Η Αρμενία βρίσκεται πλέον μπροστά σε μία από τις βαθύτερες στρατηγικές αντιφάσεις της μετασοβιετικής ιστορίας της.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση του Nikol Pashinyan έχει επιταχύνει την πολιτική προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση,
έχει
Από την άλλη, το Ερεβάν εξακολουθεί να είναι μέλος της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (EAEU), να διατηρεί τεράστια οικονομική σύνδεση με τη ρωσική αγορά και να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς —ιδιαίτερα στην ενέργεια και το εμπόριο— από τη Μόσχα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άρνηση του Pashinyan να οδηγήσει άμεσα τη χώρα σε δημοψήφισμα με το δίλημμα «ΕΕ ή EAEU» δεν αποτελεί απλώς διαδικαστική επιλογή.
Είναι μια κίνηση πολιτικής επιβίωσης και στρατηγικής καθυστέρησης.
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας αντιλαμβάνεται ότι ένα τέτοιο δημοψήφισμα θα τον υποχρέωνε να κάνει σήμερα αυτό ακριβώς που προσπαθεί να αποφύγει: να επιλέξει οριστικά στρατόπεδο.
Και αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να θέλει —ούτε ίσως να μπορεί— να το κάνει.
Το δημοψήφισμα που ο Pashinyan δεν θέλει ακόμη
Στη συνεδρίαση του Ευρασιατικού Διακυβερνητικού Συμβουλίου στις 7 Αυγούστου, ο Nikol Pashinyan υποστήριξε ότι δεν υπάρχει σήμερα πραγματική βάση για ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες της Αρμενίας θα καλούνταν να επιλέξουν ανάμεσα στην EAEU και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επιχειρηματολογία του είναι, από θεσμική άποψη, εύλογη.
Η
Αρμενία μπορεί να έχει διακηρύξει την πρόθεσή της να κινηθεί προς την
ΕΕ, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκεται ήδη σε κανονική διαδικασία
προσχώρησης με συγκεκριμένη προσφορά ένταξης πάνω στο τραπέζι.
Το
κοινοβούλιο της Αρμενίας ενέκρινε τον Μάρτιο του 2025 νόμο που διακήρυξε
την έναρξη της διαδικασίας προσέγγισης με στόχο την ένταξη στην ΕΕ.
Όμως, όπως προβλέπει το Άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πραγματική διαδικασία ένταξης απαιτεί επίσημη αίτηση,
αξιολόγηση, πολιτικές αποφάσεις των κρατών-μελών, πιθανή απόδοση
καθεστώτος υποψήφιας χώρας, διαπραγματεύσεις και τελικά ομόφωνη
συναίνεση.
Με άλλα λόγια, το Ερεβάν έχει ανοίξει πολιτικά την πόρτα
προς την Ευρώπη, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο όπου η ένταξη
αποτελεί μία χειροπιαστή, άμεσα διαθέσιμη επιλογή.
Αυτό ακριβώς χρησιμοποιεί σήμερα ο Pashinyan ως βασικό επιχείρημα.
Γιατί να κληθούν οι πολίτες να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές, όταν η μία από τις δύο δεν υφίσταται ακόμη ως συγκεκριμένη προσφορά;
Πίσω όμως από τη νομική επιχειρηματολογία υπάρχει μια πολύ βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα.
Ένα δημοψήφισμα τώρα θα μετέτρεπε τη στρατηγική αμφισημία του Ερεβάν σε αναγκαστική απόφαση.
Και ο Pashinyan χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: χρόνο.
Η στρατηγική του «και με την Ευρώπη και, προς το παρόν, μέσα στην EAEU»
Αυτό είναι το πραγματικό κέντρο της αρμενικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση δεν επιδιώκει σήμερα μια θεαματική έξοδο από την EAEU.
Επιχειρεί
να πλησιάσει όσο περισσότερο μπορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να χάσει
αμέσως τα οικονομικά οφέλη που απορρέουν από τη συμμετοχή στην
ευρασιατική αγορά.
