Η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε μία από τις
κρισιμότερες καμπές της μεταπολεμικής ιστορίας της. Τα κόμματα που
οικοδόμησαν το κοινωνικό κράτος, διεύρυναν τα εργασιακά δικαιώματα και
διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική δημοκρατική
Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Αριστερά μπορεί να κερδίσει εκλογές. Είναι αν μπορεί να διατυπώσει μια συνεκτική πρόταση διακυβέρνησης για κοινωνίες που αλλάζουν γρήγορα: κοινωνίες περισσότερο άνισες, περισσότερο ανασφαλείς και ταυτόχρονα περισσότερο δύσπιστες απέναντι στους θεσμούς και στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα.
Η σύγκριση ανάμεσα στον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ και την πρόσφατη εμπειρία των Βρετανών Εργατικών είναι χαρακτηριστική. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ομάρ Γκ. Ενκαρνασιόν στο Foreign Policy, ο Σάντσεθ κατάφερε να επιβιώσει πολιτικά και να διατηρήσει την πρωθυπουργία επί σειρά ετών, ενώ ο Κιρ Στάρμερ οδηγήθηκε σε μια απότομη και ταπεινωτική πτώση, για να αντικατασταθεί από τον Άντι Μπέρναμ.
Οι δύο περιπτώσεις προσφέρουν ένα χρήσιμο εργαστήριο για τη μελέτη της σύγχρονης Κεντροαριστεράς. Δεν πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της πολιτικής.

Η ανθεκτικότητα του Πέδρο Σάντσεθ
Ο Πέδρο Σάντσεθ αναδείχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το ισπανικό πολιτικό σύστημα είχε κατακερματιστεί. Η παραδοσιακή εναλλαγή ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στο συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα είχε υποχωρήσει, ενώ νέες δυνάμεις εμφανίστηκαν τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Σάντσεθ δεν επιχείρησε να αναστήσει το παλαιό δικομματικό σύστημα. Αντίθετα, αποδέχθηκε την πραγματικότητα των συνεργασιών και οικοδόμησε μια πολιτική στρατηγική βασισμένη στις συμμαχίες, στους συμβιβασμούς και στην προσαρμοστικότητα.
Η επιβίωσή του δεν οφείλεται μόνο σε ιδεολογική συνέπεια. Οφείλεται και στην ικανότητά του να κατανοεί τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, να συνομιλεί με διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις και να εμφανίζεται ως το βασικό ανάχωμα απέναντι στην άνοδο της σκληρής Δεξιάς.
Αυτή η στρατηγική έχει κόστος. Οι συνεχείς συμβιβασμοί δημιουργούν αντιφάσεις, προκαλούν αντιδράσεις και επιτρέπουν στους αντιπάλους του να τον κατηγορούν για πολιτικό οπορτουνισμό. Ωστόσο, ο Σάντσεθ κατανόησε κάτι που πολλά ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δυσκολεύονται να αποδεχθούν: η εποχή των αυτοδύναμων κυβερνήσεων έχει σε μεγάλο βαθμό παρέλθει.
Η σύγχρονη προοδευτική πολιτική απαιτεί τη δημιουργία κοινωνικών και πολιτικών συνασπισμών. Εργαζόμενοι, νέοι, γυναίκες, περιβαλλοντικά κινήματα, μειονότητες, μεσαία στρώματα και κάτοικοι των μεγάλων πόλεων δεν συνδέονται πλέον αυτόματα με ένα συγκεκριμένο κόμμα. Η υποστήριξή τους πρέπει να κερδίζεται ξανά σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.
Το βρετανικό παράδειγμα και η παγίδα της διαχειριστικής πολιτικής

