Τουρκία και Ισραήλ σε τροχιά σύγκρουσης...

 Η κρίση ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ δεν αποτελεί πλέον μια συνηθισμένη διπλωματική αντιπαράθεση, ούτε εξαντλείται στις εμπρηστικές δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τη Γάζα και στις αντίστοιχες απαντήσεις της κυβέρνησης Νετανιάχου. Οι δύο

χώρες έχουν εισέλθει σε μια περίοδο ουσιαστικού στρατηγικού ανταγωνισμού για την πολιτική φυσιογνωμία της Μέσης Ανατολής, το μέλλον της Συρίας, τον ρόλο της Χαμάς, τις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές και, τελικά, την κατανομή της περιφερειακής ισχύος.

Το πιο επικίνδυνο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης είναι σήμερα η Συρία. Εκεί δεν συγκρούονται απλώς δύο διαφορετικές γεωπολιτικές αντιλήψεις. Δυνάμεις δύο ισχυρών κρατών επιχειρούν πλέον στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και διαθέτουν πραγματική δυνατότητα να πλήξουν η μία την άλλη.

Η ισραηλινή επίθεση της 18ης Αυγούστου 2026 στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, στη βορειοδυτική Συρία, αποτέλεσε ένα ανησυχητικό σημείο καμπής. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι ενήργησε για να αποτρέψει την επικείμενη εγκατάσταση τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η Άγκυρα απέρριψε τον ισχυρισμό και χαρακτήρισε την επίθεση παράνομη και αποσταθεροποιητική. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες μίλησαν για «αχρείαστη κλιμάκωση» και άρχισαν να διαμορφώνουν έναν μηχανισμό επικοινωνίας μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας, ώστε να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική σύγκρουση.

Η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού δεν σημαίνει ότι ένας πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Αποδεικνύει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί υπαρκτό τον κίνδυνο ενός ατυχήματος, μιας λανθασμένης εκτίμησης ή ενός ισραηλινού πλήγματος που θα μπορούσε να προκαλέσει τουρκικές απώλειες και να υποχρεώσει πολιτικά την Άγκυρα να απαντήσει.

Η Συρία ως επίκεντρο του ανταγωνισμού

Η Τουρκία επιδιώκει τη δημιουργία ενός σταθερού, ενιαίου και φιλικού συριακού κράτους, στο οποίο θα ασκεί σημαντική πολιτική, οικονομική και στρατιωτική επιρροή. Θέλει επίσης να αποτρέψει τη διαμόρφωση αυτόνομης κουρδικής οντότητας στα νότια σύνορά της και να ενσωματώσει ή να εξουδετερώσει τις ένοπλες κουρδικές δυνάμεις.

Η Άγκυρα φιλοδοξεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση του νέου συριακού στρατού, στην ανοικοδόμηση της χώρας και στη διαμόρφωση των κρατικών θεσμών της. Μια Συρία υπό ισχυρή τουρκική επιρροή θα προσέφερε στην Τουρκία στρατηγικό βάθος, οικονομικές ευκαιρίες και έναν διάδρομο επιρροής προς τον αραβικό κόσμο.

Για το Ισραήλ, όμως, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί μια νέα απειλή. Μέχρι την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, η κυριότερη ισραηλινή ανησυχία ήταν η παρουσία των Φρουρών της Επανάστασης, των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών και των δικτύων μεταφοράς όπλων προς τη Χεζμπολάχ.

Σήμερα, το Ισραήλ φοβάται ότι η ιρανική επιρροή μπορεί να αντικατασταθεί από μια ισχυρή και μονιμότερη τουρκική στρατιωτική παρουσία. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο εγκατάστασης τουρκικών ραντάρ και αντιαεροπορικών συστημάτων, τα οποία θα περιόριζαν την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας πάνω από τη Συρία.

