Ευρώπη: Η Γερμανία αδειάζει την Kallas, τάσσεται υπέρ των επαφών με την Ρωσία...

 Σεισμικό ρήγμα στην Ευρώπη: Η Γερμανία αδειάζει Kallas, τάσσεται υπέρ των επαφών με Ρωσία - Ιστορική συνάντηση με τον LavrovΗ πρόσκληση των ΗΠΑ προς τον πρόεδρο της Ρωσίας Vladimir Putin για τη σύνοδο των G20 στο Μαϊάμι φέρνει στην επιφάνεια μια ολοένα πιο εμφανή διαφωνία στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου: από τη μία βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι χωρίς

απευθείας επαφή με τη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική λύση στον πόλεμο της Ουκρανίας και, από την άλλη, όσοι εξακολουθούν να επενδύουν στην απομόνωση της Μόσχας.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Johann Wadephul τάχθηκε υπέρ της αμερικανικής απόφασης να προσκληθεί ο Ρώσος πρόεδρος στη σύνοδο της 14ης και 15ης Δεκεμβρίου.
Μάλιστα ο ίδιος είχε το Σάββατο (26/9/2026) συνάντηση με τον Ρώσο ομόλογό του Sergey Lavrov στη Νέα Υόρκη.
Πρόκειται για την πρώτη συνάντηση υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών εδώ και 4,5 χρόνια.
lavrov_3_1.jpg

Μιλώντας στην Οτάβα, ο Wadephul χαρακτήρισε την πρόσκληση ευκαιρία για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Vladimir Putin είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε «σοβαρές διαπραγματεύσεις», τονίζοντας ότι τέτοιες δυνατότητες πρέπει να αξιοποιούνται.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από τη Γερμανία, μία από τις χώρες που έχουν στηρίξει περισσότερο την Ουκρανία από το 2022.
Δεν πρόκειται, επομένως, για αλλαγή στρατοπέδου, αλλά για αναγνώριση μιας βασικής πραγματικότητας της διπλωματίας: ακόμη και οι πιο δύσκολες συγκρούσεις τελειώνουν τελικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται ασφαλώς και για μία δήλωση, που γίνεται υπό το βάρος της έντονης πολιτικής πίεσης, που ασκεί στην κυβέρνηση Merz το πατριωτικό κόμμα AfD που σαρώνει στις δημοσκοπήσεις ενώ κέρδισε τον Σεπτέμβριο 2026 τις εκλογές σε δύο γερμανικά κρατίδια.
Παρόμοια στάση κράτησε και η υπουργός Εξωτερικών του Καναδά Anita Anand.
Παρότι η απόφαση της Ουάσιγκτον την αιφνιδίασε, δεν υποστήριξε μποϊκοτάζ της συνόδου και έδωσε έμφαση στη διατήρηση της δυνατότητας διαλόγου με τη Ρωσία.
Η θέση αυτή απέχει αισθητά από τη λογική ότι κάθε επαφή με τη Μόσχα συνιστά πολιτική υποχώρηση.
wade_1.jpg
Johann Wadephul

Ο Lavrov είχε συνάντηση με τον Γερμανό ΥΠΕΞ, η πρώτη επαφή Μόσχας - Βερολίνου μετά από 4,5 χρόνια

Η συνάντηση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Sergey Lavrov με τον Γερμανό ομόλογό του Johann Wadephul στο περιθώριο της 81ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ
 στις 26/9/2026 αποτελεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερη συμβολική και πολιτική σημασία.
Σύμφωνα με το TASS, οι δύο υπουργοί συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας παραμένουν εξαιρετικά τεταμένες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των ευρύτερων γεωπολιτικών διαφορών.
Η επαφή αυτή είναι η πρώτη συνάντηση του Sergey Lavrov με Γερμανό υπουργό Εξωτερικών μετά τον Ιανουάριο του 2022, όταν τη θέση κατείχε η Annalena Baerbock.

Η συμβουλή Lavrov στον Γερμανό ΥΠΕΞ: Διαβάστε την ομιλία μου στον ΟΗΕ για την Ουκρανία

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Sergey Lavrov κάλεσε τον Γερμανό ομόλογό του Johann Wadephul να μελετήσει την ομιλία που είχε εκφωνήσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 23 Σεπτεμβρίου για την κατάσταση στην Ουκρανία.

Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου μετά την ολοκλήρωση της υψηλού επιπέδου εβδομάδας της 81ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Lavrov αναφέρθηκε στη συνάντησή του με τον Γερμανό υπουργό, σημειώνοντας ότι η γερμανική πλευρά ζήτησε τη συνάντηση την τελευταία στιγμή.
«Η Ρωσία ποτέ δεν αρνείται να ακούσει οποιονδήποτε συνάδελφο», δήλωσε ο Lavrov, περιγράφοντας τη συνομιλία με τον Wadephul.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ζήτησε από τον Γερμανό υπουργό να παρουσιάσει τις θέσεις με τις οποίες προσήλθε στη συνάντηση.
Ο Ρώσος υπουργός υποστήριξε ότι ο Wadephul διάβασε από σημειώσεις μια τοποθέτηση που, κατά την άποψή του, επανέλαβε τις επίσημες θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης χωρίς να προσφέρει νέα στοιχεία ή προτάσεις.

lavrov_wade.jpeg

Αίσθηση προκαλεί και η θέση της ΕΕ

Ακόμη και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε ένα κρίσιμο θεσμικό δεδομένο: η Ρωσία παραμένει πλήρες μέλος των G20 και, συνεπώς, έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις της, ακόμη και σε επίπεδο αρχηγών κρατών.
Ο εκπρόσωπος Olof Gill δήλωσε επίσης ότι η ΕΕ θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί το φόρουμ για να προβάλλει τη δική της θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η αντίφαση στην ευρωπαϊκή στάση.

Η Kallas επιμένει στην απομόνωση της Ρωσίας

Από τη μία, οι ίδιοι οι θεσμοί των Βρυξελλών παραδέχονται ότι η G20 είναι ένα κεντρικό παγκόσμιο φόρουμ και ότι η Ρωσία αποτελεί νόμιμο μέλος του.
Από την άλλη, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Kaja Kallas επέκρινε δημόσια την αμερικανική πρόσκληση προς τον Vladimir Putin.
Η στάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως συνέχιση της πολιτικής πίεσης προς τη Μόσχα.
Όμως οι επικριτές της ευρωπαϊκής γραμμής θέτουν ένα εύλογο ερώτημα: εάν ο στόχος είναι πράγματι να τερματιστεί ο πόλεμος, πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό χωρίς επικοινωνία με μία από τις δύο βασικές εμπόλεμες πλευρές;
Η κυβέρνηση του Donald Trump φαίνεται να προσεγγίζει το ζήτημα διαφορετικά.
kallas_5.jpg

Rubio: Να συζητήσουμε και για τις διαφωνίες μας

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον προσκάλεσε επισήμως τον Vladimir Putin στη σύνοδο της G20.
Όπως εξήγησε, η λογική της πρόσκλησης είναι ότι «για να λύνεις προβλήματα πρέπει να συναντάς ανθρώπους με τους οποίους έχεις διαφωνίες».
Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η παρουσία του Ρώσου προέδρου θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες επαφής όχι μόνο με τον Donald Trump αλλά και με άλλους διεθνείς ηγέτες.
Αυτή είναι μια σαφώς διαφορετική διπλωματική φιλοσοφία από εκείνη που κυριάρχησε στην Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια.
Η απομόνωση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης.
Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της διαδικασία επίλυσης μιας σύγκρουσης.
Αντίθετα, η επαφή με έναν αντίπαλο δεν σημαίνει αποδοχή των θέσεών του ούτε παραίτηση από τις δικές σου απαιτήσεις.
Αυτό είναι το σημείο που φαίνεται να αναγνωρίζουν σήμερα τόσο η Ουάσιγκτον όσο και ο Johann Wadephul: η ύπαρξη διαφωνιών δεν καταργεί την ανάγκη διαλόγου. Την κάνει μεγαλύτερη.
Στις ΗΠΑ, βέβαια, η πρόσκληση δεν έγινε δεκτή χωρίς αντιδράσεις.
Δεκατέσσερις γερουσιαστές και από τα δύο μεγάλα κόμματα ζήτησαν από τον Donald Trump να την ανακαλέσει.
Σε επιστολή τους υποστήριξαν ότι η παρουσία του Vladimir Putin θα μπορούσε να «νομιμοποιήσει» τη Ρωσία διεθνώς και να μειώσει τα κίνητρα της Μόσχας να δεχθεί κατάπαυση του πυρός.
Αυτό δείχνει ότι η συζήτηση δεν είναι απλώς ευρωπαϊκή.
Είναι μια ευρύτερη σύγκρουση δύο στρατηγικών: πίεση και απομόνωση από τη μία, επαφή και διαπραγμάτευση από την άλλη.

