Tα σκάνδαλα που “παραίτησαν” τον Στάρμερ – Εκλογές ζητά ο Φάρατζ...

 Tα σκάνδαλα που "παραίτησαν" τον Στάρμερ – Εκλογές ζητά ο Φάρατζ – Το φαβορί για την διαδοχήΜετά την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ ο ηγέτης του Reform UK (που έρχεται πρώτο εδώ και μήνες στις πανεθνικές δημοσκοπήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο) Νάιτζελ Φάρατζ, ο γνωστός πρωτεργάτης του Brexit, ζήτησε να διεξαχθούν εκλογές. Οι επόμενες εκλογές πρόκειται

να διεξαχθούν στη Βρετανία το 2029, αλλά ένας νέος πρωθυπουργός θα μπορούσε να επισπεύσει αυτό το χρονοδιάγραμμα.

Σε ανάρτησή στην πλατφόρμα Substack, ο Φάρατζ έγραψε: «Ο Στάρμερ δεν είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που έχω απομακρθνει και δεν θα είναι ο τελευταίος. Ο Ντέιβιντ Κάμερον. Η Τερέζα Μέι. Ο Ρίσι Σούνακ. Και ο επόμενος – ο Άντι Μπέρναμ. Ο λόγος που όλοι αποτυγχάνουν είναι ο ίδιος».

«Αυτό που δεν καταλαβαίνει η πολιτική τάξη είναι ότι το εκλογικό σώμα δεν θα δεχτεί να θεωρείται ανόητο. Δεν μπορεί να συνεχίσει να θεωρεί δεδομένες τις ψήφους των ανθρώπων που τους στήριξαν, μόνο και μόνο για να τους προδώσει μόλις αποκτήσει την εξουσία. Η πολιτική έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη», συνέχισε.

«Γι’ αυτό ζητώ εκλογές το συντομότερο δυνατό. Γνωρίζετε, όπως και εγώ, ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να σπαταλήσει άλλη μια εβδομάδα να παρασύρεται από τη μια κρίση στην άλλη. Γι’ αυτό εκατομμύρια από εσάς προσήλθατε στις τοπικές εκλογές για να ψηφίσετε δημοτικούς συμβούλους του Reform UK και γι’ αυτό προηγούμαστε σε πάνω από 300 δημοσκοπήσεις για πάνω από ένα χρόνο».

Σωρεία σκανδάλων 

Η παραίτηση του Στάρμερ ανοίγει τον δρόμο για τον 7ο πρωθυπουργό της Βρετανίας μέσα σε μία δεκαετία. Πρόκειται για μια εικόνα που θα φάνταζε αδιανόητη πριν από λίγα χρόνια για μια χώρα που θεωρούνταν υπόδειγμα κοινοβουλευτικής σταθερότητας. Το ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ηγέτες δεν ηττήθηκαν στις κάλπες. Ανατράπηκαν από τα ίδια τους τα κόμματα όταν κρίθηκε ότι είχαν μετατραπεί σε πολιτικό βάρος.

Ο Στάρμερ δεν έφτασε στην εξουσία επειδή παρουσίασε ένα ριζοσπαστικό όραμα. Έφτασε επειδή κατάφερε να πείσει ότι ήταν η ασφαλής επιλογή απέναντι σε ένα εξαντλημένο Συντηρητικό Κόμμα. Κατά τη διάρκεια της αντιπολίτευσης ακολούθησε μια εξαιρετικά προσεκτική στρατηγική. Απέφυγε τα μεγάλα ρίσκα, περιόρισε τις συγκρούσεις και επένδυσε στην εικόνα του σοβαρού διαχειριστή. Η λογική ήταν απλή: όσο οι Συντηρητικοί αυτοκαταστρέφονταν, οι Εργατικοί δεν χρειαζόταν να κάνουν πολλά περισσότερα από το να περιμένουν.

Η στρατηγική αυτή λειτούργησε άψογα για να κερδίσει τις εκλογές. Δεν λειτούργησε όμως για να κυβερνήσει. Όπως επισημαίνουν ακόμη και υποστηρικτές του, η κυβέρνηση Στάρμερ μπήκε στη Ντάουνινγκ Στριτ χωρίς ένα σαφές πρόγραμμα μετασχηματισμού της χώρας και χωρίς μια ξεκάθαρη θεωρία για το πώς θα επιτευχθεί η αλλαγή που υποσχόταν.

Η πολιτική φθορά του Στάρμερ δεν οφείλεται σε μία και μοναδική υπόθεση. Οι αντιδράσεις για περικοπές κοινωνικών παροχών, η δυσαρέσκεια για τη μετανάστευση, η πίεση από την οικονομία, η τοποθέτηση του Πίτερ Μάντελσον (που εμπλέκεται στο σκάνδαλο Έπστιν) στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον και μια σειρά κυβερνητικών πισωγυρισμάτων έπληξαν σταδιακά το κύρος του.

