Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump να εμπλέξει την Αμερική σε έναν ανοιχτό πόλεμο με το Ιράν αποτελεί μία από τις πιο επικίνδυνες και αμφιλεγόμενες επιλογές της σύγχρονης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύγκρουση αυτή δεν φαίνεται να βασίζεται σε σαφώς
Αντιθέτως, πρόκειται για έναν πόλεμο επιλογής, που ξεκίνησε χωρίς άμεση απειλή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και που ήδη αποδεικνύεται πιο δύσκολος και δαπανηρός από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί στην Ουάσιγκτον.
Η απόφαση της κυβέρνησης Trump επαναλαμβάνει ένα μοτίβο που έχει στοιχειώσει την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή για δεκαετίες: την υπερεκτίμηση της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ και την υποτίμηση της πολυπλοκότητας των περιφερειακών συγκρούσεων.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ακόμη πολέμου χωρίς τέλος, ο οποίος όχι μόνο απειλεί τη σταθερότητα της περιοχής αλλά και ενδέχεται να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια νέα στρατηγική αποτυχία.
Παράλληλα αποκαλύπτεται πως το Ισραήλ κατάφερε να σύρει τις ΗΠΑ σε έναν καταστροφικό πόλεμο, πριν αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί στην αμερικανική κοινωνία, που ήδη έχει αρχίσει να βλέπει αρνητικά τον ρόλο του Τελ Αβίβ.

Μεταβαλλόμενες δικαιολογίες και στρατηγική ασάφεια
Από την αρχή της σύγκρουσης, οι αιτιολογήσεις της κυβέρνησης Trump για την έναρξη των εχθροπραξιών έχουν αλλάξει πολλές φορές. Πριν από την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης «Επική Οργή», η Ουάσιγκτον επικαλούνταν διαφορετικούς λόγους για στρατιωτική δράση:
• την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν
• την εξουδετέρωση του βαλλιστικού οπλοστασίου της χώρας
• ακόμη και την «απελευθέρωση» του ιρανικού λαού από το καθεστώς του.
Ωστόσο, αυτές οι αιτιολογίες παρουσιάζουν σημαντικές αντιφάσεις.
Ο
ίδιος ο Trump είχε ισχυριστεί προηγουμένως ότι το πυρηνικό πρόγραμμα
του Ιράν είχε ήδη καταστραφεί από τις ΗΠΑ κατά την επιχείρηση Midnight
Hammer.
Εάν αυτό ήταν αληθές, τότε η επίκληση του πυρηνικού κινδύνου ως αιτία πολέμου στερείται λογικής συνέπειας.
Παράλληλα, δημοσκοπήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειχναν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών πολιτών αντιτίθεται στην εμπλοκή της χώρας σε έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Παρά τη σαφή λαϊκή αντίθεση, η κυβέρνηση προχώρησε στην κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ακόμη και μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, οι δηλώσεις της κυβέρνησης παρέμειναν αντιφατικές.
Ο
Trump αρχικά υποστήριξε ότι το Ιράν αποτελούσε «άμεση απειλή» για τις
Ηνωμένες Πολιτείες και μίλησε ανοιχτά για αλλαγή καθεστώτος στην
Τεχεράνη, καλώντας τους Ιρανούς να «πάρουν πίσω τη χώρα τους».
Στη
συνέχεια, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από αυτή τη
ρητορική, ακόμη και μετά τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Ali Khamenei.
Παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα αξιωματούχοι της κυβέρνησης υποστήριξαν ότι ο Trump θα πρέπει να έχει προσωπικό ρόλο στην επιλογή του επόμενου ηγέτη της χώρας.
Η συνεχής μεταβολή των στόχων και των δικαιολογιών αποκαλύπτει βαθιά στρατηγική ασάφεια.
Μια υπερδύναμη που ξεκινά έναν πόλεμο χωρίς σαφές πολιτικό ή στρατιωτικό σχέδιο κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια σύγκρουση χωρίς τέλος.
Ο διογκωμένος «κίνδυνος» από το Ιράν
Για
δεκαετίες, στην Ουάσιγκτον έχει καλλιεργηθεί η αντίληψη ότι το Ιράν
αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την ασφάλεια των Ηνωμένων
Πολιτειών.
Ωστόσο, πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο κίνδυνος αυτός έχει υπερδιογκωθεί.
Το
ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν βρισκόταν σε φάση ανάπτυξης πυρηνικού
όπλου, ενώ τα βαλλιστικά του συστήματα δεν είχαν την τεχνολογική
δυνατότητα να πλήξουν το αμερικανικό έδαφος.
