Σημαντική κινητικότητα
καταγράφεται, σύμφωνα με τα αμερικανικά ΜΜΕ κατά τις τελευταίες ημέρες
στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με
αντικείμενο την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz και
Οι αγορές φαίνεται να συμφωνούν – προς ώρας – με το αφήγημα του Donald Trump o οποίος έχει τελειώσει τον πόλεμο καμιά ντουζίνα.. φορές.
Η Τεχεράνη έχει εγκαλέσει πολλές φορές την κυβέρνηση των ΗΠΑ για έλλειψη αξιοπιστίας.
Την ίδια ώρα η ιρανική πλευρά δεν φαίνεται να υποχωρεί από τις «κόκκινες γραμμές» της για τα στενά του Hormuz ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump δυσκολεύεται να υπογράψει μια συμφωνία που θα τον δείχνει να έχει χάσει ολοκληρωτικά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Γεγονός που αποτελεί πραγματικότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες από αμερικανικές κυβερνητικές πηγές, οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε ένα προκαταρκτικό μνημόνιο κατανόησης, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην άμεση επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz, ενώ παράλληλα θα ανοίξει τον δρόμο για νέες διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Η τελική έγκριση της συμφωνίας παραμένει στα χέρια του Donald Trump, ενώ η ιρανική πλευρά δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει επισήμως την αποδοχή των όρων.
Ο αντιπρόεδρος JD Vance δήλωσε ότι οι συνομιλίες βρίσκονται «πολύ κοντά» σε συμφωνία, υπογραμμίζοντας όμως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανοικτά ζητήματα τόσο στη διατύπωση του κειμένου όσο και στις βασικές παραμέτρους του πυρηνικού προγράμματος.
Σύμφωνα με το αμερικανικό σχέδιο, τα Στενά του Hormuz θα ανοίξουν άμεσα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, χωρίς ωστόσο να αρθεί εξαρχής πλήρως ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ.
Η σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών θα συνδεθεί με την αποκατάσταση της εμπορικής ναυτιλιακής δραστηριότητας και την απομάκρυνση ναρκών που έχουν τοποθετηθεί στην περιοχή.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κρίσιμη για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς τα Στενά του Hormuz αποτελούν το σημαντικότερο πέρασμα πετρελαίου και LNG παγκοσμίως.

H χειρότερη κρίση στην αγορά ενέργειας από τη δεκαετία του 1970
Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις, η σχεδόν πλήρης διακοπή της κυκλοφορίας στην περιοχή τους προηγούμενους μήνες προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στην παγκόσμια αγορά ενέργειας από τη δεκαετία του 1970.
Οι αγορές πετρελαίου συνεχίζουν να ποντάρουν σε γρήγορο τέλος της κρίσης με το Ιράν — οι αναλυτές όμως προειδοποιούν ότι επενδυτές και καταναλωτές ενδέχεται να απογοητευτούν.
Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν άνοδο άνω του 3% νωρίς την Πέμπτη (28/5), μετά τη νέα ανταλλαγή πυραυλικών επιθέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή έδειξε να κλιμακώνεται εκ νέου.
Το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για τις τιμές του πετρελαίου, ενισχυόταν κατά 2,1% στα 96,29 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate επέστρεψε πάνω από τα 90 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 2,4%.
Ο επικεφαλής εμπορευμάτων της Investec, Callum Macpherson, δήλωσε ότι οι επενδυτές δυσκολεύονται «απίστευτα» να αποκτήσουν σαφή εικόνα για την κατεύθυνση της αγοράς, καθώς οι τιμές μεταβάλλονται διαρκώς υπό την επίδραση αντιφατικών σημάτων από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.
Όπως εξηγεί, οι αγορές επηρεάζονται από συνεχείς εναλλαγές μεταξύ ενδείξεων διπλωματικής προόδου και νέων στρατιωτικών συγκρούσεων, με αποτέλεσμα το κλίμα να αλλάζει μέσα σε λίγες ώρες.
Ο Macpherson αναφέρθηκε στις πληροφορίες της Τετάρτης (27/5) σύμφωνα με τις οποίες Ιρανοί αξιωματούχοι συζητούσαν σχέδιο μνημονίου κατανόησης που περιλάμβανε σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο πλευρών.
