουλευτικών εκλογών στο Ισραήλ, καθώς κανένα κόμμα δεν έχει εξασφαλίσει ποτέ αυτοδύναμη πλειοψηφία στην Knesset.
Αυτή τη φορά, όμως, η απομάκρυνση του Netanyahu από την εξουσία θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή των αραβικών κομμάτων.
Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και το 2021, όταν το κόμμα Raam έγινε το πρώτο αραβικό κόμμα που συμμετείχε σε κυβερνητικό συνασπισμό, συμβάλλοντας στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Naftali Bennett και, στη συνέχεια, από τον Yair Lapid.
Η πολιτική αβεβαιότητα έρχεται έπειτα από τέσσερα ταραχώδη χρόνια υπό την ηγεσία του Netanyahu.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός του είναι ο πρώτος εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες που ολοκληρώνει μια πλήρη τετραετή θητεία.
Στο διάστημα αυτό, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σειρά από δραματικές εξελίξεις:
Την απόπειρα αναμόρφωσης του δικαστικού συστήματος, η οποία πυροδότησε μαζικές διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή εκατομμυρίων πολιτών, κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2023.
Την τρομοκρατική επίθεση της Hamas στις 7 Οκτωβρίου 2023 και την κρίση των ομήρων.
Τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα και, αργότερα, στον Λίβανο.
Τις πρώτες απευθείας στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συμμετέχουν στο πλευρό του Ισραήλ.
Με εξαίρεση τους επίσημους Ισραηλινούς εκπροσώπους που υπηρετούν στο εξωτερικό, όλοι οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι κλήθηκαν να ψηφίσουν αυτοπροσώπως.
Περίπου 500.000 Ισραηλινοί ζουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί επέλεξαν να επιστρέψουν αεροπορικώς στη χώρα τους, προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτές τις κρίσιμες εκλογές.
Κάθε ψηφοφόρος έχει δικαίωμα να επιλέξει ένα μόνο κόμμα.
Από τα 37 κόμματα που συμμετείχαν στην εκλογική αναμέτρηση, όσα συγκεντρώσουν τουλάχιστον το 3,25% των ψήφων θα λάβουν αναλογικά αντίστοιχο αριθμό εδρών στην Κνεσέτ, η οποία διαθέτει συνολικά 120 έδρες.

Οι εκλογικοί συνδυασμοί κατατέθηκαν έως τις 8 Σεπτεμβρίου, παρουσιάζοντας στους ψηφοφόρους τους υποψηφίους που μπορούν να εκλεγούν, ανάλογα με το ποσοστό που θα συγκεντρώσει κάθε κόμμα.
Το εκλογικό όριο του 3,25% καθιστά ιδιαίτερα δύσκολες τις ακριβείς προβλέψεις για την τελική κατανομή των εδρών.
Το εάν τα κόμματα που κινούνται κοντά στο όριο θα καταφέρουν τελικά να το ξεπεράσουν και να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τέσσερις έδρες μπορεί να μεταβάλει σημαντικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και, κατά συνέπεια, τις πιθανές κυβερνητικές συμμαχίες.
Τα μικρότερα κόμματα μπορούν επίσης να αποσπάσουν ψήφους από άλλα κόμματα. Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος οι ψήφοι τους να μη μεταφραστούν σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, εάν δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο.
Για τον λόγο αυτό, οι ηγέτες τους ενδέχεται να αποφασίσουν να αποσυρθούν από την εκλογική αναμέτρηση, ώστε να ενθαρρύνουν τους υποστηρικτές τους να ψηφίσουν συγγενικά πολιτικά κόμματα που δεν κινδυνεύουν να μείνουν εκτός Knesset.
Αυτό έκανε ο Benny Gantz, επικεφαλής του κόμματος Μπλε και Λευκό, λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές.
Όταν οι ίδιοι οι ηγέτες δεν λαμβάνουν μια τέτοια απόφαση, οι επικεφαλής των μεγαλύτερων κομμάτων συχνά επιχειρούν να τους πείσουν να αποσυρθούν.
Ο Netanyahu έχει καλέσει δημόσια τον Ofer Winter, ηγέτη του νεοσύστατου ακροδεξιού κόμματος Αμχά Γισραέλ, να αποσύρει την υποψηφιότητά του, επιδιώκοντας να αποτρέψει την πιθανή απώλεια δεκάδων χιλιάδων ψήφων της δεξιάς.
