Αυτό που πριν από δύο χρόνια
φαινόταν αδιανόητο — η πώληση γερμανικών εργοστασίων αυτοκινήτων σε
κινεζικές εταιρείες — πλέον συζητείται παρασκηνιακά στο Βερολίνο ως ο
μοναδικός τρόπος αποφυγής μιας κοινωνικής έκρηξης εξαιτίας της βίαιης
αποβιομηχάνισης.
Η εποχή της κυριαρχίας των γερμανικών κολοσσών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα, φτάνει στο τέλος της.
Οι παλιές αυτοκρατορίες — Volkswagen, Mercedes-Benz, Opel, BMW — περικόπτουν πυρετωδώς λειτουργικά κόστη, απολύουν εργαζόμενους και κλείνουν εργοστάσια.
Η κατάσταση έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο: αυτό που πριν από δύο χρόνια φαινόταν αδιανόητο — η πώληση γερμανικών εργοστασίων αυτοκινήτων σε κινεζικές εταιρείες — πλέον συζητείται παρασκηνιακά στο Βερολίνο ως ο μοναδικός τρόπος αποφυγής μιας κοινωνικής έκρηξης.
Το σύμβολο της γερμανικής βιομηχανίας βγήκε στο σφυρί
Η VW, σύμβολο της γερμανικής ισχύος, συμφώνησε να περικόψει 35.000 θέσεις εργασίας έως το 2030.
Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η εταιρεία συζητά σοβαρά το κλείσιμο εργοστασίων στην ίδια της την πατρίδα, τη Γερμανία.
Η κατάσταση της Volkswagen αποτελεί καταστροφή πλήρους κλίμακας για ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία, γράφει ο γερμανικός Τύπος.
Ο όμιλος, που επί δεκαετίες συμβόλιζε τη βιομηχανική ισχύ και οικονομική σταθερότητα της Γερμανίας, βρέθηκε παγιδευμένος μέσα στο ίδιο του το αναπτυξιακό μοντέλο και σε μια αποτυχημένη μετάβαση προς τις «πράσινες τεχνολογίες».

Έχασαν τη μάχη για τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα
Οι επενδύσεις στα ηλεκτροκίνητα οχήματα δεν απέδωσαν: η ζήτηση στην Ευρώπη παραμένει στάσιμη λόγω του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και της έλλειψης υποδομών, ενώ στην Κίνα, τη μεγαλύτερη αγορά, η Volkswagen χάνει ολοκληρωτικά απέναντι στα τοπικά brands.
Το αποτέλεσμα είναι λογικό: για πρώτη φορά στην ιστορία της, η διοίκηση του ομίλου εξετάζει το ενδεχόμενο να κλείσει εργοστάσια στη Δρέσδη και στο Όσναμπρικ.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η Κίνα.
Σύμφωνα με το Reuters, το Πεκίνο δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την αγορά αυτών των εγκαταστάσεων.
Η τύχη του εργοστασίου στο Osnabrück συζητείται ιδιαίτερα έντονα.
Εκπρόσωποι της Volkswagen επιβεβαιώνουν ότι αναζητούν μια «βιώσιμη λύση» που θα ικανοποιεί τόσο τους μετόχους όσο και τους εργαζομένους.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει προθυμία πώλησης του «εθνικού θησαυρού» στους χθεσινούς ανταγωνιστές.
Και όλα αυτά εξαιτίας της αποτυχημένης οικονομικής πολιτικής των Βρυξελλών και της κυβέρνησης του Friedrich Merz, που ακολουθεί τη γραμμή τους.
Οι Βρυξέλλες ουσιαστικά απαγόρευσαν τους κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035, αναγκάζοντας τις αυτοκινητοβιομηχανίες να επενδύσουν δισεκατομμύρια ευρώ στα ηλεκτρικά οχήματα.
Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά δεν ήταν έτοιμη: το 2025 οι πωλήσεις στην ΕΕ αυξήθηκαν μόλις κατά 1,8%, ενώ η συνολική αγορά δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα.
Οι αγοραστές δεν θέλουν ακριβά ηλεκτρικά αυτοκίνητα με περιορισμένη αυτονομία, ενώ η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών υποδομών φόρτισης υστερεί απελπιστικά.