Ακόμη και στις 7 Αυγούστου, ενώ ο Pashinyan επέκρινε τους περιορισμούς και τα διοικητικά εμπόδια εντός της EAEU,
επανέλαβε ότι η ενίσχυση της συνεργασίας με τα κράτη-μέλη της παραμένει
προτεραιότητα της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της Αρμενίας.
Αυτή η φαινομενική αντίφαση δεν είναι τυχαία.
Είναι η στρατηγική.
Το Ερεβάν θέλει μεγαλύτερο πολιτικό χώρο απέναντι στη Μόσχα, στενότερες
σχέσεις με Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον, ευρωπαϊκές επενδύσεις, πρόσβαση σε
νέες αγορές και βαθύτερη πολιτική συνεργασία με τη Δύση.
Ταυτόχρονα όμως δεν θέλει να πληρώσει άμεσα το πλήρες οικονομικό κόστος μιας ρήξης με τη Ρωσία.
Και αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί όλο και περισσότερο τους εταίρους του στην EAEU.

Η Μόσχα θέλει καθαρή απάντηση
Από τη ρωσική οπτική, το πρόβλημα είναι προφανές.
Μία
χώρα δεν μπορεί επ' αόριστον να απαιτεί τα οικονομικά προνόμια μιας
τελωνειακής και οικονομικής ένωσης και ταυτόχρονα να προετοιμάζει τη
θεσμική της ένταξη σε ένα ανταγωνιστικό οικονομικό σύστημα με
διαφορετικούς τελωνειακούς κανόνες, εμπορική πολιτική και κανονιστικό
πλαίσιο.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία, η
Λευκορωσία, το Καζακστάν και η Κιργιζία έχουν πιέσει το Ερεβάν να
ξεκαθαρίσει την κατεύθυνσή του.
Η συζήτηση έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο της απλής διπλωματικής δυσαρέσκειας.
Οι
εταίροι της Αρμενίας στην EAEU έχουν θέσει ακόμη και το ενδεχόμενο
αναστολής της αρμενικής συμμετοχής εάν η πορεία προς την ΕΕ φτάσει σε
επίπεδο ασύμβατο με τους κανόνες της ευρασιατικής ένωσης.
Από
αυτή την άποψη, η κριτική του Alexander Krylov ότι ο Pashinyan
«αγοράζει χρόνο» αγγίζει ένα πραγματικό πολιτικό ζήτημα, έστω κι αν
αποτελεί δική του εκτίμηση.
Ο Pashinyan δεν μπορεί εύκολα να πει στους εταίρους του: «Δεν θα κάνω ποτέ δημοψήφισμα».
Δεν μπορεί όμως και να το πραγματοποιήσει χωρίς να διακινδυνεύσει μία πρόωρη γεωπολιτική ρήξη.
Έτσι επιλέγει την τρίτη λύση: μεταθέτει την κρίσιμη απόφαση στο μέλλον.

Από τον νόμο του 2025 στη σημερινή αμφισημία
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το ισχυρότερο σημείο της κριτικής της αρμενικής αντιπολίτευσης.
Τον Μάρτιο του 2025, η ψήφιση του νόμου για την έναρξη της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ παρουσιάστηκε ως ιστορική μετατόπιση.
Το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χαιρέτισε τότε την κίνηση, επισημαίνοντας
παράλληλα ότι η ένταξη είναι μια μακρά, σύνθετη διαδικασία και ότι
απαιτεί την εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών, θεσμικών και οικονομικών
κριτηρίων.
Σήμερα όμως ο Pashinyan επιμένει ότι δεν υπάρχει ακόμη πραγματική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί ένα δημοψήφισμα.
Αυτή η μετατόπιση δίνει στους αντιπάλους του ένα ισχυρό πολιτικό επιχείρημα.
Ο Hayk Mammjanyan και άλλα στελέχη της αντιπολίτευσης μπορούν εύλογα να ρωτούν:
Εάν
ο νόμος του 2025 αποτελούσε τόσο αποφασιστικό βήμα προς την ένταξη,
γιατί σήμερα η ίδια κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή επιλογή δεν
έχει ακόμη αποκτήσει την απαιτούμενη θεσμική υπόσταση;
Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στη διαφορά μεταξύ πολιτικού συμβολισμού και θεσμικής πραγματικότητας.