putin_trump_13.jpg
Θετική αποδοχή της πρότασης από τη Ρωσία

Η Μόσχα, από την πλευρά της, υποδέχθηκε θετικά την πρόσκληση χωρίς να δεσμευθεί ακόμη για τη συμμετοχή του Vladimir Putin.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Dmitry Peskov δήλωσε ότι δεν έχει ληφθεί τελική απόφαση και ότι το θέμα θα εξεταστεί μέσω των διπλωματικών διαύλων.
Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι η Ρωσία σκοπεύει να συνεχίσει κανονικά τη συμμετοχή της στους G20.
Το αν τελικά ο Vladimir Putin θα μεταβεί στο Μαϊάμι παραμένει ανοικτό.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ίδια η συζήτηση αποκαλύπτει μια μετατόπιση.
Μετά από χρόνια κατά τα οποία η απομόνωση της Ρωσίας παρουσιαζόταν ως σχεδόν αυτονόητη επιλογή, ολοένα περισσότερες φωνές στη Δύση αναγνωρίζουν ότι ένας πόλεμος τέτοιας κλίμακας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με κυρώσεις, στρατιωτική βοήθεια και δημόσιες καταδίκες.
Η Kaja Kallas εκφράζει τη σκληρότερη γραμμή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ο Johann Wadephul, αντίθετα, θέτει στο τραπέζι το επιχείρημα ότι μια ευκαιρία για διαπραγμάτευση δεν πρέπει να απορρίπτεται πριν καν δοκιμαστεί.
Και αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο πολιτικό δίλημμα που αποκαλύπτει η σύνοδος του Μαϊάμι: όχι αν η Ευρώπη συμφωνεί με τη Ρωσία — προφανώς δεν συμφωνεί σε θεμελιώδη ζητήματα — αλλά αν θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει ειρήνη χωρίς συνομιλία με τη Μόσχα.
Οι G20 δεν είναι δικαστήριο ούτε στρατιωτική συμμαχία. Είναι φόρουμ των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, σχεδιασμένο ακριβώς για τη διαχείριση διαφορών και παγκόσμιων κρίσεων.
Εάν ακόμη και εκεί η παρουσία ενός αντιπάλου αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα αντί ως πιθανή ευκαιρία διαλόγου, τότε το ερώτημα για την ευρωπαϊκή ηγεσία γίνεται αναπόφευκτο: ποια ακριβώς είναι η διπλωματική έξοδος που προτείνει;

Παρέμβαση Trump: Θέλω να λύσω το ουκρανικό, να συμφωνήσουν Putin και Zelensky

Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump δήλωσε ότι εξακολουθεί να επιδιώκει μια συμφωνία για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης, υπογραμμίζοντας ότι στόχος του είναι να υπάρξει συνεννόηση ανάμεσα στο Κίεβο και τη Μόσχα.
«Ξέρετε τι θέλω; Θέλω να κάνουν μια συμφωνία. Θέλω οι Ουκρανοί να συμφωνήσουν με τον Vladimir Putin και θέλω επίσης ο Putin να συμφωνήσει μαζί τους», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε συνομιλία με δημοσιογράφους στον προαύλιο χώρο του Λευκού Οίκου.
Οι δηλώσεις Trump επαναφέρουν στο επίκεντρο τη θέση της αμερικανικής κυβέρνησης ότι η διπλωματική οδός αποτελεί βασικό εργαλείο για τον τερματισμό του πολέμου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι απαιτείται άμεση επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών ώστε να υπάρξει πολιτική λύση.
Η Ρωσία από την πλευρά της έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι τάσσεται υπέρ μιας διπλωματικής επίλυσης της σύγκρουσης, ενώ παράλληλα υποστηρίζει ότι η ουκρανική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να προχωρήσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Η πορεία προς μια πιθανή συμφωνία παραμένει δύσκολη, καθώς οι δύο πλευρές εξακολουθούν να έχουν σημαντικές διαφορές σε ζητήματα ασφάλειας, εδαφικών διεκδικήσεων και των όρων μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Ωστόσο, οι δηλώσεις από την Ουάσιγκτον δείχνουν ότι η αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου παραμένει στο επίκεντρο της αμερικανικής προσέγγισης.

www.bankingnews.gr