Την ίδια στιγμή, υποθέσεις, όπως η συγκάλυψη των αστυνομικών και τοπικών σε απανωτά περιστατικά βιασμών με δράστες μουσουλμάνους μετανάστες (όπως έχει καταγγελθεί πολλάκις, μεταξύ άλλων, από τον Ίλον Μασκ) ή η σύλληψη ενός Βρετανού για… ρατσιστική επίθεση, ενώ είχε μαχαιρωθεί από έναν Ινδό(!) έφεραν την  βρετανική κοινωνία στα όρια της, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα-κόλαφος των πρόσφατων αυτοδιοικητικών εκλογών, που σήμαναν θεαματική άνοδο για το κόμμα του Φάρατζ.

Οι εκλογές αυτές, αλλά και το σκάνδαλο Μάντελσον-Έπστιν, προκάλεσαν ένα ντόμινο παραιτήσεων κυβερνητικών στελεχών και συνεργατών του Στάρμερ, ενώ έχει προηγηθεί και η παραίτηση του υπουργού Άμυνας.  Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, η βρετανική πολιτική εξακολουθεί να ζει στη σκιά του Brexit. Το δημοψήφισμα του 2016 δεν προκάλεσε μόνο την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διέλυσε τις παλιές πολιτικές ισορροπίες, αναδιαμόρφωσε εκλογικές συμμαχίες και δημιούργησε ένα εκλογικό σώμα πιο ανυπόμονο και πιο απαιτητικό από ποτέ.

Ο Μπέρναμ ανακοίνωσε υποψηφιότητά

Ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος Άντι Μπέρναμ επιβεβαίωσε σήμερα, Δευτέρα (22/06) ότι θα είναι υποψήφιος για τη διαδοχή του Κιρ Στάρμερ, ο οποίος νωρίτερα ανακοίνωσε την παραίτησή του με διάγγελμα. Η απόφαση του Κιρ Στάρμερ να παραιτηθεί «σηματοδοτεί την αρχή μιας μετάβασης», δήλωσε σε ανάρτησή του ο Μπέρναμ.

Ο πρώην δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ κέρδισε την αναπληρωματική εκλογή στο Μείκερφιλντ, διατηρώντας την έδρα των Εργατικών και αυξάνοντας μάλιστα το ποσοστό του κόμματος από το 45% που είχε καταγραφεί στις βουλευτικές εκλογές του 2024 σε σχεδόν 55%. Η νίκη είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Μπέρναμ απέκρουσε την πρόκληση του Reform UK και ταυτόχρονα ξεπέρασε το βασικό εμπόδιο για οποιαδήποτε μελλοντική διεκδίκηση της ηγεσίας των Εργατικών: πλέον είναι ξανά βουλευτής.

Γεννημένος το 1970 στο Λίβερπουλ, ο Μπέρναμ μεγάλωσε στο Κάλτσεθ του Τσέσαϊρ, σε μια οικογένεια με ισχυρές εργατικές καταβολές. Ο πατέρας του εργαζόταν στη βρετανική τηλεπικοινωνιακή εταιρεία BT και η μητέρα του ήταν γραμματέας σε ιατρείο. Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, εντάχθηκε στους Εργατικούς σε ηλικία μόλις 14 ετών, επηρεασμένος από τη διάσημη τηλεοπτική σειρά «Boys from the Blackstuff», που αποτύπωνε τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας στη Βρετανία της δεκαετίας του 1980.

Φανατικός οπαδός της Έβερτον και λάτρης της μουσικής σκηνής του βρετανικού βορρά, υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος στα μαθητικά του χρόνια, ενώ αργότερα σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι ένιωθε συχνά «σαν ξένος» στο πανεπιστήμιο, θεωρώντας ότι δεν ανήκε στον παραδοσιακό κόσμο των βρετανικών ελίτ.

Μετά τις σπουδές του εργάστηκε αρχικά ως δημοσιογράφος σε εξειδικευμένα εμπορικά περιοδικά, πριν κάνει τα πρώτα του βήματα στην πολιτική ως συνεργάτης της Τέσα Τζόουελ, μιας από τις πιο προβεβλημένες προσωπικότητες των Εργατικών. Το 2001 εξελέγη βουλευτής της περιφέρειας Λι, κοντά στο Μάντσεστερ, και σύντομα βρέθηκε σε κυβερνητικές θέσεις επί Τόνι Μπλερ και αργότερα επί Γκόρντον Μπράουν. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, υπουργός Πολιτισμού και υπουργός Υγείας, ενώ θεωρήθηκε ένα από τα ανερχόμενα στελέχη της παράταξης.