Το Ερεβάν ήθελε να στείλει ένα μήνυμα.
Αλλά το μήνυμα δεν ήταν ακόμη αίτηση ένταξης.
Και
η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έδωσε ποτέ στην Αρμενία εγγυημένη ημερομηνία,
ούτε αυτόματο καθεστώς υποψήφιας χώρας, ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα
προσχώρησης.
Ο Pashinyan έχει όμως κάτι που δεν μπορεί να αγνοήσει η αντιπολίτευση: εκλογική νομιμοποίηση
Υπάρχει
εδώ μία σημαντική παράμετρος που καθιστά υπερβολικά απλουστευτικό το
επιχείρημα ότι η κυβέρνηση επιβάλλει μια φιλοευρωπαϊκή πορεία ενάντια
στη βούληση της κοινωνίας.
Στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 7ης
Ιουνίου 2026, το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Nikol Pashinyan συγκέντρωσε
49,7456% των ψήφων, έναντι 23,271% της Δυνατής Συμμαχίας για την Αρμενία
και 9,9231% της Συμμαχίας για την Αρμενία.
Το Συνταγματικό
Δικαστήριο απέρριψε στη συνέχεια την προσπάθεια της φιλορωσικής
αντιπολίτευσης να ακυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Διεθνείς παρατηρητές,
σύμφωνα με το Reuters, ανέφεραν ότι η ψηφοφορία εξελίχθηκε ομαλά στις
περισσότερες εκλογικές περιφέρειες, αν και η αντιπολίτευση κατήγγειλε
συλλήψεις και πιέσεις πριν από τις εκλογές.
Άρα η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Ο Pashinyan διαθέτει πολιτική και εκλογική βάση για την κατεύθυνση που ακολουθεί.
Αυτό
όμως δεν σημαίνει ότι έχει λάβει από την κοινωνία λευκή επιταγή για
έξοδο από την EAEU ή οριστική γεωπολιτική ρήξη με τη Ρωσία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία του δημοψηφίσματος.
Οι βουλευτικές εκλογές απάντησαν στο ποιος θα κυβερνήσει την Αρμενία.
Δεν απάντησαν οριστικά στο ερώτημα σε ποιο οικονομικό και γεωπολιτικό σύστημα θα ανήκει η χώρα τις επόμενες δεκαετίες.
Η οικονομία είναι η μεγάλη αδυναμία του Ερεβάν
Ο Pashinyan μπορεί να επιθυμεί πολιτική διαφοροποίηση.
Η γεωγραφία όμως δεν αλλάζει με κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες.
Η Αρμενία παραμένει μια περίκλειστη χώρα στον Νότιο Καύκασο, με βαθιές οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία.
Η
ρωσική αγορά παραμένει κρίσιμη για σημαντικό μέρος των αρμενικών
εξαγωγών, ενώ η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία για
ενεργειακές προμήθειες.
Και το 2026 έγινε σαφές ότι η Μόσχα έχει στη διάθεσή της οικονομικούς μοχλούς πίεσης.
Τον
Ιούλιο ο Pashinyan αναγκάστηκε να ζητήσει προσωπικά τη βοήθεια του
Vladimir Putin προκειμένου να αντιμετωπιστούν ρωσικοί περιορισμοί σε
αρμενικές εξαγωγές, μεταξύ άλλων σε φρούτα, λαχανικά, λουλούδια, ψάρια
και αλκοολούχα προϊόντα.
Το Reuters σημείωνε ότι η Ρωσία αντιστοιχούσε περίπου στο 35% του εξωτερικού εμπορίου της Αρμενίας.
Νωρίτερα, η Μόσχα είχε επίσης προειδοποιήσει ότι η περαιτέρω πορεία προς την ΕΕ θα μπορούσε να επηρεάσει προνομιακές ενεργειακές και άλλες οικονομικές σχέσεις.
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα του Pashinyan.
Η ευρωπαϊκή προοπτική είναι πολιτικά ελκυστική.
Η ρωσική οικονομική πραγματικότητα είναι άμεση.