Ισραήλ και ΗΠΑ σαρώνουν την Ισπανία με υβριδική επίθεση...

 Αποκάλυψη βόμβα: Ισραήλ και ΗΠΑ σαρώνουν την Ισπανία με υβριδική επίθεση - Εξουδετέρωση της Ευρώπης από ΜαρόκοΟι μαζικές αφίξεις μεταναστών στη Ceuta επαναφέρουν ένα ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια αναλυτές διεθνών σχέσεων και ειδικών στην ασφάλεια:  μπορεί η μετανάστευση να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο άσκησης πίεσης μεταξύ κρατών;

Η Ceuta αποτελεί μία από τις δύο ισπανικές πόλεις στη βόρεια Αφρική και βρίσκεται επί δεκαετίες στο επίκεντρο της διένεξης μεταξύ Ισπανίας και Μαρόκου.
Η Μαδρίτη θεωρεί τη Ceuta αναπόσπαστο τμήμα της ισπανικής επικράτειας και, κατ' επέκταση, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντίθετα, το Μαρόκο δεν έχει αναγνωρίσει οριστικά την ισπανική κυριαρχία και κατά καιρούς πολιτικούς και δημοσιονομικές προσωπικότητες έχουν θέσει θέμα επιστροφής της πόλης.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι κάθε μεταναστευτική κρίση αποκτά αυτομάτως και γεωπολιτικές διαστάσεις.
Υπάρχει μια σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι το Ραμπάτ έχει τις μεταναστευτικές ροές ως μοχλό πίεση στην Ισπανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η άποψη αυτή βασίζεται στο ότι οι μαζικές διελεύσεις συχνά συμπίπτουν με περιόδους διπλωματικής έντασης, ενώ η συνεργασία των μαροκινών αρχών στη φύλαξη των συνόρων φαίνεται να μεταβάλλεται ανάλογα με το πολιτικό κλίμα.
Αυτό, ωστόσο, δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι υπάρχει σχέδιο «κατάληψης» της Ceuta.
Μπορεί να ερμηνευτεί και ως μέσο άσκησης πολιτικής ή διπλωματικής πίεσης χωρίς στρατιωτική αντιπαράθεση.
Όσοι υποστηρίζουν ότι το Μαρόκο επιδιώκει σταδιακή αλλαγή του καθεστώτος της Θεούτας επικαλούνται τρία βασικά επιχειρήματα.
Πρώτα, θεωρούν ότι μια κυβέρνηση η οποία δυσκολεύεται να ελέγξει τις παράτυπες μεταναστευτικές ροές ή επιλέγει πιο φιλελεύθερη μεταναστευτική πολιτική είναι πιθανότερο να βρεθεί υπό πίεση όταν οι αφίξεις αυξάνονται μαζικά.
Δεύτερον, επισημαίνουν ότι η αντίδραση των κρατικών μηχανισμών ασφαλείας επηρεάζει το μήνυμα που εκπέμπεται προς όσους επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα.
Εάν η αποτροπή θεωρηθεί ανεπαρκής, μπορεί να ενισχυθεί η αντίληψη ότι τα σύνορα είναι ευάλωτα.
Τρίτον, αναφέρουν ότι η ποιότητα των διεθνών συνεργασιών στον τομέα των πληροφοριών και της ασφάλειας επηρεάζει την ικανότητα έγκαιρης διαχείρισης κρίσεων.
Ωστόσο, το κατά πόσο συγκεκριμένες διπλωματικές σχέσεις μεταφράζονται σε ουσιαστική επιχειρησιακή αδυναμία αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και όχι τεκμηριωμένο συμπέρασμα.
Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρατηρείται αύξηση αναρτήσεων που χαρακτηρίζουν τη Θεούτα αποικιακά στοιχεία και υποστηρίζουν ότι πρέπει να επιστραφεί στο Μαρόκο.
Τέτοιες απόψεις υπάρχουν εδώ και χρόνια στον δημόσιο διάλογο, όμως η μεγαλύτερη προβολή τους σε περιόδους κρίσης μπορεί να επηρεάσει το κλίμα της κοινής γνώμης.
Από μόνη της, όμως, η παρουσία τέτοιων αφηγήσεων στο διαδίκτυο δεν αποδεικνύει ότι αποτελούν μέρος συντονισμένης κρατικής στρατηγικής.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Ceuta έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.
Ελέγχει ένα κρίσιμο σημείο της Μεσογείου, αποτελεί εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει σημαντική στρατιωτική και οικονομική αξία.
Για τον λόγο αυτό, κάθε κρίση στην περιοχή αποκτά διαστάσεις που υπερβαίνουν το μεταναστευτικό.
Είναι επίσης γεγονός ότι τα σύγχρονα κράτη μέλη και περισσότερο μη στρατιωτικά μέσα για να ασκήσουν πίεση στους αντιπάλους τους.
Η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, της ενέργειας, του εμπορίου, της πληροφόρησης ή των κυβερνητικών επιθέσεων εντάσσεται στη λεγόμενη υβριδική αντιπαράθεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεταναστευτική κρίση είναι αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου, σημαίνει όμως ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξετάζουν και αυτή την πιθανότητα.
Η ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων παραμένει πρωτίστως ευθύνη του κράτους, ενώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί συλλογική υποχρέωση.
Παράλληλα, κάθε πολιτική αντιμετώπιση πρέπει να σέβεται το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα των ανθρώπων που μετακινούνται, δεν υπάρχουν από τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες που ενδέχεται να μην υπάρχουν.
Συμπερασματικά, η μαζική μετακίνηση μεταναστών προς τη Ceuta μπορεί να ερμηνευτεί ως μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης, ιδίως αν συνδυάζεται με διπλωματικές εντάσεις.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει αποδεδειγμένο σχέδιο «αναίμακτης κατάληψης» της πόλης παραμένει εκτίμηση και όχι τεκμηριωμένο γεγονός.
759849859_28606587358934450_1162248536457217920_n.jpg