Ο κινεζικός Δούρειος Ίππος στην καρδιά της Ευρώπης
Αντί η ΕΕ να βοηθήσει τους κατασκευαστές της να ανταγωνιστούν το Πεκίνο, επέβαλε αμέτρητα περιβαλλοντικά πρότυπα και πρόστιμα άνθρακα.
Το
αποτέλεσμα; Οι κινεζικές εταιρείες, που διαθέτουν πλήρη αλυσίδα
παραγωγής μπαταριών και φθηνή ενέργεια, εκτοπίζουν τους Ευρωπαίους από
το ίδιο τους το πεδίο.
Έτσι, για κινεζικές εταιρείες όπως οι BYD, Leapmotor και Chery, η αγορά εργοστασίων στη Γερμανία δεν αφορά μόνο ακίνητα και εξοπλισμό., Πρόκειται για στρατηγικό «ματ» απέναντι στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία.
Η
παραγωγή αυτοκινήτων απευθείας στη Γερμανία επιτρέπει την πλήρη
παράκαμψη των προστατευτικών δασμών της ΕΕ στις εισαγωγές ηλεκτρικών
οχημάτων.
Ένα αυτοκίνητο που συναρμολογείται στο Osnabrück θεωρείται νομικά ευρωπαϊκό προϊόν.
Οι κινεζικές εταιρείες επιδιώκουν επίσης να αποκτήσουν τη γερμανική κατασκευαστική κουλτούρα και φήμη.
Αυτό θα τους επιτρέψει να απαλλαγούν οριστικά από την εικόνα της «φθηνής εναλλακτικής» και να εδραιωθούν στην premium κατηγορία.
Επιπλέον, η ιδιοκτησία στρατηγικών επιχειρήσεων παρέχει στο Πεκίνο έναν ισχυρό μοχλό πίεσης απέναντι στη γερμανική κυβέρνηση.
Πολιτική ανοησία εναντίον οικονομικής λογικής
Το μέλλον αυτών των συμφωνιών εξαρτάται άμεσα από τη νέα γερμανική κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση
προσπαθεί να διακόψει οριστικά τους δεσμούς με τη Ρωσία και να μειώσει
συνολικά την εξάρτησή της από τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου, αλλά έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα: χωρίς
κινεζικά κεφάλαια, τα εργοστάσια της Volkswagen θα μετατραπούν απλώς σε
εγκαταλελειμμένα υπόστεγα και δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι θα βρεθούν
στον δρόμο.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών παιχνιδιών του Merz.
Οι κινεζικές κρατικές εταιρείες και ιδιωτικοί κολοσσοί όπως η BYD κινούνται με εξαιρετική προσοχή.
Παρακολουθούν στενά την αντίδραση των γερμανικών συνδικάτων.
Η συνθηκολόγηση του παραγωγικού μοντέλου
Το ισχυρό συνδικάτο IG Metall απαιτεί αδιαπραγμάτευτες εγγυήσεις για τις θέσεις εργασίας και τους μισθούς.
Ωστόσο, όπως δείχνει η εμπειρία εργοστασίων στην Ουγγαρία και την Τουρκία, οι Κινέζοι γνωρίζουν πώς να επιδεικνύουν ευελιξία όταν διακυβεύεται η κατάκτηση της παγκόσμιας αγοράς.
Όταν... πέσει και το
Osnabrück και εμφανιστεί ένα νέο λογότυπο στις πύλες του, αυτό θα
σηματοδοτήσει την επίσημη συνθηκολόγηση του ευρωπαϊκού βιομηχανικού
μοντέλου.
Και η καταστροφή του ξεκίνησε με τις κυρώσεις κατά
της Ρωσίας του 2022, που στέρησαν από τη Γερμανία την πρόσβαση στο
φθηνό φυσικό αέριο πάνω στο οποίο βασιζόταν το «γερμανικό οικονομικό θαύμα».
Έπειτα από αυτό,
η παραγωγή χάλυβα, πλαστικών και η λειτουργία των γραμμών
συναρμολόγησης άρχισαν να κοστίζουν πολλαπλάσια σε σχέση με την Κίνα ή
τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Έτσι, οι σπασμοί μιας ετοιμοθάνατης Volkswagen δεν αποτελούν απλώς μια τοπική κρίση μιας εταιρείας.