Ακόμη και το Πεντάγωνο παραδέχθηκε μετά την έναρξη του πολέμου ότι το Ιράν δεν σχεδίαζε να επιτεθεί στις αμερικανικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην περιοχή, εκτός εάν προηγουμένως δεχόταν επίθεση από το Ισραήλ.
Αν ο πραγματικός στόχος της Ουάσιγκτον ήταν η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, τότε υπήρχε ήδη μια διπλωματική λύση.
Το Ιράν είχε δείξει διάθεση για συμβιβασμό με όρους που, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς,
θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο ευνοϊκοί για τις Ηνωμένες Πολιτείες από
τη συμφωνία του 2015, από την οποία αποχώρησε μονομερώς η κυβέρνηση
Trump το 2018.
Ο πόλεμος όχι μόνο δεν έλυσε το ζήτημα της πυρηνικής ασφάλειας, αλλά το έκανε ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Ο καθοριστικός ρόλος του Ισραήλ – Έσυρε τις ΗΠΑ σε έναν καταστροφικό πόλεμο
Πολλοί
αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο βασικός καταλύτης για τη σύγκρουση δεν ήταν
τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά οι προτεραιότητες του Ισραήλ.
Ο
Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu εδώ και περισσότερες από
τρεις δεκαετίες πιέζει την Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε στρατιωτική δράση
κατά του Ιράν.
Για το Ισραήλ, η ύπαρξη ενός ισχυρού Ιράν αποτελεί θεμελιώδης στρατηγική απειλή.
Κατά
τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, το
Ισραήλ φέρεται να παρενέβη για να εμποδίσει μια νέα πυρηνική συμφωνία,
εισάγοντας όρους που καθιστούσαν αδύνατη την επίτευξη συμφωνίας.
Ο στόχος ήταν σαφής: να οδηγηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες προς στρατιωτική αντιπαράθεση.
Το Ισραήλ επιχείρησε επίσης να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία μετά την επίθεση της Hamas στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις επακόλουθες συγκρούσεις στη Γάζα και στον Λίβανο.
Μέσα
σε αυτό το περιβάλλον έντασης, το Τελ Αβίβ διέκρινε μια μοναδική
ευκαιρία να πιέσει την Ουάσιγκτον να κινηθεί στρατιωτικά εναντίον της
Τεχεράνης.
Ο Netanyahu γνώριζε ότι η πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ δεν είναι πλέον τόσο δεδομένη όσο στο παρελθόν.
Η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα πιο διχασμένη ως προς τη σχέση των δύο χωρών.
Έτσι, η ισραηλινή ηγεσία έσπευσε να αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας πριν αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί.
Σε αυτό το παιχνίδι γεωπολιτικής πίεσης, ο Trump φαίνεται ότι έπαιξε ακριβώς τον ρόλο που επιθυμούσε το Ισραήλ.
Το ισραηλινό σαμποτάζ στις συνομιλίες και ο ρόλος του Witkoff
Ένα
από τα πλέον καθοριστικά στοιχεία που οδήγησαν στην κατάρρευση των
διπλωματικών προσπαθειών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν ήταν η συστηματική υπονόμευση των συνομιλιών από το Ισραήλ.
Την
περίοδο που η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη διερευνούσαν ένα πιθανό νέο
πλαίσιο συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η ισραηλινή ηγεσία
φέρεται να εργάστηκε ενεργά για να αποτρέψει οποιαδήποτε διπλωματική
προσέγγιση.
Για το Ισραήλ, ακόμη και μια αυστηρά ελεγχόμενη
συμφωνία θεωρείται επικίνδυνη, διότι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το
Ιράν να διατηρήσει τεχνολογικές δυνατότητες που στο μέλλον θα μπορούσαν
να μετατραπούν σε στρατιωτική ισχύ.
Στο πλαίσιο αυτό,
ισραηλινοί αξιωματούχοι φέρονται να άσκησαν έντονες πιέσεις στην
κυβέρνηση του Trump ώστε να απορρίψει κάθε διπλωματικό συμβιβασμό με την
Τεχεράνη.
Παράλληλα, σύμφωνα με διάφορες αναλύσεις και διαρροές από διπλωματικούς κύκλους, το Τελ Αβίβ φέρεται να εισήγαγε στις διαπραγματεύσεις μια σειρά από όρους που ήταν πρακτικά αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί από το Ιράν.
