Το φαινόμενο Καρυστιανού (του Παντελή Σαββίδη)...

 Θα επιχειρήσω έναν σχολιασμό όσο γίνεται απαλλαγμένο από συναισθηματικές δεσμεύσεις και κομματικές ταυτίσεις. Δεν ανήκω σε κανέναν πολιτικό φορέα. Με ενδιαφέρει, όμως, να αποκτήσει πολιτική έκφραση η προσπάθεια—έστω αρχικά ατελή, αντιφατική και χαοτική

—ενός υπαρκτού κοινωνικού ρεύματος που έχει απορρίψει εδώ και καιρό το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα.

Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν δημιουργήθηκε επειδή μια ομάδα πολιτών αποφάσισε να επαναφέρει την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας ούτε επειδή προηγήθηκε μια συγκροτημένη ιδεολογική και προγραμματική επεξεργασία. Δημιουργήθηκε επειδή γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού συσπειρώθηκαν διαφορετικές κοινωνικές απογοητεύσεις: η οργή για τα Τέμπη και την ατιμωρησία, η δυσπιστία προς τη Δικαιοσύνη, η απόρριψη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η απογοήτευση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και η αίσθηση ότι οι θεσμοί λειτουργούν για την προστασία κλειστών μηχανισμών εξουσίας.

Γι’ αυτό, είτε αρέσει είτε όχι, πρόκειται ακόμη για «κόμμα Καρυστιανού». Η επίσημη ονομασία είναι «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού, Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών» και η ίδια η ονομασία αποτυπώνει την οργανωτική αλήθεια: η ηγετική προσωπικότητα δεν συνοδεύει απλώς τον φορέα· αποτελεί το αναγνωριστικό και το βασικό πολιτικό του κεφάλαιο. Η ιδρυτική παρουσίαση έθεσε ως στόχο ακόμη και την πρώτη θέση, με την παραδοχή ότι «για να αλλάξεις τα πράγματα χρειάζεσαι εξουσία».

Χωρίς τη Μαρία Καρυστιανού δεν υπάρχει σήμερα το συγκεκριμένο κόμμα. Αυτό δεν είναι μομφή. Είναι η αφετηριακή συνθήκη του.

Η Καρυστιανού ως πολιτικό φαινόμενο

Η Μαρία Καρυστιανού αποτελεί σύγχρονο πολιτικό φαινόμενο επειδή δεν προέκυψε από την κομματική επετηρίδα. Η δημόσια νομιμοποίησή της γεννήθηκε έξω από το επαγγελματικό πολιτικό πεδίο, μέσα από έναν αγώνα για δικαιοσύνη. Η κοινωνία δεν τη γνώρισε ως υποψήφια που διεκδικούσε αξίωμα, αλλά ως μητέρα που συγκρούστηκε με ένα σύστημα το οποίο, κατά την πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, επιχείρησε να διαχειριστεί πολιτικά και επικοινωνιακά την τραγωδία των Τεμπών.

Αυτή η διαδρομή τής προσέδωσε ένα είδος ηθικής αυθεντίας. Πολλοί πολίτες θεωρούν ότι την έχουν παρακολουθήσει και δοκιμάσει επί χρόνια. Γι’ αυτό δεν επηρεάζονται εύκολα από κάθε κατηγορία ή προσωπική επίθεση εναντίον της. Η εμπιστοσύνη τους δεν στηρίζεται πρωτίστως στις προγραμματικές λεπτομέρειες, αλλά στη συνέπεια που πιστεύουν ότι επέδειξε απέναντι στην εξουσία.

Μερικοί ενδέχεται να βιώνουν στο πρόσωπό της μια σύγχρονη εκδοχή αρχαιοελληνικής τραγωδίας: την ιδιωτική οδύνη που μετατρέπεται σε δημόσια απαίτηση δικαιοσύνης. Η εικόνα αυτή εξηγεί τη δύναμή της, αλλά εμπεριέχει και κίνδυνο. Η ηθική νομιμοποίηση ενός προσώπου δεν αποτελεί αυτομάτως πολιτική επάρκεια, όπως και η προσωπική τραγωδία δεν προσφέρει ασυλία από τον δημοκρατικό έλεγχο.

Στην πολιτική θεωρία, το εγχείρημα θα μπορούσε να προσεγγιστεί ως ένα υβρίδιο «κόμματος-κινήματος» και «κόμματος του ηγέτη». Η σχετική βιβλιογραφία επισημαίνει ότι, στην εποχή της εξατομικευμένης πολιτικής, ακόμη και συλλογικά κόμματα μπορούν να μεταμορφωθούν σε αρχηγικά κόμματα υπό την επίδραση μιας χαρισματικής ηγεσίας. Τα κόμματα-κινήματα, από την άλλη, συνδυάζουν κοινωνική κινητοποίηση, αντισυστημική γλώσσα και συμμετοχικές υποσχέσεις με την αναγκαστική επιδίωξη κοινοβουλευτικής εξουσίας.

Η Καρυστιανού βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή την αντίφαση: θέλει να εκφράσει την κοινωνία εναντίον του κομματικού συστήματος, αλλά για να αλλάξει το σύστημα πρέπει να γίνει κόμμα, να επιλέξει υποψηφίους, να αποκτήσει πρόγραμμα, πειθαρχία και ιεραρχία. Δεν μπορεί να αποφύγει για πάντα αυτό που καταγγέλλει. Μπορεί μόνο να προσπαθήσει να το οργανώσει διαφορετικά.