Το Ισραήλ δεν θεωρεί απειλή μόνο όποιον δηλώνει ότι προτίθεται να του επιτεθεί. Ακολουθεί μια στρατηγική προληπτικής αποτροπής: προσπαθεί να εμποδίσει την εμφάνιση των υποδομών και των στρατιωτικών δυνατοτήτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του στο μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνευτούν και τα πλήγματα σε συριακές βάσεις που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από την Τουρκία.

Γάζα, Χαμάς και μάχη για την ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου

Ένα δεύτερο πεδίο σύγκρουσης είναι η Γάζα και η σχέση της Τουρκίας με τη Χαμάς. Ο Ερντογάν δεν αντιμετωπίζει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ως κίνημα παλαιστινιακής αντίστασης. Η Τουρκία διατηρεί πολιτικές σχέσεις με την οργάνωση και έχει φιλοξενήσει στελέχη της.

Για το Ισραήλ, η στάση αυτή ισοδυναμεί με υποστήριξη ενός άμεσου εχθρού. Οι ισραηλινές αντιδράσεις είναι ακόμη εντονότερες επειδή η Τουρκία επιχειρεί να αποκτήσει ρόλο στις μεταπολεμικές ρυθμίσεις για τη Γάζα. Η ισραηλινή κυβέρνηση δεν θέλει τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή ούτε μια πολιτική διευθέτηση που θα προσέφερε στην Άγκυρα μόνιμη επιρροή στο παλαιστινιακό ζήτημα.

Παράλληλα, η υποστήριξη προς τους Παλαιστινίους εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη φιλοδοξία του Ερντογάν: να εμφανίσει την Τουρκία ως ηγετική δύναμη του σουνιτικού μουσουλμανικού κόσμου. Η αντιπαράθεση με το Ισραήλ ενισχύει το ισλαμικό και εθνικιστικό του ακροατήριο και προσφέρει στην Άγκυρα ισχυρό εργαλείο δημόσιας διπλωματίας στον αραβικό κόσμο.

Από την άλλη πλευρά, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αξιοποιεί την ένταση για να προβάλει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που δεν επιτρέπει την εμφάνιση νέων στρατιωτικών απειλών στα σύνορα του Ισραήλ. Η εσωτερική πολιτική χρησιμοποίηση της κρίσης και από τις δύο κυβερνήσεις περιορίζει τα περιθώρια συμβιβασμού.

Πόσο πιθανός είναι ένας πόλεμος;

Ένας προσχεδιασμένος και γενικευμένος πόλεμος παραμένει σχετικά απίθανος. Ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο, όμως, είναι πλέον απολύτως πιθανό.

Καμία από τις δύο χώρες δεν έχει συμφέρον να αρχίσει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Η Τουρκία και το Ισραήλ δεν έχουν κοινά χερσαία σύνορα. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική υποστήριξη. Η τουρκική οικονομία θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα από μια παρατεταμένη σύγκρουση, ενώ το Ισραήλ έχει ήδη ανοιχτά πολλαπλά μέτωπα και δεν επιθυμεί την προσθήκη ενός ισχυρού συμβατικού αντιπάλου.

Ένας προσχεδιασμένος και γενικευμένος πόλεμος παραμένει σχετικά απίθανος. Ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο, όμως, είναι πλέον απολύτως πιθανό.

Ο πραγματικός κίνδυνος δεν βρίσκεται στην επίσημη κήρυξη ενός πολέμου. Βρίσκεται σε μια αλληλουχία γεγονότων που κανείς δεν θα μπορεί εύκολα να σταματήσει.

Το Ισραήλ θα μπορούσε, για παράδειγμα, να βομβαρδίσει μια συριακή εγκατάσταση στην οποία βρίσκονται Τούρκοι στρατιωτικοί. Εάν υπήρχαν νεκροί, η τουρκική κυβέρνηση θα δεχόταν τεράστια πολιτική πίεση να απαντήσει. Μια τουρκική αντιαεροπορική μονάδα θα μπορούσε να καταρρίψει ισραηλινό αεροσκάφος ή μη επανδρωμένο σύστημα. Το Ισραήλ, με τη σειρά του, θα μπορούσε να επιτεθεί στο τουρκικό ραντάρ ή στην αντιαεροπορική συστοιχία.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εσωτερική πολιτική, το εθνικό γόητρο και η ανάγκη διατήρησης της αποτροπής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαδοχικά αντίποινα.