Η περίπτωση του Κιρ Στάρμερ ανέδειξε μια διαφορετική εκδοχή της Κεντροαριστεράς: την προσπάθεια κατάκτησης της εξουσίας μέσα από την εικόνα της σοβαρότητας, της θεσμικής αξιοπιστίας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η στρατηγική αυτή μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική όταν το βασικό αίτημα της κοινωνίας είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας. Δεν αρκεί, όμως, όταν οι πολίτες περιμένουν απτές αλλαγές στην καθημερινή τους ζωή.
Ένα προοδευτικό κόμμα που περιορίζεται στη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης κινδυνεύει να χάσει τον λόγο ύπαρξής του. Αν η Αριστερά υπόσχεται απλώς μια πιο αποτελεσματική εκδοχή της κεντρώας ή συντηρητικής διακυβέρνησης, τότε οι κοινωνικές ομάδες που υφίστανται τις μεγαλύτερες πιέσεις δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να παραμείνουν μαζί της.
Το δίλημμα είναι πραγματικό. Από τη μία πλευρά, τα αριστερά κόμματα πρέπει να πείσουν τις αγορές, τις επιχειρήσεις και τα μεσαία στρώματα ότι μπορούν να κυβερνήσουν υπεύθυνα. Από την άλλη, πρέπει να προσφέρουν στους εργαζομένους, στους νέους και στους οικονομικά ευάλωτους κάτι περισσότερο από συγκρατημένες υποσχέσεις και τεχνοκρατική διαχείριση.
Η άνοδος του Άντι Μπέρναμ, όπως παρουσιάζεται στη σχετική αρθρογραφία του Foreign Policy, συνοδεύεται από μεγάλες προσδοκίες. Ωστόσο, κάθε νέος ηγέτης ανακαλύπτει γρήγορα ότι η δημοτικότητα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ικανότητα διακυβέρνησης. Ο Μπέρναμ θα πρέπει να δείξει αν μπορεί να συνδυάσει την κοινωνική ευαισθησία με την οικονομική αξιοπιστία και τη ρητορική ανανέωση με συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Το γαλλικό αδιέξοδο

Στη Γαλλία, η Αριστερά αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου δύσκολο πρόβλημα. Διαθέτει σημαντικές κοινωνικές και εκλογικές δυνάμεις, αλλά παραμένει κατακερματισμένη ανάμεσα στη ριζοσπαστική Αριστερά, στους Σοσιαλιστές, στους Οικολόγους και σε μικρότερους σχηματισμούς.
Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή πολιτική παρουσία και σημαντική επιρροή. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί εξαιρετικά πολωτική προσωπικότητα. Μπορεί να κινητοποιεί ένα τμήμα της κοινωνίας, αλλά δυσκολεύεται να διευρύνει την επιρροή του πέρα από τα όρια του ήδη πεπεισμένου ακροατηρίου του.
Αυτό δημιουργεί ένα στρατηγικό αδιέξοδο. Χωρίς τη ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί πλειοψηφικό προοδευτικό μέτωπο. Με μια πλήρη κυριαρχία της, όμως, η συμμαχία κινδυνεύει να χάσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους και να ενισχύσει την πόλωση.
Η γαλλική εμπειρία αποκαλύπτει ότι η ενότητα δεν μπορεί να αποτελεί απλώς εκλογική συμφωνία κορυφής. Χρειάζεται κοινή αντίληψη για την οικονομία, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη μετανάστευση, την ασφάλεια και τη διεθνή πολιτική. Αν αυτά τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, κάθε συμμαχία θα είναι προσωρινή και εύθραυστη.

