Οργή
και πανικό και προκαλεί στο Tel Aviv η προοπτική μιας συμφωνίας ΗΠΑ –
Ιράν χωρίς ισραηλινό έλεγχο - Υπαρξιακή απειλή για τον Ισραηλινό
πρωθυπουργό το τέλος του πολέμου - Ο Netanyahu εκβιάζει τώρα με τον
Λίβανο
Πρωτοφανές διπλωματικό επεισόδιο σημειώθηκε ανάμεσα στον
Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu, η πολιτική επιβίωση του οποίου συνδέεται άμεσα με το ιρανικό ζήτημα και συνολικά τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.Η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Donald Trump και Benjamin Netanyahu για τη νέα απόπειρα συμφωνίας με το Ιράν ήταν «δύσκολη και τεταμένη» αναφέρει σε αποκλειστικό του δημοσίευμα το Axios.
Πηγές που γνωρίζουν το περιεχόμενο της συνομιλίας ανέφεραν ότι ο Netanyahu βγήκε από αυτήν οργισμένος, καθώς ο Trump φέρεται να τον ενημέρωσε πως οι διαμεσολαβητές ετοιμάζουν ένα κείμενο που θα υπογράψουν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη για τον τερματισμό του πολέμου.
Σύμφωνα με διαρροές, ο Donald Trump ενημέρωσε τον Benjamin Netanyahu ότι οι διαμεσολαβητές ετοιμάζουν ένα πλαίσιο συμφωνίας, υπό μορφή «επιστολής προθέσεων», το οποίο θα μπορούσε να υπογραφεί από τις ΗΠΑ και το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και την έναρξη διαπραγματεύσεων διάρκειας 30 ημερών.
Η ενημέρωση προκάλεσε έντονη αντίδραση από τον Netanyahu, ο οποίος φέρεται να επέμεινε ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να συνεχίσει τη στρατιωτική πίεση αντί να προσφέρει στην Τεχεράνη διπλωματική διέξοδο.

«Πήραν φωτιά τα μαλλιά του Netanyahu»
Αμερικανός αξιωματούχος περιέγραψε χαρακτηριστικά την κατάσταση του Ισραηλινού πρωθυπουργού μετά την κλήση λέγοντας ότι «πήραν φωτιά τα μαλλιά του», αποτύπωση της οργής και του πανικού που προκαλεί στο Tel Aviv η προοπτική μιας συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν χωρίς ισραηλινό έλεγχο.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές
ο Netanyahu δήλωσε στον Αμερικανό πρόεδρο ότι είναι απαράδεκτο το
Ισραήλ να καίγεται και οι ΗΠΑ να κάνουν συμφωνία με τους «τρομοκράτες
της Τεχεράνης».
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: το Ιράν δεν γονάτισε.
Παρά
τις επιθέσεις, τις απειλές, τις πιέσεις και τις μεγάλες προσδοκίες του
Ισραήλ, η Τεχεράνη παραμένει όρθια, διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ και
εμφανίζεται ως αναγκαίος συνομιλητής για τη σταθεροποίηση της περιοχής. Αυτό από μόνο του συνιστά στρατηγική αποτυχία για τον Netanyahu.
Ο
Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επενδύσει πολιτικά και στρατιωτικά σε ένα
σενάριο πλήρους κάμψης του Ιράν: καταστροφή του πυρηνικού και
βαλλιστικού του προγράμματος, αποκοπή της Τεχεράνης από τους
περιφερειακούς της συμμάχους και, στο πιο ακραίο επίπεδο,
αποσταθεροποίηση ή και ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Τρεις μήνες μετά την έναρξη της νέας σύγκρουσης, τίποτε από αυτά δεν έχει επιτευχθεί με τον τρόπο που υποσχόταν το Ισραήλ.
