Η
κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποκαλύπτει μια σκοτεινή
πραγματικότητα: ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε τεράστια βιομηχανία
κέρδους.
Η πολεμική κρίση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο μια πραγματικότητα που εδώ και δεκαετίες κρύβεται
πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «δημοκρατίας», «ασφάλειας» και «σταθερότητας».Οι πόλεμοι για την Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο γεωπολιτικά εργαλεία — είναι τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Την ώρα που η Μέση Ανατολή βυθίζεται ξανά στην ένταση, οι τιμές ενέργειας εκτοξεύονται και εκατομμύρια άνθρωποι ζουν υπό τον φόβο γενικευμένης σύγκρουσης, στις Ηνωμένες Πολιτείες κάποιοι πανηγυρίζουν.
Πολεμικές βιομηχανίες, εταιρείες drones, λομπίστες, χρηματοδοτούμενα think tanks και πολιτικοί κύκλοι κοντά στον Donald Trump βλέπουν τη σύγκρουση όχι ως τραγωδία αλλά ως χρυσή ευκαιρία κέρδους.
Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό: η πολεμική οικονομία φαίνεται να έχει μετατραπεί σε βασικό πυλώνα του αμερικανικού συστήματος εξουσίας.
Η Lockheed Martin και το «χρυσό παράθυρο» του πολέμου
Η δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου της Lockheed Martin, Jim Taiclet, είναι αποκαλυπτική.
Ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους αμυντικούς κολοσσούς στον κόσμο χαρακτήρισε την κυβέρνηση Trump ως «χρυσή ευκαιρία» για τη βιομηχανία όπλων.
Δεν μίλησε για ειρήνη.
Δεν μίλησε για σταθερότητα.
Δεν μίλησε για ανθρώπινες ζωές.
Μίλησε για «ζήτηση».
Και η «ζήτηση» αυτή είναι ο πόλεμος.
Η
κυβέρνηση του Donald Trump έχει ήδη εμπλακεί σε πολλαπλά μέτωπα:
στήριξη στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα και στον Λίβανο,
συγκρούσεις με τους Houthis, κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν, στρατιωτική
ένταση στα Στενά του Hormuz.
Κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται σημαίνει νέο συμβόλαιο.
Κάθε κρίση σημαίνει νέα χρηματοδότηση.
Κάθε στρατιωτική επιχείρηση σημαίνει δισεκατομμύρια για την πολεμική βιομηχανία.
Η
Lockheed Martin ήδη εξασφάλισε τεράστιες συμφωνίες με το Πεντάγωνο για
αναπλήρωση πυραύλων και αύξηση παραγωγής των συστημάτων THAAD.
Το
αμερικανικό κράτος ουσιαστικά λειτουργεί ως εγγυημένος πελάτης μιας
βιομηχανίας που ζει και αναπτύσσεται μέσα από πολεμικές κρίσεις.

Jim Taiclet
Ο Donald Trump και το οικογενειακό δίκτυο κερδοφορίας
Ακόμη
πιο σοκαριστικό είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο στενός κύκλος του Donald
Trump φαίνεται να επωφελείται οικονομικά από την πολεμική κλιμάκωση.
Οι γιοι του Αμερικανού προέδρου,
Eric Trump και Donald Trump Jr., συνδέονται με την εταιρεία drones
Powerus, η οποία εξασφάλισε συμβόλαιο με την αμερικανική Πολεμική
Αεροπορία για drones αναχαίτισης.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία φέρεται να βρίσκεται σε συνομιλίες με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για πώληση drones που θα χρησιμοποιούνται απέναντι σε πιθανές ιρανικές επιθέσεις.
Το
μήνυμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο: οικογένειες πολιτικών που λαμβάνουν
αποφάσεις πολέμου βρίσκονται ταυτόχρονα σε θέση να αποκομίζουν
οικονομικά οφέλη από τις συγκρούσεις.
Αυτό δημιουργεί τεράστιο ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και ηθικής διαφθοράς.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή αν συνυπολογιστεί ότι ο Keith Kellogg, πρώην ειδικός απεσταλμένος του Donald Trump για την Ουκρανία, εντάχθηκε επίσης στην Powerus ως σύμβουλος λίγο μετά την αποχώρησή του από κυβερνητικό ρόλο.
Η
γνωστή «περιστρεφόμενη πόρτα» μεταξύ κυβέρνησης, στρατού και πολεμικής
βιομηχανίας συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.