Τα βήματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης
Μετά την ολοκλήρωση της καταμέτρησης των ψήφων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Isaac Herzog, λαμβάνει τις εισηγήσεις των πολιτικών αρχηγών και επιλέγει τον υποψήφιο που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει κυβέρνηση.
Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει ως υποψήφιος στις εκλογές και βρίσκεται ακόμη στο δεύτερο μισό της επταετούς θητείας του ως αρχηγός του κράτους.
Ο υποψήφιος που θα λάβει την εντολή διαθέτει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας κατά 14 ημέρες.
Εάν αποτύχει, ο πρόεδρος έχει στη διάθεσή του τρεις ημέρες για να επιλέξει δεύτερο υποψήφιο, ο οποίος διαθέτει επίσης 28 ημέρες, χωρίς δυνατότητα παράτασης.
Εάν αποτύχει και ο δεύτερος υποψήφιος, η υφιστάμενη Knesset μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο να αναθέσει την εντολή σε άλλο μέλος του κοινοβουλίου.
Εάν δεν το πράξει, η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές και η διαδικασία ξεκινά από την αρχή.
Στο μεταξύ, ο Netanyahu παραμένει στην εξουσία ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, με περιορισμένες αρμοδιότητες.
Οι πρωταγωνιστές της εκλογικής αναμέτρησης
Ο Benjamin Netanyahu, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, επεχείρησε να επικρατήσει για έβδομη φορά σε εκλογική αναμέτρηση από τότε που ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία, το 1996.
Έχει διατελέσει πρωθυπουργός επί 19 χρόνια και αποτελεί μία από τις πλέον πολωτικές προσωπικότητες της εκλογικής αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από τις επιμέρους πολιτικές συζητήσεις.
Παρά το γεγονός ότι επί χρόνια αυτοπροβαλλόταν ως «Mr. Security» («Κύριος Ασφάλεια»), ο Netanyahu βρισκόταν στην ηγεσία της χώρας κατά τη φονικότερη επίθεση που έχει δεχθεί ποτέ το Ισραήλ από την ίδρυσή του.
Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι ακολούθησε μια στρατηγική διαχείρισης της παρουσίας της Hamas στη Γάζα, χωρίς να προβλέψει και να αποτρέψει τη φονική εισβολή της 7ης Οκτωβρίου.
Οι υποστηρικτές του, από την άλλη πλευρά, επιρρίπτουν την ευθύνη σε άλλους αξιωματούχους ασφαλείας και επικαλούνται τα αποτελέσματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων που ακολούθησαν.
Μεταξύ άλλων, αναφέρονται στη σημαντική αποδυνάμωση της Hamas και της Hezbollah, καθώς και στα πλήγματα κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Στις 18 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, εξέφρασε για πρώτη φορά δημόσια την υποστήριξή του σε Ισραηλινό υποψήφιο, χαρακτηρίζοντας τον Netanyahu «μεγάλο πολεμιστή πρωθυπουργό» και, ακόμη περισσότερο, σημαντικό «εταίρο για την ειρήνη» στην αντιμετώπιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Έναν χρόνο νωρίτερα, η δημοτικότητα του Trump μεταξύ των Ισραηλινών είχε αυξηθεί σημαντικά, μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα και απελευθέρωσης ομήρων, τον Οκτώβριο του 2025.
Η κυβέρνησή του είχε συμβάλει στη διαμεσολάβηση για την επίτευξη της συμφωνίας, η οποία εξασφάλισε την επιστροφή των ομήρων που παρέμεναν στη Γάζα.
Ωστόσο, έως τον Ιούλιο, μετά την εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και την υπογραφή μνημονίου κατανόησης που ανέστειλε προσωρινά τον πόλεμο, λιγότερο από το ένα τρίτο των Ισραηλινών θεωρούσε ότι η ασφάλεια του Ισραήλ αποτελούσε «κεντρική προτεραιότητα» για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι η δημόσια υποστήριξη του Trump προς τον Netanyahu ενδέχεται να έχει περιορισμένη επίδραση στους εκλογικούς συσχετισμούς, καθώς οι δημοσκοπήσεις παραμένουν σταθερές.
Ο Gadi Eisenkot, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), αποτελεί έναν από τους βασικούς αντιπάλους του Netanyahu.
Διαθέτει σημαντική στρατιωτική εμπειρία και γνωρίζει από πρώτο χέρι το ανθρώπινο κόστος των πολεμικών συγκρούσεων των τελευταίων τριών ετών.
Τον Δεκέμβριο του 2023 έχασε τον γιο του στον πόλεμο στη Γάζα.