Αντιθέτως, η διαφαινόμενη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν εστιάζει σε πολύ πιο περιορισμένους και ρεαλιστικούς στόχους: επανεκκίνηση της θαλάσσιας ναυσιπλοΐας, τερματισμό των άμεσων εχθροπραξιών ΗΠΑ – Ιράν και σταδιακή μείωση της έντασης.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η στρατιωτική
πίεση έχει όρια και ότι χωρίς την Τεχεράνη δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή
περιφερειακή διευθέτηση.
Αυτό είναι ακριβώς που εξοργίζει το Ισραήλ.
Η ειρήνη ως υπαρξιακή απειλή για τον Netanyahu
Για τον Benjamin Netanyahu, μια συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δεν είναι απλώς ανεπιθύμητη.
Είναι υπαρξιακή απειλή για το πολιτικό του μέλλον.
Ο
λόγος είναι απλός: ολόκληρη η πολιτική του ταυτότητα στηρίχθηκε επί
δεκαετίες στην εικόνα του «Mr. Security», του ηγέτη που μπορεί να
προστατεύσει το Ισραήλ από το Ιράν, τη Hezbollah, τη Hamas και κάθε περιφερειακό αντίπαλο.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα έχει ραγίσει.
Ο Netanyahu συνδιοργάνωσε έναν πόλεμο που μπορεί να προκάλεσε φθορές στο Ιράν, αλλά δεν έφερε στρατηγική νίκη.
Αποκλείστηκε από τις διαπραγματεύσεις για την τελική έκβαση της σύγκρουσης.
Αντιμετωπίζει εκλογές που μπορεί να διεξαχθούν ακόμη και τον Σεπτέμβριο 2026.
Και, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που επικαλούνται τα ισραηλινά μέσα, μόλις ένα μικρό ποσοστό των Ισραηλινών θεωρεί την εκστρατεία κατά του Ιράν σημαντική επιτυχία.
Η
πολιτική ζημιά είναι τεράστια. Ο Netanyahu εμφανίζεται να έχει σύρει το
Ισραήλ σε μια επικίνδυνη αναμέτρηση χωρίς καθαρή νίκη, ενώ τώρα βλέπει
τον Donald Trump να διαπραγματεύεται με την Τεχεράνη χωρίς να του
παραχωρεί τον κεντρικό ρόλο που ο ίδιος θεωρεί αυτονόητο.
Για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, η ειρήνη δεν είναι λύση.
Είναι πρόβλημα.
Διότι
μια ειρήνη που αφήνει τη Hezbollah ενεργή, το Ιράν κυρίαρχο συνομιλητή
και το πυρηνικό ζήτημα σε αναβολή ή διαχείριση, υπονομεύει το βασικό
αφήγημα της κυβέρνησής του.

Το Ισραήλ χάνει τον έλεγχο της ατζέντας
Η οργή του Netanyahu δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Αφορά κυρίως το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν ελέγχει πλέον πλήρως την αμερικανική ατζέντα.
Επί
χρόνια, η ισραηλινή στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι η Ουάσιγκτον
θα ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις επιδιώξεις του Tel Aviv.
Όμως η πιθανή συμφωνία Trump – Ιράν δείχνει ότι ακόμη και οι ΗΠΑ, παρά τη βαθιά τους σχέση με το Ισραήλ, δεν μπορούν να αγνοούν επ’ άπειρον το κόστος μιας ανοιχτής περιφερειακής ανάφλεξης.
Η Ουάσιγκτον δεν ενεργεί από φιλειρηνισμό.
Ενεργεί από συμφέρον.
Οι ΗΠΑ βλέπουν ότι η παράταση της σύγκρουσης απειλεί τη ναυσιπλοΐα, τις ενεργειακές ροές, τις αγορές, τις στρατιωτικές τους δυνάμεις και τη συνολική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Το
Ιράν, από την πλευρά του, έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει την
πίεση, να απαντήσει ασύμμετρα και να παραμείνει καθοριστικός παίκτης.
