Πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, ανταποδοτικοί δασμοί: Από το 2020 και μετά, η μία κρίση διαδέχεται την άλλη.
Το κόστος για τη γερμανική οικονομία είναι τεράστιο – σε βαθμό που να επισκιάζει κατά πολύ προηγούμενες κρίσεις.
Για την εξαετία από το 2020 έως σήμερα, η απώλεια του αποπληθωρισμένου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) φτάνει συνολικά τα 940 δισ. ευρώ, όπως αναφέρει το οικονομικό ινστιτούτο.
Ανά εργαζόμενο, αυτό μεταφράζεται σε απώλεια προστιθέμενης αξίας που υπερβαίνει σημαντικά τις 20.000 ευρώ, ως αποτέλεσμα της πανδημίας των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία και της συγκρουσιακής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, περίπου το ένα τέταρτο αυτής της τεράστιας συνολικής απώλειας αποδίδεται μόνο στο τελευταίο έτος, το οποίο σημαδεύτηκε από εμπορικές και δασμολογικές συγκρούσεις με την κυβέρνηση του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump.

Βαρύτερο οικονομικό πλήγμα από προηγούμενες κρίσεις
«Η τρέχουσα δεκαετία χαρακτηρίζεται έως τώρα από εξαιρετικά ισχυρά σοκ και από τεράστια βάρη οικονομικής προσαρμογής, τα οποία υπερβαίνουν πλέον αισθητά το επίπεδο επιβάρυνσης προηγούμενων κρίσεων», δήλωσε ο ερευνητής του IW Michael Grömling.
Σύμφωνα με τους ίδιους υπολογισμούς, το
οικονομικό κόστος της περιόδου στασιμότητας από το 2001 έως το 2004
ανήλθε περίπου στα 360 δισ. ευρώ σε πραγματικούς όρους, ενώ η
χρηματοπιστωτική κρίση του 2008/2009 προκάλεσε απώλειες αξίας ύψους
περίπου 525 δισ. ευρώ.
Η απώλεια του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος
Οι αυξανόμενοι
δασμοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες καθιστούν δυσκολότερες τις εξαγωγές
των γερμανικών εταιρειών προς την αμερικανική αγορά, ενισχύοντας την ανάγκη για εμβάθυνση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και Κίνας, σύμφωνα με τον Hermann Simon, διακεκριμένο Γερμανό οικονομολόγο και «πατέρα» της θεωρίας των Hidden Champions (κρυφών οικονομικών πρωταθλητών).
«Με
τους δασμούς που επιβάλλονται από την Αμερική, γίνεται πιο δύσκολο να
εξάγουμε προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και πλέον οφείλουμε να ενισχύσουμε
τις εμπορικές μας σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Κίνας», δήλωσε ο Simon στο
Xinhua, σε πρόσφατη συνέντευξή του.
«Αν χάσουμε μερίδιο
αγοράς στην Αμερική, θα πρέπει να το αναζητήσουμε αλλού», πρόσθεσε,
σημειώνοντας ότι οι περισσότερες γερμανικές εταιρείες είναι ιδιαίτερα
επιτυχημένες στην Κίνα και δηλώνουν ικανοποιημένες από τα αποτελέσματα
που έχουν επιτύχει στη χώρα.
Ο Simon ηγήθηκε αντιπροσωπείας
άνω των 20 εκπροσώπων γερμανικών επιχειρήσεων και συμβουλευτικών
οργανισμών, η οποία επισκέφθηκε τις πόλεις Hefei και Bozhou στην επαρχία
Anhui της ανατολικής Κίνας.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, η αντιπροσωπεία περιηγήθηκε σε μονάδες παραγωγής οχημάτων νέας ενέργειας (NEV), σε αγορά παραδοσιακών κινεζικών φαρμακευτικών βοτάνων, καθώς και σε βιομηχανικό πάρκο εξαρτημάτων αυτοκινήτων, διερευνώντας νέες ευκαιρίες για σινογερμανική συνεργασία.
«Σε
σχέση με τους δασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κινεζική αγορά θα
αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο μέλλον, διότι ο κόσμος χρειάζεται
ελεύθερο εμπόριο», δήλωσε ο Hannes Schleeh, πρόεδρος της International
Hidden Champions Association, προσθέτοντας ότι η Κίνα αποτελεί
μια ανοιχτή αγορά για τους γερμανικούς hidden champions — γεγονός που
σημαίνει ότι θα επενδύσουν και θα αναπτύξουν περαιτέρω επιχειρηματική
δραστηριότητα στη χώρα.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι, εν μέσω αυξανόμενων παγκόσμιων αβεβαιοτήτων, η
συνεχώς πιο ανοιχτή κινεζική αγορά και οι δυναμικοί αναδυόμενοι κλάδοι
της προσελκύουν ολοένα και περισσότερες γερμανικές εταιρείες, οι οποίες
εντείνουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα.