Το κοινωνικό κράτος ως δημοκρατικός θεσμός
Στο κέντρο της συζήτησης βρίσκεται ξανά το κοινωνικό κράτος. Για πολλές δεκαετίες, οι δημόσιες δαπάνες παρουσιάζονταν από τους επικριτές τους ως οικονομικό βάρος. Η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, η κοινωνική ασφάλιση και η προστασία της εργασίας αντιμετωπίζονταν συχνά μόνο ως στοιχεία του προϋπολογισμού.
Η πραγματικότητα είναι βαθύτερη. Το κοινωνικό κράτος δεν αποτελεί απλώς μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος. Είναι πυλώνας της δημοκρατικής σταθερότητας.
Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος τούς εγκαταλείπει απέναντι στην ανεργία, στην ακρίβεια, στην ασθένεια και στη στεγαστική κρίση, η δυσπιστία προς τη δημοκρατία μεγαλώνει. Η ανασφάλεια δεν οδηγεί αυτομάτως προς την Αριστερά. Μπορεί να ενισχύσει τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό και την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.
Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σταθερότητα στηρίχθηκε σε μια άγραφη κοινωνική συμφωνία: η οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να λειτουργεί, αλλά το κράτος θα περιόριζε τις ακραίες ανισότητες και θα προστάτευε τους πολίτες από τους μεγαλύτερους κινδύνους της ζωής. Η αποδυνάμωση αυτής της συμφωνίας δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή. Απειλεί την ίδια τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, επομένως, δεν αποτελεί νοσταλγία για το παρελθόν. Αποτελεί σύγχρονη στρατηγική απέναντι στην πολιτική αποσταθεροποίηση.

Η Αριστερά και η εξωτερική πολιτική
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο η προοδευτική πολιτική καλείται να ωριμάσει είναι η εξωτερική πολιτική. Η περίπτωση της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές στις Ηνωμένες Πολιτείες, μολονότι δεν ανήκει στην ευρωπαϊκή εμπειρία, είναι χαρακτηριστική μιας ευρύτερης τάσης.
Πολλοί πολιτικοί της νέας Αριστεράς αναδείχθηκαν μέσα από εσωτερικά ζητήματα: κοινωνικές ανισότητες, εργασιακά δικαιώματα, υγειονομική περίθαλψη, κλιματική αλλαγή και δικαιώματα των μειονοτήτων. Όσο όμως πλησιάζουν την κεντρική εξουσία, δεν μπορούν να αποφεύγουν τα ερωτήματα του πολέμου, της άμυνας, των διεθνών συμμαχιών και της γεωπολιτικής ισχύος.
Η ευρωπαϊκή Αριστερά αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η ενεργειακή ασφάλεια και η ευρωπαϊκή άμυνα δεν επιτρέπουν εύκολες απαντήσεις.
Δεν αρκεί η επίκληση της ειρήνης ως ηθικής αρχής. Χρειάζεται συγκεκριμένη πολιτική για το πώς θα προστατευθούν οι κοινωνίες, πώς θα αποτραπούν οι επιθέσεις και πώς θα αντιμετωπιστούν αυταρχικές δυνάμεις χωρίς να εγκαταλειφθούν οι αξίες του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η νέα Αριστερά θα πρέπει να συνδυάσει τον διεθνισμό με τον ρεαλισμό. Να μην υποκύψει στον μιλιταρισμό, αλλά και να μην αντιμετωπίζει κάθε ζήτημα ισχύος σαν να μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με διακηρύξεις καλών προθέσεων.

Η πρόκληση της ανερχόμενης Δεξιάς
Η άνοδος της λαϊκιστικής και ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν εξηγείται μόνο από την επικοινωνιακή της ικανότητα. Τροφοδοτείται από πραγματικές κοινωνικές ανασφάλειες: την αποβιομηχάνιση, τη στασιμότητα των εισοδημάτων, την ακρίβεια, την έλλειψη κατοικιών, την πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και τον φόβο πολιτισμικής απώλειας.
Η Αριστερά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτά τα φαινόμενα χαρακτηρίζοντας απλώς τους ψηφοφόρους της Δεξιάς παραπλανημένους ή οπισθοδρομικούς. Πρέπει να κατανοήσει τις υλικές και ψυχολογικές αιτίες της δυσαρέσκειας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσει την ατζέντα της Δεξιάς. Σημαίνει ότι πρέπει να προσφέρει πειστικές απαντήσεις εκεί όπου η Δεξιά προσφέρει φόβο, θυμό και εύκολους εχθρούς.
Η απάντηση στη μεταναστευτική πρόκληση, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι ούτε η απανθρωπιά ούτε η άρνηση των πραγματικών προβλημάτων ένταξης και διοικητικής ικανότητας. Αντίστοιχα, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να επιβληθεί με τρόπο που μεταφέρει δυσανάλογο κόστος στους εργαζομένους και στις φτωχότερες περιφέρειες.
Τι χρειάζεται μια νέα ευρωπαϊκή Αριστερά