Αυτή η νέα πραγματικότητα είναι δύσπεπτη για το Ισραήλ.
Διότι σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως «απειλή», αλλά και ως δύναμη με την οποία πρέπει να υπάρξει συμφωνία.
Ο Λίβανος ως πεδίο εκβιασμού
Μέσα
σε αυτό το σκηνικό, η απόφαση του Netanyahu να κλιμακώσει τις
επιχειρήσεις κατά της Hezbollah στον Λίβανο δεν μπορεί να θεωρηθεί
τυχαία.
Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του Trump ότι η συμφωνία με
το Ιράν ήταν «σε μεγάλο βαθμό διαπραγματευμένη», ο Netanyahu διέταξε τον
ισραηλινό στρατό να «αυξήσει τα πλήγματα» κατά της Hezbollah,
δηλώνοντας ότι το Ισραήλ «βαθαίνει την επιχείρηση στον Λίβανο».
Η χρονική σύμπτωση είναι αποκαλυπτική.
Όταν το Ισραήλ δεν μπορεί να σταματήσει απευθείας τη διαπραγμάτευση ΗΠΑ – Ιράν, μεταφέρει την πίεση στον Λίβανο.
Με
άλλα λόγια, ο Λίβανος γίνεται ξανά το πεδίο πάνω στο οποίο το Tel Aviv
επιχειρεί να στείλει μηνύματα στην Ουάσιγκτον, στην Τεχεράνη και στο
εσωτερικό του ισραηλινού πολιτικού συστήματος.
Η τακτική είναι κυνική.
Το Ισραήλ γνωρίζει ότι το Ιράν έχει δηλώσει πως οποιαδήποτε συμφωνία με τις ΗΠΑ πρέπει να περιλαμβάνει τον τερματισμό των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Εάν λοιπόν ο Netanyahu κλιμακώνει στον Λίβανο, μπορεί να λειτουργήσει ως άτυπος σαμποτέρ της διπλωματικής διαδικασίας.
Το μήνυμα είναι σαφές: εάν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη προχωρήσουν σε συμφωνία χωρίς το Ισραήλ, ο Netanyahu έχει τη δυνατότητα να ανατινάξει το περιφερειακό κλίμα μέσω του Λιβάνου.
Η Hezbollah ως πρόσχημα και ως στρατηγικός φόβος
Το
άμεσο στρατιωτικό επιχείρημα του Ισραήλ είναι η δράση της Hezbollah,
ιδίως η χρήση φθηνών, μη παρεμβαλλόμενων drones με οπτική ίνα εναντίον
ισραηλινών στρατευμάτων στη νότια ζώνη του Λιβάνου.
Αυτά
τα drones, επειδή δεν βασίζονται σε ραδιοσυχνότητες, είναι δύσκολο να
παρεμβληθούν και έχουν προκαλέσει απώλειες στον ισραηλινό στρατό.
Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα είναι βαθύτερο.
Η Hezbollah δεν είναι απλώς μια ένοπλη οργάνωση στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.
Είναι
το βασικό στρατηγικό αντίβαρο που καθιστά ακριβή κάθε ισραηλινή επίθεση
στο Ιράν και κάθε απόπειρα πλήρους περιφερειακής επιβολής του Tel Aviv.
Αυτό εξηγεί γιατί το Ιράν επιμένει ότι ο Λίβανος πρέπει να περιληφθεί σε οποιαδήποτε συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Από την οπτική της Τεχεράνης, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμφωνία εάν οι ΗΠΑ συνομιλούν για ειρήνη στο ένα μέτωπο, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να βομβαρδίζει στο άλλο.
Η θέση αυτή, όσο κι αν ενοχλεί το Ισραήλ, έχει εσωτερική λογική.
Το Ιράν εμφανίζεται να ζητά ενιαία αποκλιμάκωση, ενώ το Ισραήλ επιχειρεί να διατηρήσει το δικαίωμα να πολεμά κατά βούληση, ακόμη και όταν οι σύμμαχοί του διαπραγματεύονται κατάπαυση των εχθροπραξιών.
