Στο χείλος της απόλυτης καταστροφής βρίσκεται η Ουκρανία, καθώς το Κίεβο δέχεται συντριπτικά ρωσικά πλήγματα σε υποδομές ζωτικής σημασίας, την ώρα που οι δυτικές δυνάμεις επιδίδονται σε έναν δραματικό αγώνα δρόμου για να αποτρέψουν μια γενικευμένη κατάρρευση.
Γιατί, λοιπόν, εντατικοποιήθηκαν οι διαπραγματεύσεις ακριβώς τώρα; Τι θα μπορούσε να ωθήσει τις δύο πλευρές σε παραχωρήσεις και πώς θα επηρεάσουν τη διαδικασία οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ;
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής Dmitry Suslov, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις.
Η απάντηση της Μόσχας με μπαράζ βαλλιστικών πυραύλων και σμήνη drones ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε κρίσιμες ουκρανικές υποδομές. Η αδυναμία αναχαίτισης των ρωσικών πυραύλων περιορίζει περαιτέρω την άμυνα της χώρας, ενώ η Μαύρη Θάλασσα έχει ουσιαστικά καταστεί μη ασφαλής θαλάσσια αρτηρία για τις ουκρανικές εξαγωγές και εισαγωγές, με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.
Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα πυραύλων για τα συστήματα Patriot έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί, ενώ η διεθνής κρίση στη Μέση Ανατολή και η αμερικανική εμπλοκή με το Ιράν περιορίζουν τις διαθέσιμες αντιαεροπορικές δυνατότητες για το Κίεβο.
Με τις ενεργειακές υποδομές να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, η Ουκρανία αντιμετωπίζει επιπλέον τον κίνδυνο εκτεταμένων προβλημάτων ηλεκτροδότησης και θέρμανσης ενόψει του χειμώνα.
Η αμερικανική αγωνία και το ρίσκο μιας ευρωπαϊκής κλιμάκωσης
Ο βασικός λόγος της εσπευσμένης αμερικανικής διπλωματίας, σύμφωνα με την ανάλυση του Suslov, είναι ο φόβος ότι η Ουκρανία θα εξαντληθεί και θα οδηγηθεί σε εσωτερική αποσταθεροποίηση.
Η κυβέρνηση Trump δεν επιθυμεί την πλήρη συντριβή του Κιέβου, ενώ παράλληλα επιδιώκει να διατηρήσει την αμερικανική επιρροή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, με μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους να μεταφέρεται στην Ευρώπη.
Αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή φάση από τους προηγούμενους γύρους διαπραγματεύσεων. Πέρυσι, η κυβέρνηση Trump επιχείρησε να προωθήσει συμφωνίες και να ασκήσει πίεση στην Ευρώπη και την Ουκρανία, θεωρώντας ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στη ρωσική ενεργειακή υποδομή θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη Μόσχα σε παραχωρήσεις.
Η εξέλιξη, ωστόσο, ήταν διαφορετική. Τώρα οι ΗΠΑ αυξάνουν εκ νέου την πίεση προς τη Ρωσία, παράλληλα με τη διαπραγματευτική προσπάθεια.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η υιοθέτηση από το Κογκρέσο του νομοσχεδίου του Lindsey Graham για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Το εργαλείο των κυρώσεων
Η υπογραφή του νομοσχεδίου από τον Donald Trump δεν θα δημιουργούσε από μόνη της άμεσες υλικές συνέπειες για τη Ρωσία, καθώς η επιβολή των νέων κυρώσεων και δασμών θα παρέμενε στη διακριτική ευχέρεια του προέδρου.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον δεν έχει συμφέρον να επιδεινώσει τις σχέσεις της με την Κίνα ενόψει της επίσκεψης του Xi Jinping ούτε να προκαλέσει νέα αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ωστόσο, το νομοσχέδιο δίνει στον Trump ένα πρόσθετο διαπραγματευτικό εργαλείο: τη δυνατότητα να απειλεί τη Ρωσία και τους εταίρους της με νέα περιοριστικά μέτρα, προκειμένου να τους ωθήσει σε παραχωρήσεις.
Τι επιδιώκει η Ουκρανία
Ο Volodymyr Zelensky ενδιαφέρεται πρωτίστως για δύο ζητήματα: τα σιτηρά και την ενέργεια.
Πρόκειται για δύο ιδιαίτερα ευαίσθητους τομείς της ουκρανικής οικονομίας, οι οποίοι έχουν δεχθεί σοβαρά πλήγματα.
Οι εξαγωγικές δυνατότητες της χώρας είναι περιορισμένες, ενώ οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρών ελλείψεων κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Οι ουκρανικές αρχές, με τη στήριξη ευρωπαϊκών χωρών και των ΗΠΑ, επιδιώκουν επομένως αποκλιμάκωση σε αυτούς τους δύο τομείς.
Η Ρωσία, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, δεν αναμένεται να αποδεχθεί εύκολα μια περιορισμένη εκεχειρία. Ως αποτέλεσμα, η Ουάσινγκτον καλείται να προωθήσει μια συνολικότερη διευθέτηση, η οποία ενδέχεται να απαιτήσει μεγαλύτερες ουκρανικές παραχωρήσεις σε σχέση με προηγούμενες προτάσεις.
Δύο παράλληλες διαπραγματευτικές διαδρομές
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τον σημερινό γύρο είναι η αυξημένη συμμετοχή της Ευρώπης.