Donald Trump Jr και Eric Trump
Τα think tanks του πολέμου
Η αμερικανική πολεμική μηχανή δεν λειτουργεί μόνο μέσω όπλων και συμβολαίων.
Λειτουργεί και μέσω ενός τεράστιου δικτύου αναλυτών, think tanks και «ειδικών» που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη.
Ο Matthew Kroenig του Atlantic Council χαρακτήρισε το κόστος του πολέμου με το Ιράν ως «πολύ καλή επένδυση».
Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη βαθιά απανθρωπιά ενός συστήματος που αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις σαν οικονομικό project.
Για
τους ανθρώπους αυτούς οι βομβαρδισμοί είναι αριθμοί, οι νεκροί είναι
στατιστικές και η αποσταθεροποίηση ολόκληρων περιοχών αποτελεί «κόστος
διαχείρισης».
Το Atlantic Council έχει λάβει σχεδόν 13 εκατομμύρια δολάρια από εξοπλιστικές εταιρείες από το 2019 αποκαλύπτει η Stavroula Pabst στο Responsible Statecraft.
Αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το πόσο ανεξάρτητες είναι οι «αναλύσεις» που προωθούν διαρκώς πιο επιθετικές στρατηγικές.
Όταν
think tanks χρηματοδοτούνται από τις ίδιες εταιρείες που κερδίζουν από
τους πολέμους, τότε η γραμμή ανάμεσα στην ανάλυση και την προπαγάνδα
εξαφανίζεται.
Η Wall Street στοιχηματίζει πάνω στον πόλεμο – Τεράστια κέρδη για την Polymarket του υιού Trump
Η
κατάσταση γίνεται ακόμη πιο κυνική με την αποκάλυψη ότι τεράστια ποσά
στοιχηματίζονται στις αγορές πάνω στις εξελίξεις του πολέμου.
Πλατφόρμες όπως Polymarket και Kalshi φαίνεται να επέτρεψαν σε επενδυτές με
εσωτερική πληροφόρηση να αποκομίσουν τεράστια κέρδη από μεταβολές στις
τιμές του πετρελαίου πριν από κρίσιμες ανακοινώσεις του Donald Trump.
Εκατοντάδες
εκατομμύρια δολάρια τοποθετήθηκαν σε στοιχήματα λίγο πριν από αποφάσεις
της αμερικανικής κυβέρνησης που επηρέασαν άμεσα τις διεθνείς αγορές
ενέργειας.
Το ερώτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό: υπήρξε διαρροή εσωτερικής πληροφόρησης από κυβερνητικούς κύκλους;
Ακόμη
κι αν δεν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, η ίδια η ύπαρξη ενός συστήματος όπου
χρηματοοικονομικοί παίκτες μπορούν να πλουτίζουν πάνω σε πολεμικές
κρίσεις δείχνει το μέγεθος της ηθικής παρακμής.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και το γεγονός ότι ο Donald Trump Jr. βρίσκεται στο διοικητικό συμβούλιο της Polymarket.
Το λόμπι των όπλων και η πολιτική εξαγορά
Οι πολεμικές βιομηχανίες δεν αρκούνται μόνο στα κρατικά συμβόλαια.
Επενδύουν τεράστια ποσά στην πολιτική επιρροή.
Μόνο μέσα στους πρώτους μήνες του έτους, πολιτικές
επιτροπές που συνδέονται με μεγάλες αμυντικές εταιρείες διοχέτευσαν
σχεδόν 5 εκατομμύρια δολάρια σε προεκλογικές εκστρατείες και κομματικούς μηχανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, δεκάδες εταιρείες εγγράφηκαν ως λομπίστες σε θέματα άμυνας και ενέργειας μετά την έναρξη της κρίσης.
Το σύστημα λειτουργεί κυκλικά: οι
εταιρείες όπλων χρηματοδοτούν πολιτικούς, οι πολιτικοί εγκρίνουν
τεράστιους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς και στη συνέχεια οι ίδιες
εταιρείες κερδίζουν ακόμη περισσότερα κρατικά συμβόλαια.
Οι χαμένοι αυτής της διαδικασίας είναι οι φορολογούμενοι και οι κοινωνίες που πληρώνουν το κόστος των πολέμων.
Ο Trump και η πολιτική της επιθετικής κερδοφορίας
Ο Donald Trump παρουσιάστηκε συχνά ως πολιτικός που θα απέφευγε νέους πολέμους.
Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει κάτι διαφορετικό.
Η κυβέρνησή του ενίσχυσε τις στρατιωτικές εντάσεις, αύξησε τις αμυντικές δαπάνες, κλιμάκωσε τη σύγκρουση με το Ιράν και δημιούργησε συνθήκες που ευνοούν άμεσα την πολεμική οικονομία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός συστήματος όπου ο πόλεμος λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής πλούτου και πολιτικής ισχύος.
Η
αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν φαίνεται πλέον να καθοδηγείται μόνο
από γεωπολιτικά συμφέροντα αλλά και από ένα τεράστιο πλέγμα οικονομικών
συμφερόντων που εξαρτώνται από τη διατήρηση της έντασης.

Το Ιράν ως εμπόδιο στην αμερικανική κυριαρχία
Μέσα
σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον όχι
απλώς ως αντίπαλος αλλά ως εμπόδιο στην αμερικανική ηγεμονία στη Μέση
Ανατολή.
Η Τεχεράνη αρνείται να υποταχθεί στις αμερικανικές πιέσεις, διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία και συνεχίζει να λειτουργεί ως ανεξάρτητος γεωπολιτικός πόλος.
Αυτό εξηγεί γιατί η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν χαρακτηρίζεται από διαρκή επιθετικότητα.
Δεν πρόκειται μόνο για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Πρόκειται για τον έλεγχο της περιοχής, της ενέργειας και των γεωπολιτικών ισορροπιών.
Ο πόλεμος ως τεράστια βιομηχανία κέρδους
Η
κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποκαλύπτει μια σκοτεινή
πραγματικότητα: ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε τεράστια βιομηχανία
κέρδους.
Πολεμικές εταιρείες, πολιτικά λόμπι, επενδυτικά κεφάλαια και
κύκλοι εξουσίας φαίνεται να κερδίζουν δισεκατομμύρια μέσα από την
ένταση, την ανασφάλεια και τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Ο Donald
Trump και το περιβάλλον του εμφανίζονται βαθιά συνδεδεμένοι με αυτή τη
δομή συμφερόντων, την ώρα που οι κοινωνίες πληρώνουν το κόστος μέσω
οικονομικής αστάθειας, ενεργειακής κρίσης και κινδύνου γενικευμένου
πολέμου.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι το αμερικανικό
σύστημα μοιάζει να έχει οικοδομήσει μια ολόκληρη οικονομία γύρω από τις
συγκρούσεις.
Και όταν ο πόλεμος μετατρέπεται σε επιχείρηση, τότε η ειρήνη παύει να αποτελεί πραγματική προτεραιότητα.