Οι όροι αυτοί λειτουργούσαν ως λεγόμενα «poison pills» – δηλαδή ως προϋποθέσεις σχεδιασμένες όχι για να οδηγήσουν σε συμφωνία αλλά για να την καταστήσουν ανέφικτη. Μεταξύ άλλων περιλάμβαναν:
• πλήρη αποσυναρμολόγηση μεγάλου μέρους των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων
• δραστικούς περιορισμούς στο βαλλιστικό πρόγραμμα της χώρας
• αυστηρότερους μηχανισμούς επιθεώρησης από εκείνους που προέβλεπε η συμφωνία του 2015.
Για την Τεχεράνη, τέτοιοι όροι ήταν πολιτικά αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί.
Η αποδοχή τους θα ισοδυναμούσε με πλήρη στρατηγική υποταγή στις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον και του Ισραήλ.
Έτσι, αντί να προχωρήσουν οι συνομιλίες προς έναν συμβιβασμό, οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.
Και αυτό το αδιέξοδο αποτέλεσε την ιδανική δικαιολογία για όσους στην Ουάσινγκτον υποστήριζαν τη στρατιωτική λύση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος του επιχειρηματία και ειδικού απεσταλμένου της αμερικανικής κυβέρνησης Steve Witkoff.
Ο Witkoff, στενός σύμμαχος και προσωπικός φίλος του Donald Trump, ανέλαβε σημαντικό ρόλο στις παρασκηνιακές επαφές με το Ιράν.
Ωστόσο, η εμπλοκή του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο σε διπλωματικούς κύκλους όσο και σε τμήματα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Πολλοί
αναλυτές θεωρούν ότι η επιλογή ενός επιχειρηματία χωρίς βαθιά εμπειρία
στη διπλωματία για μια τόσο ευαίσθητη αποστολή ήταν εξ αρχής
προβληματική.
Πέρα όμως από το ζήτημα της εμπειρίας,
εγείρονται και ερωτήματα για το κατά πόσο ο Witkoff λειτούργησε
πραγματικά ως διαμεσολαβητής ή αν –συνειδητά ή μη– συνέβαλε στην
υπονόμευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ο Witkoff υιοθέτησε σκληρότερες θέσεις από εκείνες που αρχικά συζητούνταν στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης.
Σε αρκετές περιπτώσεις φέρεται να μετέφερε στους Ιρανούς όρους που θεωρούνταν αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί, κάτι που δημιούργησε σοβαρή δυσπιστία στην άλλη πλευρά.
Παράλληλα, υπάρχουν αναφορές ότι διατηρούσε στενή επικοινωνία με ισραηλινούς αξιωματούχους κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.
Αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι το Ισραήλ είχε άμεση επιρροή στη διαμόρφωση των αμερικανικών θέσεων.
Ένας πόλεμος χωρίς τέλος
Η
στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών βασίζεται σε εκτεταμένους
αεροπορικούς βομβαρδισμούς και στην προσπάθεια αποσταθεροποίησης του
ιρανικού καθεστώτος.
Ωστόσο, οι πιθανότητες επιτυχίας αυτής της στρατηγικής είναι εξαιρετικά περιορισμένες.
Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς επιβίωσης.
Ο βασικός πυλώνας του καθεστώτος, οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), αποτελούν έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς θεσμούς της χώρας.
Ακόμη και μετά τον θάνατο του Ali Khamenei, το καθεστώς δεν κατέρρευσε.
Αντίθετα, είχε ήδη προετοιμάσει σχέδια διαδοχής και μηχανισμούς συνέχισης της εξουσίας.
Η
αντιπολίτευση στο εσωτερικό του Ιράν παραμένει βαθιά διαιρεμένη,
γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εμφάνιση μιας ενιαίας
πολιτικής δύναμης που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το υπάρχον σύστημα.
Με
άλλα λόγια, η ιδέα ότι η αμερικανική αεροπορική ισχύς θα μπορούσε να
προκαλέσει γρήγορη κατάρρευση του καθεστώτος αποδεικνύεται μια ακόμη
ψευδαίσθηση.
Η επικίνδυνη στρατηγική αποσταθεροποίησης
Αντιμέτωπη
με την αποτυχία μιας γρήγορης νίκης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να εξετάζει
μια νέα στρατηγική: την υποστήριξη εθνοτικών και τοπικών πολιτοφυλακών
μέσα στο Ιράν.