Η πιθανότητα ενός περιορισμένου στρατιωτικού επεισοδίου μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες βρίσκεται περίπου στο 30%–40%. Η πιθανότητα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μέσω της Συρίας ή τρίτων δυνάμεων είναι μικρότερη, αλλά υπολογίσιμη. Η πιθανότητα γενικευμένου διμερούς πολέμου παραμένει χαμηλότερη, περίπου στο 10%–15%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν μαθηματική πρόβλεψη. Αποτυπώνουν τη σχετική βαρύτητα των κινδύνων. Ο καθοριστικός παράγοντας θα είναι αν ένα ισραηλινό πλήγμα προκαλέσει τουρκικές απώλειες. 

Η πιθανότητα ενός περιορισμένου στρατιωτικού επεισοδίου μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες βρίσκεται περίπου στο 30%–40%. Η πιθανότητα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μέσω της Συρίας ή τρίτων δυνάμεων είναι μικρότερη, αλλά υπολογίσιμη. Η πιθανότητα γενικευμένου διμερούς πολέμου παραμένει χαμηλότερη, περίπου στο 10%–15%.

Ποιον θα υποστηρίξουν οι Αμερικανοί;

Σε μια τελική αναμέτρηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κλίνουν προς το Ισραήλ. Πριν φτάσουν, όμως, σε αυτό το σημείο, θα κάνουν σχεδόν τα πάντα για να μη χάσουν την Τουρκία.

Η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ είναι βαθύτερη από μια συνηθισμένη συμμαχία. Περιλαμβάνει μακροχρόνια στρατιωτική χρηματοδότηση, κοινή ανάπτυξη αντιπυραυλικών συστημάτων, στενή συνεργασία πληροφοριών, ισχυρή υποστήριξη στο Κογκρέσο και διακηρυγμένη αμερικανική δέσμευση για τη διατήρηση της ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ.

Η Τουρκία, όμως, παραμένει εξαιρετικά σημαντική για την αμερικανική στρατηγική. Ελέγχει τα Στενά που συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο, διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν και μπορεί να επηρεάσει εξελίξεις στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μέση Ανατολή.

Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να επιλέξει μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Θέλει να διατηρήσει και τις δύο χώρες μέσα στο αμερικανικό σύστημα ισχύος. Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκει τη δημιουργία μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών συγκρούσεων στη Συρία..

Αν, όμως, η Τουρκία επιχειρούσε να πλήξει το ισραηλινό έδαφος ή να δημιουργήσει μια μόνιμη στρατιωτική ομπρέλα στη Συρία που θα περιόριζε δραστικά την ισραηλινή αεροπορία, οι ΗΠΑ θα υποστήριζαν πολιτικά και επιχειρησιακά το Ισραήλ.

Αντίθετα, εάν το Ισραήλ προκαλούσε τουρκικές απώλειες χωρίς να υπάρχει άμεση απειλή, η Ουάσιγκτον θα πίεζε έντονα την ισραηλινή κυβέρνηση να περιορίσει τις επιχειρήσεις της.

Τι επιδιώκει το Ισραήλ στην περιοχή;

Κεντρικός στόχος του Ισραήλ είναι να μην επιτρέψει τη δημιουργία στρατιωτικής απειλής στα σύνορά του. Για τον λόγο αυτό επιδιώκει να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να αποδυναμώσει τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς και να διατηρήσει ελευθερία στρατιωτικής δράσης στη Συρία και στον Λίβανο.