Η ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα μια νέα κοινωνική συμφωνία. Μια συμφωνία που θα συνδέει την οικονομική ανάπτυξη με τη μείωση των ανισοτήτων και την τεχνολογική πρόοδο με την προστασία της εργασίας.
Χρειάζεται μια σύγχρονη πολιτική κατοικίας, επειδή η αδυναμία των νέων ανθρώπων να αποκτήσουν ή ακόμη και να νοικιάσουν αξιοπρεπή στέγη εξελίσσεται σε κεντρικό κοινωνικό πρόβλημα. Χρειάζεται ενίσχυση της δημόσιας υγείας και της παιδείας, όχι μόνο ως κοινωνική παροχή αλλά ως επένδυση στην παραγωγικότητα και στη δημοκρατία.
Χρειάζεται επίσης μια δίκαιη πράσινη μετάβαση. Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν μπορεί να γίνει εναντίον των εργαζομένων. Αν το κόστος επιβαρύνει τους οικονομικά ασθενέστερους, η περιβαλλοντική πολιτική θα χάσει τη δημοκρατική νομιμοποίησή της.
Παράλληλα, η Αριστερά οφείλει να διαμορφώσει πολιτική για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τον αυτοματισμό. Η τεχνολογική εξέλιξη μπορεί να αυξήσει δραματικά την παραγωγικότητα, αλλά χωρίς πολιτική παρέμβαση τα οφέλη της μπορεί να συγκεντρωθούν σε ελάχιστες εταιρείες και κοινωνικές ομάδες.
Τέλος, χρειάζεται δημοκρατική αυτοπεποίθηση. Η Αριστερά δεν μπορεί να εμφανίζεται μονίμως απολογητική ούτε να περιορίζεται στη διαχείριση κρίσεων που δημιούργησαν άλλοι. Πρέπει να εξηγήσει καθαρά τι κοινωνία θέλει να οικοδομήσει.

Ένα ανοιχτό πολιτικό στοίχημα
Η αντιπαραβολή του Σάντσεθ με τον Στάρμερ, η αβεβαιότητα γύρω από τον Μπέρναμ, το αδιέξοδο της γαλλικής Αριστεράς και η συζήτηση για το κοινωνικό κράτος δεν αποτελούν απομονωμένες ιστορίες. Είναι διαφορετικές όψεις της ίδιας ευρωπαϊκής κρίσης.
Η Αριστερά εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές ιδέες: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα ευκαιριών, δημόσια αγαθά, προστασία της εργασίας και δημοκρατικό έλεγχο της οικονομικής ισχύος. Αυτό που συχνά της λείπει είναι η ικανότητα να μετατρέπει αυτές τις αρχές σε ένα πειστικό σχέδιο για τον 21ο αιώνα.
Δεν αρκεί να υπερασπίζεται τις κατακτήσεις του παρελθόντος. Πρέπει να απαντήσει στις αγωνίες του παρόντος και να οργανώσει τις δυνατότητες του μέλλοντος.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν η ευρωπαϊκή Αριστερά θα κινηθεί προς το κέντρο ή προς τα αριστερά. Είναι αν θα μπορέσει να συνδυάσει τη ριζοσπαστικότητα των στόχων με την αξιοπιστία της διακυβέρνησης, την κοινωνική προστασία με την οικονομική δυναμική και την ηθική της ταυτότητα με την αποτελεσματικότητα.
Αν το πετύχει, μπορεί να αποτελέσει ξανά δύναμη ιστορικής αλλαγής. Αν αποτύχει, το πολιτικό κενό δεν θα παραμείνει κενό. Θα το καταλάβουν εκείνοι που μετατρέπουν την ανασφάλεια σε φόβο, τον φόβο σε θυμό και τον θυμό σε αυταρχική πολιτική.
Η μάχη για το μέλλον της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι, τελικά, μια μάχη για το μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.