H παγίδα του Netanyahu - «Για κάθε drone της Hezbollah θα πέφτουν 10 κτίρια στη Βηρυτό»
Ο Netanyahu δεν κινείται μόνο με βάση τη στρατηγική.
Κινείται και με βάση τον φόβο πολιτικής κατάρρευσης.
Η κυβέρνησή του στηρίζεται σε ακραίες δυνάμεις όπως ο Itamar Ben-Gvir και ο Bezalel Smotrich, οι οποίοι δεν βλέπουν τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό, αλλά ως μόνιμη πολιτική ταυτότητα.
Ο Bezalel Smotrich ζήτησε ουσιαστικά μαζικά αντίποινα, λέγοντας ότι για κάθε εκρηκτικό drone πρέπει να πέφτουν δέκα κτίρια στη Βηρυτό.
Ο Itamar Ben-Gvir πήγε ακόμη πιο μακριά, καλώντας τον Netanyahu να «χτυπήσει το τραπέζι» του Trump και να ενημερώσει ότι το Ισραήλ επιστρέφει σε πόλεμο στον Λίβανο, ακόμη και με διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.
Αυτές δεν είναι απλώς ακραίες δηλώσεις.
Είναι η πολιτική ουσία της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης.
Μιας κυβέρνησης που δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τα ακραία εβραϊκά στοιχεία αλλά δεν μπορεί και να τα ελέγξει.
Ο Netanyahu είναι παγιδευμένος από τους ίδιους τους συμμάχους του.
Ο Smotrich έχει προωθήσει την επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, επιχειρώντας να καταστήσει την κατοχή μη αναστρέψιμη.
Ο
Ben-Gvir έχει μετατρέψει την πολιτική πρόκληση σε καθημερινή πρακτική,
ακόμη και όταν αυτή προκαλεί ενόχληση σε φιλοϊσραηλινούς κύκλους στις
ΗΠΑ.
Για αυτούς τους πολιτικούς, ο Λίβανος δεν είναι μόνο μέτωπο ασφάλειας.
Είναι πεδίο επίδειξης ισχύος, ιδεολογικής καθαρότητας και εθνικιστικού μαξιμαλισμού.

Itamar Ben-Gvir
Η εσωτερική κατάρρευση του ισραηλινού πολιτικού συστήματος
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση Netanyahu απειλείται και από άλλα μέτωπα.
Τα υπερορθόδοξα κόμματα έχουν δηλώσει ότι δεν έχουν πλέον εμπιστοσύνη στον Netanyahu, μετά την αποτυχία του να περάσει νομοθεσία που θα εξαιρούσε τους υπερορθόδοξους Εβραίους από τη στρατιωτική θητεία.
Η
απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ να ακυρώσει το προηγούμενο
καθεστώς εξαίρεσης έχει δημιουργήσει τεράστιο πολιτικό ρήγμα.
Σε μια
χώρα εξαντλημένη από πολέμους, απώλειες και μόνιμη κινητοποίηση, το
ζήτημα της στράτευσης δεν είναι τεχνικό. Είναι υπαρξιακό για την
κοινωνική συνοχή του Ισραήλ.
Παράλληλα, οι Naftali Bennett και Yair Lapid επιχειρούν να συγκροτήσουν μέτωπο ανατροπής του Netanyahu,
με σύνθημα την απόδοση ευθυνών για την 7η Οκτωβρίου, την καθολική
στρατιωτική θητεία και τον περιορισμό της θητείας των πρωθυπουργών στα
οκτώ χρόνια.
Κάθε μία από αυτές τις θέσεις στοχεύει ευθέως τον Netanyahu.
Ο
Ισραηλινός πρωθυπουργός γνωρίζει ότι, εάν οδηγηθεί σε εκλογές χωρίς
στρατιωτική ή διπλωματική «νίκη», μπορεί να χάσει την εξουσία.