Θέλει επίσης να διατηρήσει την τεχνολογική, αεροπορική και πληροφοριακή υπεροχή του και να αποτρέψει την ανάδειξη μιας νέας περιφερειακής δύναμης που θα αντικαθιστούσε το Ιράν ως κύρια στρατηγική απειλή.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η ισραηλινή ανησυχία για την Τουρκία. Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη οικονομία, πληθυσμό άνω των 85 εκατομμυρίων, σημαντική αμυντική βιομηχανία, ισχυρό στρατό και αναπτυγμένες δυνατότητες στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Δεν αποτελεί σήμερα άμεσο στρατιωτικό εχθρό του Ισραήλ, αλλά διαθέτει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό περιφερειακό ανταγωνιστή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα έχει αποφασίσει να επιτεθεί στο Ισραήλ. Σημαίνει ότι το Ισραήλ δεν θέλει να της επιτρέψει να αποκτήσει στη Συρία υποδομές που θα μπορούσαν μελλοντικά να χρησιμοποιηθούν εναντίον του.

Οι αμερικανικές επιδιώξεις και το Ιράν

Η στρατηγική των ΗΠΑ είναι ευρύτερη από την προστασία του Ισραήλ. Η Ουάσιγκτον θέλει να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να διασφαλίσει τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου, να προστατεύσει τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου και να περιορίσει την κινεζική και ρωσική επιρροή.

Θέλει επίσης να ελέγχει τις βασικές θαλάσσιες, ενεργειακές και οικονομικές διαδρομές χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος ενός νέου μακροχρόνιου πολέμου.

Η νέα αμερικανική εκστρατεία οικονομικής πίεσης στο Ιράν αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ εξήγγειλε τις αυστηρότερες κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ στην Τεχεράνη και προέβλεψε ότι η οικονομική πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.

Το βασικό πρόβλημα αυτής της στρατηγικής είναι η Κίνα, η οποία αγοράζει περισσότερο από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης. Για να μηδενίσουν πραγματικά τις ιρανικές εξαγωγές, οι ΗΠΑ δεν αρκεί να επιβάλλουν κυρώσεις σε ιρανικά πλοία και εταιρείες. Θα πρέπει να πλήξουν αποτελεσματικά τους Κινέζους αγοραστές, ενδεχομένως ακόμη και μεγάλες κινεζικές τράπεζες.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα της Ουάσιγκτον. Αν δεν εφαρμόσει αυστηρά τις κυρώσεις κατά κινεζικών επιχειρήσεων, η Τεχεράνη θα διατηρήσει μέρος της οικονομικής της σανίδας σωτηρίας. Αν τις εφαρμόσει πλήρως, ο οικονομικός πόλεμος εναντίον του Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη οικονομική αντιπαράθεση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Τα εναλλακτικά οικονομικά δίκτυα της Κίνας

Η λεγόμενη «εναλλακτική οικονομική αρχιτεκτονική» που αναφέρεται σε ορισμένες αναλύσεις δεν αποτελεί ένα ενιαίο ή μυστικό σύστημα. Είναι ένα σύνολο παράλληλων μηχανισμών που επιτρέπουν σε χώρες και επιχειρήσεις να πραγματοποιούν συναλλαγές με μικρότερη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το δολάριο.

Στους μηχανισμούς αυτούς περιλαμβάνεται το κινεζικό διατραπεζικό σύστημα CIPS, το οποίο επιτρέπει την εκκαθάριση διασυνοριακών συναλλαγών σε γουάν. Περιλαμβάνονται επίσης οι συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα, οι μικρότερες κινεζικές τράπεζες με περιορισμένη έκθεση στις ΗΠΑ, τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, οι εταιρείες-βιτρίνες και ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» δεξαμενόπλοιων.