Οι πρώην πρωθυπουργοί Naftali Bennett και Yair Lapid έχουν ενώσει εκ νέου τις δυνάμεις τους, επιδιώκοντας να αναβιώσουν τη συνεργασία του 2021. Εκείνη η συνεργασία, αν και βραχύβια, είχε οδηγήσει στην απομάκρυνση του Netanyahu από την πρωθυπουργία.
Το κοινό τους κόμμα, Μπεγιαχάντ («Μαζί»), υπό την ηγεσία του Bennett, υποστηρίζει σταθερά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Ισραηλινών, την κατάργηση των μονοπωλίων και τη σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου.
Ο Lapid εισήλθε στην πολιτική το 2012, έπειτα από μια πορεία στη δημοσιογραφία.
Ο Bennett ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως επικεφαλής του γραφείου του Netanyahu και στη συνέχεια διετέλεσε υπουργός Οικονομίας, Θρησκευτικών Υποθέσεων, Υποθέσεων Διασποράς, Παιδείας και Άμυνας.
Στην εκλογική αναμέτρηση συμμετείχαν επίσης αρκετές προσωπικότητες που αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στους μετεκλογικούς συσχετισμούς:
Avigdor Lieberman: Πρώην υπουργός Άμυνας επί Netanyahu και σημερινός αντίπαλός του.
Ηγείται του κοσμικού και σκληροπυρηνικού κόμματος Γισραέλ Μπεϊτενού («Το Ισραήλ είναι το σπίτι μας») και αποτελεί σταθερή παρουσία στην ισραηλινή πολιτική εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Aryeh Deri: Ηγείται του Σας, το οποίο κυριαρχεί στην εκλογική εκπροσώπηση των Σεφαραδιτών υπερορθόδοξων Εβραίων.
Itamar Ben-Gvir: Υπουργός Εθνικής Ασφάλειας και επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Οτσμά Γιεχουντίτ.
Bezalel Smotrich: Υπουργός Οικονομικών και ηγέτης του κόμματος Θρησκευτικός Σιωνισμός, το οποίο υποστηρίζει έντονα την επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη.
Mansour Abbas: Ηγείται του αραβικού κόμματος Ραάμ, το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί και πάλι καθοριστικό, εάν κανένα από τα δύο πολιτικά μπλοκ δεν εξασφαλίσει 61 έδρες.
Yair Golan: Πρώην υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου των IDF και σημερινός επικεφαλής του αριστερού κόμματος Δημοκράτες.
Yoaz Hendel: Πρώην υπουργός Επικοινωνιών επί Netanyahu και επικεφαλής του κόμματος Έφεδροι.
Τα κρίσιμα διακυβεύματα για το μέλλον του Ισραήλ
Η αβεβαιότητα γύρω από τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με θεμελιώδη και αλληλένδετα ερωτήματα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η ταυτότητα της χώρας ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, η εθνική ασφάλεια, οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες και τους Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, η θέση της στη διεθνή κοινότητα και οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο κατά τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας του Trump όσο και κατά τη θητεία του διαδόχου του.
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, οι Ισραηλινοί θεωρούν ότι δύο παράγοντες επηρεάζουν περισσότερο την εκλογική τους επιλογή: η στάση των κομμάτων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, καθώς και οι θέσεις τους για την οικονομία και το κόστος ζωής.
Ακολουθούν οι θέσεις των κομμάτων σχετικά με την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και τη σχέση θρησκείας και κράτους.
Παρότι κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της 37ης κυβέρνησης εκατομμύρια Ισραηλινοί διαδήλωναν κατά των προτεινόμενων δικαστικών «μεταρρυθμίσεων», οι οποίες, σύμφωνα με τους επικριτές τους, αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της δικαστικής εξουσίας, σήμερα μόλις το 18% των Ισραηλινών θεωρεί τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος σημαντικό παράγοντα για την επιλογή του στην κάλπη.
Οι εκλογές θα αποτελέσουν μια δοκιμασία για το κατά πόσο θα επικρατήσει η τάση εσωστρέφειας που ενισχύθηκε στο Ισραήλ μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου ή η επιθυμία των πολιτών για πολιτική αλλαγή.
Ωστόσο, η υπαρκτή πιθανότητα να μην καταφέρει ούτε ο Netanyahu ούτε η αντιπολίτευση να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες 61 έδρες σημαίνει ότι η μελλοντική πορεία του Ισραήλ, καθώς και οι σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, ενδέχεται να παραμείνουν αβέβαιες ακόμη και κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2027.
www.bankingnews.gr