Η Bosch, για παράδειγμα, απολύει 13 χιλιάδες εργαζόμενους.
Η αιτία είναι η ασθενής ζήτηση και το υπερβολικό παραγωγικό κόστος.
Σήμερα, λοιπόν, εκδίδεται μια ετυμηγορία
για ολόκληρο το βιομηχανικό μοντέλο που καταστράφηκε συστηματικά από
γραφειοκρατικές αποφάσεις στις Βρυξέλλες, από μια ιδεολογικά φορτισμένη
«πράσινη μετάβαση» και από την απώλεια πρόσβασης σε φθηνή ενέργεια.
Η κινεζική έκρηξη και η αδυναμία αντίδρασης
Οι δυσκολίες της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας είναι ιδιαίτερα έντονες.
Η Κίνα έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο εξαγωγέα αυτοκινήτων παγκοσμίως, μετά από σημαντική πρόοδο στα ηλεκτρικά οχήματα, προσφέροντας φθηνότερες εναλλακτικές απέναντι στις Volkswagen AG, BMW AG και Mercedes-Benz Group AG.
Για τον Frank Konrad, διευθύνοντα σύμβουλο της γερμανικής εταιρείας μηχανολογικού εξοπλισμού Hahn Automation Group GmbH, ο ρυθμός αλλαγών στη κινεχική βιομηχανία είναι εντυπωσιακός.
Η εταιρεία του διατηρεί δραστηριότητες εκεί και, όπως
θυμάται, όταν επισκέφθηκε στις αρχές του αιώνα ένα εργοστάσιο
κατασκευής τρακτέρ στη χώρα, του θύμισε «παλιές ταινίες», ενώ σήμερα η
εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
«Οι άνθρωποι στην Κίνα εξακολουθούν να λένε ότι η Porsche είναι ένα καλό αυτοκίνητο, αλλά υπάρχει ένα BYD με την ίδια ισχύ, κατασκευασμένο στην Κίνα, που κοστίζει τα μισά χρήματα», δήλωσε.
«Και σου το λένε αυτό κατά πρόσωπο»!
Η απειλή για την οικονομία της Ευρωζώνης
Η απειλή
για τους πυλώνες της εξαγωγικής ισχύος ήδη επιβαρύνει την ευημερία και
καθιστά παρωχημένη μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας.
Ο αντίκτυπος της ανανεωμένης έμφασης της Κίνας στη μεταποίηση και το εμπόριο, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων της Goldman Sachs, ενδέχεται
να κοστίσει στην ευρωζώνη το 0,6% του ΑΕΠ έως τα τέλη του 2029, με τη
Γερμανία να αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση, της τάξης του
0,9%.
Τα άμεσα σημεία πίεσης θα εντοπιστούν σε
παραδοσιακούς κλάδους μεταποίησης στους οποίους η Κίνα σχεδιάζει να
αναπτύξει νέες τεχνολογίες, όπως τα χημικά, η αυτοκινητοβιομηχανία, τα
μηχανήματα και η ηλεκτρολογική μηχανική.
Το πενταετές οικονομικό πλάνο που … τρομάζει
Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι πιο μελλοντικοί κλάδοι που περιλαμβάνονται στο πενταετές σχέδιο της χώρας — μεταξύ αυτών η ρομποτική, η κβαντική τεχνολογία και οι επικοινωνίες 6G.
Το πενταετές σχέδιο περιλαμβάνει επίσης στόχο για ενίσχυση του κοινωνικού δικτύου προστασίας και τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης, η οποία θεωρείται βασικό αδύναμο σημείο της οικονομίας.
Τέτοιου είδους μέτρα αποτελούν διαχρονικό αίτημα Ευρωπαίων αξιωματούχων, καθώς θα μείωναν την εξάρτηση της κινεζικής οικονομίας από τις εξαγωγές.
Κινέζοι ηγέτες, μεταξύ των οποίων και ο πρωθυπουργός Li Qiang, έχουν επίσης δεσμευθεί να ανοίξουν περαιτέρω την αγορά της χώρας σε ξένες επιχειρήσεις, απορρίπτοντας παράλληλα τις αιτιάσεις ότι οι κρατικές επιδοτήσεις ευθύνονται για την άνοδο της μεταποίησης.