Μετά την εκλογική ήττα των Εργατικών το 2010, ο Μπέρναμ διεκδίκησε για πρώτη φορά την ηγεσία του κόμματος, αλλά ηττήθηκε από τον Εντ Μίλιμπαντ. Πέντε χρόνια αργότερα επιχείρησε ξανά να φτάσει στην κορυφή, αυτή τη φορά όμως ηττήθηκε από τον Τζέρεμι Κόρμπιν.

Οι επικριτές του τον κατηγορούν διαχρονικά ότι προσαρμόζει τις θέσεις του ανάλογα με το πολιτικό κλίμα. Υπήρξε υποστηρικτής της παραμονής της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί πιο αριστερά σε ζητήματα όπως η επανακρατικοποίηση δικτύων ενέργειας και ύδρευσης. Το 2017 εγκατέλειψε το Γουέστμινστερ για να διεκδικήσει τη δημαρχία του Μείζονος Μάντσεστερ. Η απόφαση αποδείχθηκε καθοριστική για την πολιτική του πορεία.

Ως δήμαρχος προώθησε τη ριζική αναδιοργάνωση των δημόσιων συγκοινωνιών της περιοχής, επαναφέροντας τα λεωφορεία υπό δημόσιο έλεγχο και δημιουργώντας το ενιαίο δίκτυο μεταφορών «Bee Network», το πρώτο αντίστοιχο μοντέλο εκτός Λονδίνου. Η δημοτικότητά του εκτοξεύθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν συγκρούστηκε ανοιχτά με την κυβέρνηση των Συντηρητικών για τους περιορισμούς και τη χρηματοδότηση των περιοχών του βόρειου τμήματος της Αγγλίας. Η στάση του εκείνη τού χάρισε το προσωνύμιο «King of the North» – ο «Βασιλιάς του Βορρά».

Για τους υποστηρικτές του, ο Μπέρναμ διαθέτει κάτι που λείπει σήμερα από την ηγεσία των Εργατικών: ισχυρή σύνδεση με τα παραδοσιακά εργατικά στρώματα του βρετανικού βορρά και ικανότητα να κερδίζει ψηφοφόρους που έχουν στραφεί προς αντισυστημικά κόμματα. Για τους επικριτές του, παραμένει ένας πολιτικός που αλλάζει θέσεις ανάλογα με την εποχή.

Το μήνυμα Στάρμερ

«Μια νέα κυβέρνηση των Εργατικών, η πρώτη έπειτα από 14 χρόνια. Μια νέα σελίδα στην ιστορία της χώρας μας άνοιξε ύστερα από χρόνια απογοήτευσης και αδιεξόδων, προσφέροντας την ευκαιρία να αλλάξουμε προς το καλύτερο τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ασχολήθηκα με την πολιτική.

Η πορεία μέχρι εκείνο το σημείο δεν ήταν εύκολη. Πριν από έξι χρόνια, ανέλαβα ένα Εργατικό Κόμμα που ήταν πολιτικά, οικονομικά και ηθικά χρεοκοπημένο. Μου έλεγαν ξανά και ξανά ότι το κόμμα μου είχε τελειώσει, ότι ανήκαμε πλέον στο παρελθόν και ότι η κατάκτηση της πλειοψηφίας στις γενικές εκλογές – πόσο μάλλον μιας σαρωτικής νίκης – ήταν αδύνατη.

Διαψεύσαμε όσους το πίστευαν, γιατί αλλάξαμε το κόμμα μας. Ξεριζώσαμε το δηλητήριο του αντισημιτισμού, αποκαταστήσαμε την αξιοπιστία μας στην οικονομία, την άμυνα και την εθνική ασφάλεια και γίναμε ξανά ένα κόμμα που στεκόταν με υπερηφάνεια δίπλα στη χώρα του και κάτω από την εθνική της σημαία.

Η δύσκολη αυτή προσπάθεια αλλαγής είχε έναν και μόνο σκοπό: όχι την εξουσία για χάρη της εξουσίας, αλλά τη βελτίωση της Βρετανίας. Τη δημιουργία μιας πιο δίκαιης χώρας, βασισμένης στην αξιοπρέπεια και τον σεβασμό, όπου όλοι αναγνωρίζονται, όλοι έχουν αξία και όπου ο πλούτος και οι ευκαιρίες ανήκουν σε όλους και όχι μόνο στους λίγους προνομιούχους» είπε μεταξύ άλλων.

Ανέφερε ότι ζήτησε από την Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Εργατικού Κόμματος να καθορίσει το χρονοδιάγραμμα για τις εκλογές ηγεσίας του κόμματος, με την έναρξη της υποβολής υποψηφιοτήτων να ορίζεται για τις 9 Ιουλίου. Η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων θα λήξει πριν από τη θερινή κοινοβουλευτική διακοπή, στις 16 Ιουλίου. Σε περίπτωση διεξαγωγής εκλογών, θα εξασφαλίσει ότι θα υπάρχει νέος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος μέχρι την επανέναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου τον Σεπτέμβριο.

slpress.gr