Υπάρχουν αναφορές ότι η CIA εργάζεται ήδη για
τον εξοπλισμό διαφορετικών ομάδων, ενώ κουρδικές δυνάμεις από το Ιράκ
ενδέχεται να εισέλθουν στο ιρανικό έδαφος.
Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο μέσα στο Ιράν.
Αντί
να επιφέρει σταθερότητα, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο κέντρο
περιφερειακής αστάθειας, ενισχύοντας ακραίες οργανώσεις και οδηγώντας σε
ευρύτερη αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.
Η ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιες πολιτικές συχνά οδηγούν σε ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Τα παραδείγματα του Ιράκ και της Συρίας αποτελούν χαρακτηριστικές υπενθυμίσεις.
Οι οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες
Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει να επιφέρει σημαντικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεκάδες Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί μέχρι στιγμής, ενώ οι οικονομικές επιπτώσεις είναι επίσης σοβαρές.
Η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Hormuz έχει μειωθεί δραματικά, προκαλώντας αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που επηρεάζει όχι μόνο την αμερικανική οικονομία αλλά και την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η
κυβέρνηση Trump εξετάζει την παροχή στρατιωτικής συνοδείας και
ασφάλισης κινδύνου για τα δεξαμενόπλοια που διέρχονται από την περιοχή.
Ωστόσο, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες δεν είναι ανεξάντλητες. Τα
αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά, γεγονός που
προκαλεί ανησυχίες για το πόσο καιρό μπορούν να συνεχιστούν οι
επιχειρήσεις με την ίδια ένταση.
Παράλληλα, η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει κανένα σαφές χρονοδιάγραμμα για τη διάρκεια του πολέμου.
Οι
εκτιμήσεις μεταβάλλονται συνεχώς και πλέον γίνεται λόγος για
τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες επιχειρήσεων, χωρίς να αποκλείεται πολύ
μεγαλύτερη διάρκεια.
Το φάντασμα μιας ακόμη αμερικανικής αποτυχίας
Η ιστορία της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή είναι γεμάτη παραδείγματα στρατηγικής ύβρεως.
Από το Ιράκ μέχρι το Αφγανιστάν, η Ουάσιγκτον συχνά ξεκινούσε πολέμους με την πεποίθηση ότι η στρατιωτική της ισχύς θα οδηγούσε σε γρήγορη και αποφασιστική νίκη.
Στην πράξη, όμως, οι συγκρούσεις αυτές μετατρέπονταν σε μακροχρόνιες και δαπανηρές περιπέτειες.
Ο πόλεμος με το Ιράν κινδυνεύει να ακολουθήσει ακριβώς την ίδια πορεία.
Το Ιράν διαθέτει τεράστιο πληθυσμό, ισχυρό εθνικό αίσθημα και βαθιά ριζωμένους κρατικούς θεσμούς.
Η ιδέα ότι μια εξωτερική δύναμη μπορεί εύκολα να επιβάλει πολιτική αλλαγή σε μια τόσο μεγάλη χώρα είναι εξαιρετικά αμφίβολη.
Εάν
η σύγκρουση εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, οι Ηνωμένες
Πολιτείες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με μια ακόμη στρατηγική ήττα.
Όχι απαραίτητα με την έννοια μιας άμεσης στρατιωτικής καταστροφής, αλλά με την έννοια της πολιτικής και γεωπολιτικής αποτυχίας.
Η
εμπλοκή σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή στόχο, χωρίς ευρεία διεθνή υποστήριξη
και χωρίς ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου αποτελεί συνταγή για αποτυχία.
Ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την Ουάσιγκτον
Ο Donald Trump βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα.
Μπορεί είτε να αναθεωρήσει την πορεία της αμερικανικής πολιτικής και να
αναζητήσει διπλωματική διέξοδο είτε να συνεχίσει την κλιμάκωση,
οδηγώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν ακόμη «αιώνιο πόλεμο».
Η
εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η στρατιωτική ισχύς από
μόνη της δεν μπορεί να λύσει τα βαθιά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα
της Μέσης Ανατολής.
Αντίθετα, συχνά τα επιδεινώνει.
Εάν η Ουάσινγκτον επιμείνει στην τρέχουσα στρατηγική, υπάρχει
σοβαρός κίνδυνος να επαναληφθεί το ίδιο μοτίβο αποτυχίας που έχει
χαρακτηρίσει πολλές από τις προηγούμενες επεμβάσεις της στην περιοχή.
Και τότε, ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν θα αποτελέσει απλώς άλλη μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αλλά ακόμη ένα κεφάλαιο στην ιστορία των στρατηγικών λαθών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.