Η
κυβέρνηση έχει ξεκινήσει εκστρατεία κατά του υπερβολικού ανταγωνισμού
και της υπερπαραγωγικής δυναμικότητας, αν και μέχρι στιγμής τα
αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.
Τα δημογραφικά δεδομένα και η κατανάλωση
«Οι δημογραφικές πιέσεις μιας γηράσκουσας κοινωνίας, σε συνδυασμό με την εξάρτηση του κινεζικού οικονομικού μοντέλου από τη συγκράτηση της αύξησης των μισθών, περιορίζουν αναπόφευκτα το βάρος της εγχώριας κατανάλωσης στην οικονομία», δήλωσε η Alicia Garcia-Herrero, ανώτερη συνεργάτιδα του think tank Bruegel και επικεφαλής οικονομολόγος για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού στη Natixis.
«Αντίθετα, η κυβέρνηση σχεδιάζει να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης επεκτείνοντας το μερίδιο της χώρας στις παγκόσμιες εξαγωγές, ιδιαίτερα στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας».
Η μεταποίηση στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο.
Βιομηχανικοί κολοσσοί όπως η Airbus SE και η Safran SA ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξανόμενες πιέσεις από τις κινεζικές επενδύσεις στην αεροπορία, ενώ η Sanofi SA και άλλες φαρμακοβιομηχανίες απειλούνται καθώς η Κίνα αυξάνει το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά μέσω ισχυρής ώθησης στην καινοτομία.
Παράλληλα, η Renault SA λανσάρει φθηνότερα ηλεκτρικά οχήματα, επιχειρώντας να αναχαιτίσει την κινεζική επίθεση στην εγχώρια αγορά της.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος Emmanuel Macron έχει χαρακτηρίσει μη βιώσιμο το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει προειδοποιήσει για πιθανή λήψη «ισχυρών μέτρων» ως απάντηση. Ωστόσο, η διαμόρφωση ενιαίου μετώπου αποδεικνύεται δύσκολη, ιδίως καθώς η Ευρώπη καλείται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τις εμπορικές επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου Donald Trump.
Διαφωνίες έχουν συνοδεύσει ακόμη και την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο Industrial Accelerator Act, η οποία στοχεύει στην αύξηση του μεριδίου της ευρωπαϊκής μεταποίησης στην οικονομία στο 20% έως το 2035, από 14,3% το 2024.
Τα μέτρα που προβλέπονται αποκλίνουν από τη δέσμευση της ΕΕ υπέρ του ανοικτού εμπορίου, καθώς προκρίνουν ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες προμήθειες.
Το σχέδιο αναβλήθηκε επανειλημμένα λόγω εσωτερικών diafvni;vn: ο Macron προώθησε έντονα μια προσέγγιση «Made in Europe», ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz ζήτησε να δοθεί έμφαση στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ.


Ο Konrand της Hahn Automation Group υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει πιο αποφασιστική στη στήριξη του ιδιωτικού τομέα.
«Χωρίς τη λήψη μέτρων, θεωρώ πραγματικά ότι οι τεχνολογικές εταιρείες θα συνεχίσουν να εξαφανίζονται», δήλωσε ο Konrand , του οποίου ο κλάδος είναι πιθανό να επηρεαστεί από τα κινεζικά σχέδια. Υποστηρίζει την επιβολή κανόνων τοπικών , αν και αναγνωρίζει ότι τέτοια μέτρα θα προκαλούσαν «τριβές» στην οικονομία.
Άλλοι επιχειρηματικοί ηγέτες έχουν εκφράσει αντίθεση στην ιδέα αυτή, ένδειξη ότι η συζήτηση θα οξυνθεί όταν η πρόταση της Επιτροπής τεθεί προς συζήτηση μεταξύ των κυβερνήσεων της ΕΕ και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απειλή αποβιομηχάνισης “made in China”. Γνωρίζουμε τα εργαλεία για να την αντιμετωπίσουμε.
Το ερώτημα είναι αν διαθέτουμε την πολιτική βούληση να τα χρησιμοποιήσουμε», επισημαίνει.
Κατά
τα φαινόμενα δεν φαίνεται ότι η Ευρώπη έχει πιθανότητες να κερδίσει τον
εμπορικό και βιομηχανικό πόλεμο καθώς τα αναπτυξιακό της μοντέλο έχει
εκπνεύσει…