Ωστόσο, λίγο αργότερα ο Λευκός Οίκος διέψευσε τις πληροφορίες, χαρακτηρίζοντάς τες ανακριβείς.
Η αντιφατική αυτή εικόνα εξελίσσεται παράλληλα με νέες επιθέσεις και αντίποινα στην περιοχή, γεγονός που απειλεί να τινάξει στον αέρα την ήδη εύθραυστη εκεχειρία.
Παρά το γεγονός ότι οι αγορές εξακολουθούν «να βρίσκουν τρόπους να λειτουργούν», ο Macpherson προειδοποιεί ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Όπως σημείωσε σε συνέντευξή του στο CNBC, οι αγορές δυσκολεύονται να αξιολογήσουν σωστά τις εξελίξεις, την ώρα που πραγματικοί καταναλωτές, παραγωγοί και διυλιστήρια υποχρεώνονται να συνεχίσουν τις συναλλαγές, να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο και να εξασφαλίζουν φορτία πετρελαίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένα δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να διέρχονται από τα Στενά του Hormuz, ωστόσο δεν υπάρχουν σημάδια επιστροφής στην κανονικότητα σε αυτή τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία.
Για τον λόγο αυτό εκτιμά ότι οι τιμές δύσκολα θα επιστρέψουν σύντομα στα επίπεδα των 60-70 δολαρίων ανά βαρέλι που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση.
«Το βασικό ζήτημα είναι να υπάρξει εμπιστοσύνη ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει οριστικά και ότι δεν θα υπάρξει νέα ανάφλεξη», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι οι αγορές εξακολουθούν να λειτουργούν, αλλά απαιτείται σύντομα μια ουσιαστική πολιτική λύση.

Από την πλευρά του, ο ανώτερος αναλυτής της αγοράς μετοχών της Hargreaves Lansdown, Matt Britzman, σημείωσε ότι οι τιμές του πετρελαίου στην περιοχή των 90 δολαρίων αποτυπώνουν ένα «σαφές γεωπολιτικό risk premium» που παραμένει ενσωματωμένο στην αγορά.
Όπως εξηγεί, οι επενδυτές βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη ανησυχία για αναζωπύρωση των συγκρούσεων και στην ελπίδα ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να έχουν ισχυρό κίνητρο να αποκαταστήσουν τις ενεργειακές ροές.
Παράλληλα, ο Britzman επισημαίνει ότι η συνολική εικόνα της αγοράς δείχνει πως οι επενδυτές δεν έχουν ακόμη προεξοφλήσει το χειρότερο δυνατό σενάριο, καθώς το πετρέλαιο εξακολουθεί να οδεύει προς δεύτερη συνεχόμενη εβδομαδιαία πτώση.
Ανάλογη εκτίμηση διατυπώνει και ο στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος της OCBC Group Research, Sim Moh Siong.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και αν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης, η πτώση των τιμών του πετρελαίου δεν θα είναι γρήγορη.
Ο βασικός λόγος είναι ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί τη δυνατότητα να διαταράξει τη λειτουργία των Στενών του Hormuz, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη.
Επιπλέον, οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές, η αναζωπύρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από πολλές χώρες και η ενσωμάτωση υψηλότερου διαρθρωτικού γεωπολιτικού κινδύνου στην αγορά εκτιμάται ότι θα διατηρήσουν τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η ψευδής αισιοδοξία στις αγορές
Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, οι διεθνείς αγορές μετοχών κατέγραψαν νέα ιστορικά υψηλά, καθώς αυξάνονται οι προσδοκίες για επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz και σταθεροποίηση της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση έχει ήδη προκαλέσει τεράστιο οικονομικό κόστος. Από τις αρχές του έτους έως τα τέλη Απριλίου, η
τιμή του Brent αυξήθηκε από περίπου 67 δολάρια στα 126 δολάρια ανά
βαρέλι, προκαλώντας μεταφορά πλούτου ύψους έως και 6 δισ. δολαρίων
ημερησίως από καταναλωτές προς πετρελαιοπαραγωγούς και ενεργειακές
εταιρείες.
Παράλληλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού
κινδύνου για τα πλοία που διέρχονται από τον Περσικό Κόλπο αυξήθηκαν
ακόμη και πάνω από 1.000%, επιβαρύνοντας δραματικά το κόστος μεταφοράς
πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, μόνο το Ιράκ διακίνησε περίπου 10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μέσω των Στενών του Hormuz τον Απρίλιο, αριθμός σημαντικά μειωμένος σε σχέση με τα φυσιολογικά επίπεδα διακίνησης.
Οικονομική ελάφρυνση και «παγωμένα» κεφάλαια
Κεντρικό σημείο η οικονομική αποζημίωση του Ιράν.
Ο Donald Trump έχει ξεκαθαρίσει στους συνεργάτες του ότι δεν επιθυμεί να εμφανιστεί πως οι Ηνωμένες Πολιτείες χρηματοδοτούν άμεσα την Τεχεράνη. Ωστόσο, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι χωρίς σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία.
Για τον λόγο αυτό εξετάζονται σχήματα
μέσω τρίτων χωρών — κυρίως του Κατάρ — ώστε να αποδεσμευθούν ιρανικά
κεφάλαια χωρίς η Ουάσιγκτον να εμφανίζεται ως άμεσος χρηματοδότης του
ιρανικού καθεστώτος.
Σύμφωνα με πληροφορίες από διαπραγματευτικές πηγές,
το Ιράν πιέζει για άμεση πρόσβαση σε «παγωμένα» κεφάλαια που βρίσκονται
στο Κατάρ και σε άλλες χώρες, με ποσά που εκτιμάται ότι κυμαίνονται από
12 έως και 24 δισεκατομμύρια δολάρια.
Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο τραπέζι βρίσκονται ακόμη μεγαλύτερα πακέτα οικονομικής στήριξης και επενδύσεων, τα οποία ενδέχεται να αγγίξουν ακόμη και τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με αναφορές από think tanks που παρακολουθούν στενά τις διαπραγματεύσεις, η
Τεχεράνη ζητεί την αποδέσμευση μέρους των κεφαλαίων αμέσως μετά την
υπογραφή της συμφωνίας και του υπόλοιπου ποσού εντός 60 ημερών.
Τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αγορά φαρμάκων, βιομηχανικών πρώτων υλών και κρίσιμων εισαγωγών, ενώ η Τεχεράνη φέρεται να επιδιώκει και ευρύτερη χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου της.
Πυρηνικό πρόγραμμα και γεωπολιτικές αντιδράσεις
Παρά τη σημαντική πρόοδο στις συνομιλίες, το υπό διαμόρφωση μνημόνιο δεν περιλαμβάνει ακόμη συμφωνία για το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα.
Εκτός
τελικής ρύθμισης παραμένει επίσης το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου. Ο
Donald Trump είχε αρχικά ζητήσει πλήρη και μόνιμη απαγόρευση, ωστόσο
τις τελευταίες εβδομάδες άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μιας πολυετούς
αναστολής αντί οριστικής διακοπής.
Κρίσιμο παραμένει και το ζήτημα διαχείρισης των αποθεμάτων ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει σήμερα το Ιράν.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι συνομιλίες προκαλούν ήδη έντονες αντιδράσεις.
Επικριτές
της διαπραγμάτευσης υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να
επαναλάβει την πολιτική της περιόδου Barack Obama, όταν είχαν
αποδεσμευθεί 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια προς το Ιράν μετά τη συμφωνία
του 2015.
Την ίδια στιγμή, πρόσωπα που υποστηρίζουν σκληρότερη στάση απέναντι στην Τεχεράνη - μεταξύ αυτών ο Benjamin Netanyahu, ο Ted Cruz και ο Lindsey Graham - εκφράζουν έντονη αντίθεση σε οποιονδήποτε νέο συμβιβασμό.
Παρά τις αντιδράσεις, οι διεθνείς αγορές συνεχίζουν να κινούνται σαν
να θεωρούν πιθανή μια τελική συμφωνία, στοιχείο που εξηγεί και τη
σημαντική αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου τις τελευταίες ημέρες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο
Donald Trump θα αποτύχνει να δείξει μια διπλωματική και οικονομική
επιτυχία που θα μπορούσε να σταθεροποιήσει τόσο τις ενεργειακές αγορές
όσο και το διεθνές επενδυτικό κλίμα - και το χάος θα διατηρηθεί επί
μακρόν