Ενδεικτικό είναι ότι το
92% των εταιρειών-μελών του Γερμανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην
Κίνα σχεδιάζει να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στη χώρα, γεγονός που
υπογραμμίζει τη διαχρονική σημασία της κινεζικής αγοράς για τις
γερμανικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με έρευνα του Επιμελητηρίου τον
Δεκέμβριο του 2024.
Ο Helmut Heuser, γενικός διευθυντής της Wurth Electronic (Shenyang) Co Ltd,
παρουσίασε τα επενδυτικά σχέδια της εταιρείας του για τα επόμενα
χρόνια. «Επενδύουμε περισσότερο στην Κίνα στην τοπική παραγωγή και στη
διαχείριση έργων, και πιστεύω ότι θα υπάρξουν σημαντικές επενδύσεις την
επόμενη δεκαετία, ώστε να παραμείνουμε κοντά στους πελάτες μας», δήλωσε.
«Όταν
συνεργαζόμαστε στενά με κινεζικές επιχειρήσεις, πρόκειται στην
πραγματικότητα για μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους», πρόσθεσε ο Heuser, ο
οποίος ζει στην Κίνα εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Σε αντίθεση
με τον Heuser, ο Klaus Benecke είναι νέος στην Κίνα, ωστόσο δηλώνει
εντυπωσιασμένος από τις τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης και ανάπτυξης
λογισμικού της χώρας.
«Αναπτύξαμε ένα μοντέλο ανάλυσης δεδομένων και
ελπίζω ότι τώρα μπορούμε να το επιταχύνουμε με τη βοήθεια Κινέζων
προγραμματιστών», δήλωσε ο Benecke, γενικός διευθυντής της Benecke System, αναφερόμενος σε κινεζικές εξελίξεις στην ΤΝ, όπως το DeepSeek.
Ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας
Η
Γερμανία έχει πραγματοποιήσει επενδύσεις-ρεκόρ στην Κίνα τα τελευταία
δύο χρόνια, ιδίως στον τομέα της δημιουργίας κέντρων έρευνας και
ανάπτυξης (R&D).
Ο Simon παρατήρησε ότι η Κίνα διαθέτει κορυφαία τεχνογνωσία σε πολλούς τομείς.
Ο
Michael Bose, επικεφαλής του διεθνούς τμήματος του Automotive Cluster
Berlin-Brandenburg, τόνισε τη θεαματική πρόοδο της Κίνας στον κλάδο της
αυτοκινητοβιομηχανίας.
«Παρακολουθώντας στενά την εξέλιξη
της κινεζικής αυτοκινητοβιομηχανίας, και ιδίως την ανάπτυξη των NEV, για
πάνω από μια δεκαετία, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι τα κινεζικά ηλεκτρικά
οχήματα παρουσιάζουν πλέον τεχνολογικό επίπεδο παγκόσμιας κλάσης.
Πληρούν τα γερμανικά πρότυπα ποιότητας, ενώ πρωτοπορούν σε τεχνολογίες
ευφυών και διασυνδεδεμένων οχημάτων, προσφέροντας πολύτιμες ευκαιρίες
μάθησης για τους Γερμανούς κατασκευαστές», δήλωσε ο Bose.
Επανεπένδυση κεφαλαίων
Οι Κινέζοι κατασκευαστές, πρόσθεσε, συνδυάζουν με μοναδικό τρόπο δεκαετίες εμπειρίας στη μηχανολογία αυτοκινήτων με πρωτοποριακή καινοτομία στο λογισμικό, δημιουργώντας γόνιμο έδαφος για σινογερμανική συνεργασία.
Σύμφωνα με τη φετινή έκθεση, η Κίνα
θα ενθαρρύνει τους ξένους επενδυτές να αυξήσουν την επανεπένδυση των
κεφαλαίων τους στη χώρα και θα διασφαλίσει ίση μεταχείριση για τις
επιχειρήσεις με ξένη συμμετοχή.
Το 2025 ιδρύθηκαν στην Κίνα
59.080 νέες επιχειρήσεις με ξένες επενδύσεις, αριθμός αυξημένος κατά
9,9% σε ετήσια βάση. Τα τελευταία πέντε χρόνια, η απόδοση των άμεσων
ξένων επενδύσεων στην Κίνα διατηρείται περίπου στο 9%, ποσοστό από τα
υψηλότερα παγκοσμίως.
«Ανεξάρτητα από το πώς μεταβάλλεται το
εξωτερικό περιβάλλον, η Κίνα έχει πάντοτε τηρήσει τη δέσμευσή της για
υψηλού επιπέδου άνοιγμα προς τον κόσμο», δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα η
εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Mao Ning.
«Η
Κίνα καλωσορίζει τις ξένες εταιρείες να επενδύσουν και να εμβαθύνουν
την παρουσία τους στη χώρα — να μοιραστούν τα οφέλη της και να επιτύχουν
κοινή ανάπτυξη».