Γι’ αυτό ο Λίβανος αποκτά τόσο μεγάλη σημασία.
Είναι
το μέτωπο από το οποίο μπορεί να κατασκευάσει εικόνα αποφασιστικότητας,
να συσπειρώσει την ακροδεξιά και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ηγέτη
που δεν υποχωρεί ούτε απέναντι στον Trump.

Naftali Bennett
Οι ΗΠΑ πληρώνουν την αντίφαση της πολιτικής τους
Η κρίση αυτή εκθέτει και τις ΗΠΑ.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να αναζητά συμφωνία με το Ιράν για να περιορίσει τη σύγκρουση.
Από
την άλλη, εξακολουθεί να παρέχει στο Ισραήλ την πολιτική, στρατιωτική
και διπλωματική κάλυψη που του επιτρέπει να κλιμακώνει στον Λίβανο.
Αυτή είναι η μεγάλη αμερικανική αντίφαση.
Οι ΗΠΑ θέλουν αποκλιμάκωση, αλλά δεν θέλουν να επιβάλουν πραγματικό κόστος στο Ισραήλ.
Θέλουν συμφωνία με το Ιράν, αλλά φοβούνται την αντίδραση του ισραηλινού lobby και των φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στο εσωτερικό τους.
Θέλουν
σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, αλλά συνεχίζουν να στηρίζουν μια
κυβέρνηση που λειτουργεί ως μηχανισμός διαρκούς αποσταθεροποίησης.
Αυτός είναι ο λόγος που το Ιράν μπορεί σήμερα να εμφανίζεται πιο συνεπές στη διαπραγματευτική του θέση από τις ΗΠΑ.
Η Τεχεράνη ζητά μια συνολική παύση των συγκρούσεων.
Η Ουάσιγκτον ζητά ειρήνη, αλλά αφήνει ανοιχτά παράθυρα για ισραηλινές εξαιρέσεις.
Το Ισραήλ ζητά, σύμφωνα με πληροφορίες που αποδίδονται στη Wall Street Journal, να κατοχυρωθεί «ελευθερία δράσης» στον Λίβανο ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της διαφαινόμενης συμφωνίας με το Ιράν.
Αυτό δεν είναι ειρήνη.
Είναι προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η μονομερής ισραηλινή στρατιωτική δράση υπό αμερικανική ομπρέλα.
Το Ιράν ως δύναμη αντοχής και διαπραγμάτευσης
Το
σημαντικότερο συμπέρασμα από την κρίση είναι ότι το Ιράν, παρά τις
επιθέσεις και τις κυρώσεις, κατάφερε να επιβάλει τον εαυτό του ως
αναπόφευκτο συνομιλητή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν έχει δικές της στρατηγικές επιδιώξεις ή ότι λειτουργεί από αλτρουισμό.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτική απομόνωσης και στρατιωτικής πίεσης απέτυχε.
Το Ιράν δεν διαπραγματεύεται από θέση συντριβής. Διαπραγματεύεται από θέση αντοχής.
Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Η ισραηλινή στρατηγική βασίστηκε στην ιδέα ότι η συνεχής πίεση θα έφερνε κατάρρευση ή υποταγή.
Αντί γι’ αυτό, έφερε ένα Ιράν πιο προσεκτικό, πιο δικτυωμένο και πιο ικανό να συνδέει τα μέτωπα: Περσικός Κόλπος, Λίβανος, Υεμένη, Συρία, Ιράκ.
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να τεμαχιστεί ανάλογα με τις ανάγκες του Ισραήλ.
Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί τον Netanyahu.
Διότι μια συμφωνία που αναγνωρίζει έμμεσα την περιφερειακή βαρύτητα του Ιράν ισοδυναμεί με παραδοχή ότι το Ισραήλ δεν μπορεί πλέον να επιβάλλει μόνο του τους κανόνες του παιχνιδιού.