Οι Witkoff και Kushner επισκέφθηκαν τόσο τη Μόσχα όσο και το Κίεβο, γεγονός που αποτυπώνει την επιδίωξη της κυβέρνησης Trump για γρήγορη πρόοδο. Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της λεγόμενης «ευρωπαϊκής τρόικας» —Βρετανίας, Γερμανίας και Γαλλίας— συμμετέχουν ενεργά στις επαφές με την Ουκρανία.
Έτσι, διαμορφώνονται δύο παράλληλες διαδρομές: Ρωσία–ΗΠΑ–Ουκρανία και ΗΠΑ–Ουκρανία–Ευρώπη.
Η πολυπλοκότητα αυτή μπορεί να δυσκολέψει μια άμεση συμφωνία. Καθώς όμως η στρατιωτική και οικονομική εξάντληση της Ουκρανίας συνεχίζεται, αυξάνεται η πίεση προς το Κίεβο να εξετάσει δύσκολους συμβιβασμούς.
Σύμφωνα με τον Suslov, η Μόσχα θεωρεί ότι η στρατιωτική πίεση αποτελεί βασικό μέσο για να διαμορφωθούν οι όροι μιας μελλοντικής συμφωνίας και, ως εκ τούτου, δεν έχει λόγο να αποδεχθεί εύκολα περιορισμένες εκεχειρίες ή μορατόριουμ.
Πίεση και στο εσωτερικό της Ουκρανίας
Παράλληλα, ο Volodymyr Zelensky βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις. Η κυβερνητική αναδιάρθρωση και οι υποθέσεις διαφθοράς έχουν ενισχύσει τη συζήτηση στη Δύση για εναλλακτικά πολιτικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι Kirill Budanov και Mikhail Fedorov.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio δηλώνει ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση, ενώ ο Donald Trump έχει υποστηρίξει ότι η σύγκρουση μπορεί να τερματιστεί ταχύτερα από όσο εκτιμούν πολλοί.
Η Μόσχα, πάντως, παραμένει αμετακίνητη ως προς τις βασικές της θέσεις. Όπως έχει δηλώσει ο Dmitry Peskov, οι όροι που θέτει ο Vladimir Putin παραμένουν σταθεροί.
Η επίσκεψη Ratcliffe και η ευρωπαϊκή διάσταση
Την ίδια στιγμή, το ταξίδι του διευθυντή της CIA, John Ratcliffe, στη Μόσχα υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδει η Ουάσινγκτον στον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, η οποία θα μπορούσε να διευρύνει τη σύγκρουση και να επηρεάσει άμεσα το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη.
Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να στηρίζουν την Ουκρανία στρατιωτικά και πολιτικά.
Η Βρετανία παρέχει τεχνογνωσία και υποστήριξη για την ανάπτυξη και χρήση πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, μεταξύ άλλων και τύπου Storm Shadow.
Στη Γερμανία, η κυβέρνηση του καγκελαρίου Friedrich Merz, ο υπουργός Άμυνας Boris Pistorius και ο υπουργός Εξωτερικών Johann Wadephul τάσσονται υπέρ της διατήρησης ή ενίσχυσης της πίεσης προς τη Ρωσία, ενώ η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση για την Ουκρανία παραμένει έντονη.
Πολιτικά παιχνίδια στην Ουάσινγκτον
Στις ΗΠΑ, το νομοσχέδιο του Lindsey Graham για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας λειτουργεί και ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι νέοι περιορισμοί στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διεθνείς τιμές ενέργειας, γεγονός ιδιαίτερα ευαίσθητο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Οι προοπτικές των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθούν πρωτίστως από τη στρατιωτική κατάσταση και την οικονομική αντοχή της Ουκρανίας. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών.
Σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ενδέχεται να αυξηθούν οι πολιτικές πιέσεις για τη διατήρηση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία. Θα μπορούσε επίσης να δυσκολέψει η προώθηση μιας διαφορετικής αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα.
Παράλληλα, η αμερικανική βοήθεια προς την Ουκρανία δεν αναμένεται αυτομάτως να επιστρέψει στα επίπεδα της περιόδου Joe Biden, καθώς το πολιτικό περιβάλλον στην Ουάσινγκτον έχει μεταβληθεί.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή περιπλέκει την κατάσταση
Στο μεταξύ, η κρίση γύρω από το Ιράν, οι εξελίξεις στα Στενά του Hormuz και οι απειλές των Houthis στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ προκαλούν έντονες αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η Ουάσινγκτον βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια λεπτή ισορροπία. Παρά τη ρωσική στήριξη προς την Τεχεράνη, η αμερικανική διοίκηση αντιμετωπίζει τη στάση της Μόσχας με σχετική ψυχραιμία, θεωρώντας ότι η ρωσική υποστήριξη προς το Ιράν παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την αμερικανική βοήθεια προς το Κίεβο.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ αποφεύγουν να επιβάλουν ένα πλήρες μπλόκο στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου, καθώς η διατήρηση της ροής του ρωσικού αργού στην παγκόσμια αγορά θεωρείται κρίσιμη για τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτό τον δίαυλο με τη Μόσχα, να αποτρέψει μια περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης στην Ουκρανία και ταυτόχρονα να περιορίσει τις συνέπειες από την ευρύτερη ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση.
www.bankingnews.gr