Είναι πράγματι «μετά-μεταπολιτικό» μόρφωμα;

Καθιερωμένος είναι ο όρος «μεταπολιτική» ή «μεταπολιτική συνθήκη»: η υποχώρηση των ουσιαστικών ιδεολογικών συγκρούσεων και η αντικατάστασή τους από τεχνοκρατική διαχείριση, επικοινωνία και μια προσποιητή συναίνεση χωρίς πραγματικές εναλλακτικές. Οι θεωρίες του «post-political» περιγράφουν ακριβώς το κλείσιμο του πολιτικού ορίζοντα και την απογοήτευση από τα κόμματα που μοιάζουν να εφαρμόζουν παραλλαγές της ίδιας πολιτικής. Η Καρυστιανού δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Γι αυτό μιλάμε για φαινόμενο Καρυστιανού. Η πολιτική θεωρία πρέπει να το μελετήσει.

Το εγχείρημα Καρυστιανού δεν βρίσκεται πέρα από την πολιτική. Αντίθετα, εκφράζει την επιστροφή της πολιτικής σύγκρουσης μέσα σε μια κοινωνία που αισθάνεται ότι της αφαιρέθηκε το δικαίωμα ουσιαστικής επιλογής. Δεν είναι «μετά-μεταπολιτικό» επειδή υπερβαίνει την πολιτική, αλλά επειδή επιχειρεί να επαναπολιτικοποιήσει την κοινωνική αγανάκτηση που είχε αποκλειστεί από τα καθιερωμένα κομματικά κανάλια.

Ακριβέστερος όρος θα ήταν «μετασυστημικό κόμμα-κίνημα»: ένα εγχείρημα που γεννιέται μετά τη ρήξη των πολιτών με το κομματικό σύστημα, χωρίς να έχει ακόμη συγκροτήσει νέο θεσμικό πρότυπο.

Η ανάλυση του Ερνέστο Λακλάου για τον λαϊκισμό βοηθά εδώ. Ένα πλήθος διαφορετικών και αρχικά ασύνδετων αιτημάτων—Δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοπρέπεια, εθνική κυριαρχία, κοινωνική προστασία—μπορεί να συγκροτήσει έναν «λαό» όταν συνδεθεί γύρω από ένα κοινό σύμβολο και έναν κοινό αντίπαλο. Στην περίπτωση αυτή, η Καρυστιανού λειτουργεί ως ο ενοποιητικός κόμβος ενός ετερογενούς ρεύματος. Η ενότητα, όμως, παραμένει εύθραυστη, επειδή οι πολίτες που συμφωνούν στο τι απορρίπτουν δεν συμφωνούν αναγκαστικά στο τι πρέπει να οικοδομήσουν.

Η «κβαντική προσέγγιση»

Η προσπάθεια Καρυστιανού απαιτεί «κβαντική προσέγγιση» υποδηλώνει ότι το εγχείρημα εξελίσσεται σε συνθήκες αβεβαιότητας, πολλαπλών ενδεχομένων και κοινωνικού χάους. Δεν μπορεί να προβλεφθεί γραμμικά ούτε να εξηγηθεί με τη μηχανιστική βεβαιότητα ότι μια συγκεκριμένη οργανωτική ενέργεια θα παράγει αναγκαστικά ένα συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα.

Πιο κατάλληλη είναι η θεωρία των σύνθετων και μη γραμμικών συστημάτων. Ένα ετερογενές κοινωνικό κίνημα μπορεί πράγματι να εμφανίσει απρόβλεπτες μεταβολές, «σημεία διακλάδωσης» και μεγάλη ευαισθησία σε μικρά γεγονότα. Μια αποχώρηση, μια ατυχής δήλωση ή μια οργανωτική σύγκρουση μπορούν να παράγουν δυσανάλογες συνέπειες. Αλλά ακόμη και στο χάος υπάρχουν δομές και «ελκυστές». Στην «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» ο ισχυρότερος ελκυστής είναι αναμφίβολα η ίδια η Καρυστιανού.

Οι αποχωρήσαντες δεν είχαν κατ’ ανάγκη «ντετερμινιστικές» απόψεις. Πολλοί ζητούσαν εκλεγμένα αντί διορισμένων οργάνων, διαφάνεια, σαφείς αρμοδιότητες και λογοδοσία. Αυτά δεν αποτελούν μηχανιστικό αναχρονισμό. Αποτελούν στοιχειώδεις δημοκρατικές εγγυήσεις.

Το στοίχημα

Το κόμμα Καρυστιανού μπορεί να αποτελέσει έναν από τους κρίσιμους παράγοντες πολιτικής αλλαγής.

Μέχρι τις εκλογές το εγχείρημα πιθανότατα θα συνεχίσει να κινείται γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού. Η εκλογική αναμέτρηση θα δείξει αν η κοινωνική εμπιστοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή πολιτική εκπροσώπηση.

Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν η Καρυστιανού θα αντέξει τις αποχωρήσεις. Θα τις αντέξει. Είναι αν θα μπορέσει να λύσει τη θεμελιώδη αντίφαση του εγχειρήματός της: να παραμείνει η αναντικατάστατη ιδρυτική μορφή και συγχρόνως να δημιουργήσει έναν φορέα που δεν θα εξαρτάται απολύτως από τη βούλησή της.

Η αβεβαιότητα είναι αναπόφευκτη. Το χάος μπορεί να είναι δημιουργικό. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι κβαντικό φαινόμενο. Χρειάζεται κανόνες, αντιπροσώπευση, διαφάνεια και θεσμικά αντίβαρα. Αν η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» τα οικοδομήσει, μπορεί να εισαγάγει κάτι πραγματικά νέο στον δημόσιο βίο.

anixneuseis.gr