Ποιες είναι όμως οι πραγματικές σχέσεις Μαρόκου με Ισραήλ και ΗΠΑ;

Ως τα πιάσουμε πιο αναλυτικά:

Η Ceuta, όπως και η Μελίγια, πέραν του ότι είναι εκτός Schengen, δεν καλύπτονται αμυντικά από το ΝΑΤΟ.
Βάσει καταστατικού, το ΝΑΤΟ καλύπτει μόνο Ευρώπη και Νησιά βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου, άρα όχι Τσάγος, όχι Χαβάη, όχι Θέουτα ή Φώκλαντ.
Οι δε ΗΠΑ επιμένουν να μην την αναγνωρίζουν ως ισπανικό έδαφος, ιδίως από όταν το Μαρόκο έδωσε πρόσβαση σε πλοία και αεροσκάφη υποστήριξης του Ισραήλ, όταν η Ισπανία είχε αποκλείσει τον εθνικό της χώρο.
Ισραήλ και Μαρόκο είναι στενοί σύμμαχοι.
Ο Ισραήλ και οι ΗΠΑ είναι οι μόνες χώρες που αναγνωρίζουν την παράνομη προσχώρηση της Δυτικής Σαχάρας από το Μαρόκο, ενώ το Μαρόκο αναγνωρίζει το Ισραήλ ήδη από το 2020.
Το Μαρόκο διατηρεί εβραϊκή κοινότητα ακόμη, η μόνη μουσουλμανική χώρα μαζί με τον Ιράν στη Μέση Ανατολή που υπάρχει εβραϊκή κοινότητα.
Ο δε σύμβουλος του Βασιλέως είναι μέλος της εβραϊκής κοινότητας.

Η στρατηγική συμμαχία Μαρόκου, ΗΠΑ και Ισραήλ αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στη Βόρεια Αφρική

Το Μαρόκο έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και του Ισραήλ στη Βόρεια Αφρική.
Πρόκειται για μια σχέση που δεν βασίζεται μόνο στις διπλωματικές επαφές, αλλά επεκτείνεται στην άμυνα, στις υπηρεσίες, στην οικονομία, στην τεχνολογία και στην περιφερειακή ασφάλεια.
Η τριμερής αυτή συνεργασία θεωρείται από πολλούς αναλυτές από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις γεωπολιτικές στο Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Οι σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Ραμπάτ έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες.
Το Μαρόκο ήταν το πρώτο κράτος που αναγνώρισε την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών το 1777 και η διμερής συνθήκη φιλίας που υπεγράφη λίγα χρόνια αργότερα παραμένει η μακροβιότερη εν ισχύ συμφωνία στην αμερικανική διπλωματική ιστορία. Σήμερα οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά σε θέματα άμυνας, αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, στρατιωτικής εκπαίδευσης και οικονομικών επενδύσεων.
Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη σημειώθηκε το 2020 με τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Με την αμερικανική διαμεσολάβηση το Μαρόκο και το Ισραήλ αποκατέστησαν πλήρως τις διπλωματικές τους σχέσεις, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο συνεργασίας.
Ως μέρος της ίδιας συμφωνίας οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν την κυριαρχία του Μαρόκου στη Δυτική Σαχάρα, γεγονός που οδήγησε στη στρατηγική επιτυχία για το Ραμπάτ.
Έκτοτε η συνεργασία μεταξύ Μαρόκου και Ισραήλ ενισχύθηκε σημαντικά.
Οι δύο χώρες έχουν υπογράψει συμφωνίες στους τομείς της άμυνας, της κυβερνοασφάλειας, της ανταλλαγής πληροφοριών, της αγροτικής τεχνολογίας και της καινοτομίας.
Παράλληλα έχουν αυξηθεί οι οικονομικές επενδύσεις, οι επιχειρηματικές συνεργασίες και οι αεροπορικές συνδέσεις, γεγονός που αποτυπώνει τη διεύρυνση των διμερών σχέσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στρατιωτική διάσταση της συνεργασίας.
Το Μαρόκο συμμετέχει τακτικά σε μεγάλες κοινές ασκήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους Αμερικανούς εταίρους στην αφρικανική ήπειρο .
Παράλληλα, η συνεργασία με το Ισραήλ περιλαμβάνει προηγμένα αμυντικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ηλεκτρονικό πόλεμο και τεχνολογίες επιτήρησης, ενισχύοντας τις επιχειρησιακές δυνατότητες των μαροκινών ενόπλων δυνάμεων.
Η κοινή στρατηγική των τριών χωρών στηρίζεται σε κοινά συμφέροντα.
Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, η σταθερότητα στη Βόρεια Αφρική, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών της Μεσογείου και η ανάσχεση περιφερειακών απειλών αποτελούν βασικούς άξονες της συνεργασίας τους.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες το Μαρόκο λειτουργεί ως σταθερός σύμμαχος σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή, ενώ για το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του στον αραβικό κόσμο.
Παρά τις περιφερειακές εντάσεις και τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις που εκφράζονται στο εσωτερικό του Μαρόκου με τη σχέση με το Ισραήλ, η στρατηγική των τριών χωρών συνεχίζει να εμφανίζεται.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από μια περιορισμένη διπλωματική προσέγγιση σε μια ολοκληρωμένη εταιρική σχέση με σημαντικές γεωπολιτικές, οικονομικές και αμυντικές προεκτάσεις, η οποία επηρεάζει πλέον τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη Βόρεια Αφρική και την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. 

 www.bankingnews.gr