Το ιρανικό πετρέλαιο μεταφέρεται συχνά με πλοία περίπλοκης ή μεταβαλλόμενης ιδιοκτησίας, αλλαγές σημαίας, μεταφορτώσεις εν πλω και απόκρυψη των σημάτων εντοπισμού. Οι πληρωμές μπορούν να πραγματοποιούνται σε γουάν μέσω μεσαζόντων, ανταλλακτηρίων ή μικρότερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι μηχανισμοί αυτοί περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, αλλά δεν καταργούν την αμερικανική οικονομική ισχύ. Το δολάριο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 57% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων, ενώ το γουάν κατέχει πολύ μικρότερο μερίδιο.

Επιπλέον, οι κινεζικοί κεφαλαιακοί έλεγχοι, η περιορισμένη μετατρεψιμότητα του γουάν και η απουσία μιας χρηματοπιστωτικής αγοράς αντίστοιχου βάθους με την αμερικανική περιορίζουν την παγκόσμια χρησιμοποίησή του.

Επομένως, είναι σωστό ότι η συστηματική χρήση του δολαρίου ως όπλου δημιουργεί κίνητρα για αποδολαριοποίηση. Είναι υπερβολικό, όμως, να θεωρηθεί ότι η Κίνα διαθέτει ήδη μια πλήρη και ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι ακόμη ένας κόσμος χωρίς δολάριο, αλλά ένας κόσμος με περισσότερους μηχανισμούς μερικής παράκαμψής του.

Η ιρανική αντίσταση χαλάει τα αμερικανικά σχέδια;

Η ιρανική αντίσταση δυσκολεύει, καθυστερεί και αυξάνει το κόστος των αμερικανικών σχεδιασμών, αλλά δεν τους ανατρέπει αυτομάτως.

Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώνει επί δεκαετίες υπό κυρώσεις, να δημιουργεί μηχανισμούς παράκαμψης, να πιέζει τη διεθνή ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ και να απειλεί αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές υποδομές των συμμάχων των ΗΠΑ.

Η ικανότητά του να επηρεάζει το Ιράκ, τον Λίβανο, την Υεμένη και άλλες περιοχές αναγκάζει την Ουάσιγκτον να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. Με αυτή την έννοια, το Ιράν εμποδίζει την εύκολη αναδιάταξη της περιοχής γύρω από το Ισραήλ, τις μοναρχίες του Κόλπου και τους αμερικανικούς ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους.

Η Τουρκία θέλει να αποτελέσει την κυρίαρχη δύναμη στη μεταπολεμική Συρία και να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την απόλυτη στρατιωτική ελευθερία κινήσεων και να αποτρέψει την εμφάνιση ενός νέου ισχυρού περιφερειακού ανταγωνιστή.

Υπάρχει, όμως, και η αντίστροφη πλευρά. Η ιρανική απειλή ενισχύει τη στρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στο Ισραήλ και σε αραβικά κράτη, νομιμοποιεί την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και προσφέρει πολιτικά επιχειρήματα για την επιβολή νέων κυρώσεων.

Η ιρανική αντίσταση, επομένως, χαλάει ορισμένα αμερικανικά σχέδια, αλλά ταυτόχρονα διευκολύνει την οικοδόμηση ενός αντιϊρανικού συνασπισμού υπό αμερικανική προστασία.

Η σημασία Ελλάδας και Κύπρου για το Ισραήλ

Η συνεργασία Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου έχει πλέον πραγματικό στρατηγικό περιεχόμενο. Δεν περιορίζεται σε διπλωματικές φωτογραφίες ή περιστασιακές κοινές δηλώσεις.

Περιλαμβάνει κοινές αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις, στρατιωτική εκπαίδευση, αμυντικές προμήθειες, ανταλλαγή πληροφοριών, κυβερνοασφάλεια, ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις και συνεργασία στη θαλάσσια επιτήρηση.