Ο πραγματικός φόβος του Ισραήλ
Το Ισραήλ δεν φοβάται μόνο τα drones της Hezbollah ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Φοβάται μια νέα περιφερειακή ισορροπία στην οποία η στρατιωτική του υπεροχή δεν θα αρκεί για να επιβάλλει πολιτικά αποτελέσματα.
Φοβάται ότι οι ΗΠΑ, έστω και καθυστερημένα και ιδιοτελώς, θα αναγκαστούν να συνομιλήσουν σοβαρά με την Τεχεράνη.
Φοβάται ότι το Ιράν θα κατοχυρώσει ρόλο συνδιαμορφωτή της περιφερειακής ασφάλειας.
Φοβάται ότι η Hezbollah θα παραμείνει δύναμη αποτροπής στον Λίβανο.
Και πάνω απ’ όλα, ο Netanyahu φοβάται ότι θα φανεί πως ο μόνιμος πόλεμος δεν έφερε ασφάλεια, αλλά στρατηγική κόπωση.
Η κρίση λοιπόν δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Είναι κρίση αφηγήματος.
Το
αφήγημα ότι το Ισραήλ μπορεί να βομβαρδίζει, να αποκλείει, να
επεκτείνεται και να καθορίζει μόνο του τους όρους της περιοχής
συγκρούεται πλέον με μια πραγματικότητα πιο σύνθετη και πιο ανθεκτική.
Ο Netanyahu πολεμά για την πολιτική του επιβίωση
Η κλιμάκωση στον Λίβανο δεν είναι απλώς αντίδραση σε στρατιωτικές απειλές.
Είναι εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.
Ο
Netanyahu χρησιμοποιεί τον Λίβανο για να πιέσει τον Trump, να
υπονομεύσει τη συμφωνία με το Ιράν, να κατευνάσει την ακροδεξιά του και
να εμφανιστεί ως ηγέτης που δεν αφήνει κανέναν να διαπραγματευθεί την «ελευθερία δράσης» του Ισραήλ.
Όμως αυτή η πολιτική έχει τεράστιο κόστος.
Ο Λίβανος κινδυνεύει να γίνει ξανά το θύμα ενός παιχνιδιού ισχύος ανάμεσα σε Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν.
Οι άμαχοι πληρώνουν το τίμημα των στρατηγικών υπολογισμών.
Και η περιοχή παραμένει όμηρος μιας ισραηλινής ηγεσίας που, αντί να αναζητήσει πολιτική λύση, προσπαθεί να παρατείνει τη σύγκρουση για να παρατείνει την εξουσία της.
Η διαφαινόμενη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τόσο σημαντική.
Όχι
επειδή λύνει όλα τα προβλήματα. Αλλά επειδή δείχνει ότι ακόμη και η
Ουάσιγκτον αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως η στρατηγική της τυφλής
ευθυγράμμισης με το Ισραήλ παράγει αδιέξοδα.
Το Ιράν, παρά την πίεση, παραμένει στο τραπέζι.
Το Ισραήλ, παρά την ισχύ του, εμφανίζεται νευρικό και πολιτικά παγιδευμένο.
Οι ΗΠΑ, παρά την υπερδύναμη ισχύ τους, αναγκάζονται να διαπραγματευθούν με την πραγματικότητα.
Και
η πραγματικότητα είναι αυτή: η Μέση Ανατολή δεν μπορεί να
σταθεροποιηθεί με μόνιμους πολέμους, μονομερείς βομβαρδισμούς και
κυβερνήσεις που χρειάζονται την κρίση για να επιβιώσουν.
Εάν η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν προχωρήσει, θα αποτελέσει ήττα όχι για την ασφάλεια του Ισραήλ, αλλά για την πολιτική του μόνιμου εκβιασμού που εκπροσωπεί ο Benjamin Netanyahu.