Οι τρεις χώρες έχουν υπογράψει ειδικό πρόγραμμα στρατιωτικής συνεργασίας για το 2026 και συμφώνησαν να αυξήσουν τις κοινές αεροναυτικές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Για το Ισραήλ, η Ελλάδα προσφέρει στρατηγικό βάθος προς δυσμάς, πρόσβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεγάλο εναέριο χώρο για στρατιωτική εκπαίδευση και μια γεωγραφική γέφυρα προς την Ευρώπη.

Η Κύπρος προσφέρει γεωγραφική εγγύτητα στο Ισραήλ, λιμενικές και αεροπορικές υποδομές, θέση δίπλα στις ενεργειακές ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου και κρίσιμο κρίκο για ηλεκτρικές, ψηφιακές και θαλάσσιες διασυνδέσεις.

Η συνεργασία αυτή αντιμετωπίζεται σοβαρά από το Ισραήλ, δεν πρέπει όμως να συγχέεται με ένα αυτόματο αμυντικό σύμφωνο. Το Ισραήλ συνεργάζεται με την Ελλάδα και την Κύπρο επειδή τα σημερινά συμφέροντα των τριών χωρών συγκλίνουν.

Αν στο μέλλον αποκαθίσταντο οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας, το Τελ Αβίβ δεν θα απέρριπτε μια νέα συνεργασία με την Άγκυρα. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να αξιοποιήσουν τη σημερινή σύγκλιση χωρίς την ψευδαίσθηση ότι το Ισραήλ θα υιοθετήσει αυτομάτως όλες τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις απέναντι στην Τουρκία.

Αν στο μέλλον αποκαθίσταντο οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας, το Τελ Αβίβ δεν θα απέρριπτε μια νέα συνεργασία με την Άγκυρα. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να αξιοποιήσουν τη σημερινή σύγκλιση χωρίς την ψευδαίσθηση ότι το Ισραήλ θα υιοθετήσει αυτομάτως όλες τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις απέναντι στην Τουρκία.

Μια μακρά και επικίνδυνη αντιπαράθεση

Η κρίση Τουρκίας–Ισραήλ είναι σοβαρότερη από τις προηγούμενες διπλωματικές συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών, επειδή έχει αποκτήσει στρατιωτική και γεωγραφική διάσταση στη Συρία.

Οι δύο χώρες δεν επιδιώκουν σήμερα έναν γενικευμένο πόλεμο. Διεκδικούν, όμως, ασύμβατους ρόλους στον ίδιο χώρο. Η Τουρκία θέλει να αποτελέσει την κυρίαρχη δύναμη στη μεταπολεμική Συρία και να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την απόλυτη στρατιωτική ελευθερία κινήσεων και να αποτρέψει την εμφάνιση ενός νέου ισχυρού περιφερειακού ανταγωνιστή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσπαθήσουν να συγκρατήσουν και τις δύο πλευρές. Αν υποχρεωθούν να επιλέξουν, θα κλίνουν αποφασιστικά προς το Ισραήλ, χωρίς όμως να επιθυμούν την οριστική απομάκρυνση της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο.

Το Ιράν και η Κίνα αποκαλύπτουν τα όρια της αμερικανικής ισχύος, αλλά όχι την εξαφάνισή της. Τα εναλλακτικά οικονομικά δίκτυα μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, δεν μπορούν ακόμη να αντικαταστήσουν το δολάριο και το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι ένας μεγάλος τουρκοϊσραηλινός πόλεμος. Είναι μια μακρά περίοδος ψυχρής αντιπαράθεσης, εξοπλισμών, ανταγωνιστικών δικτύων και περιορισμένων κρίσεων στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε ένα περιβάλλον, όμως, όπου πολεμικά αεροσκάφη, αντιαεροπορικά συστήματα και στρατιωτικές δυνάμεις επιχειρούν στον ίδιο χώρο χωρίς πλήρως συμφωνημένους κανόνες, η απόσταση ανάμεσα στον ψυχρό ανταγωνισμό και στη θερμή σύγκρουση μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνα μικρή.

 anixneuseis.gr