Πέρα από τους δασμούς, ένα
«αόρατο» ρυθμιστικό τσουνάμι σαρώνει το χρηματοπιστωτικό σύστημα: Πώς οι
αποφάσεις Trump για ακίνητα, SEC και proxy advisors αλλάζουν ριζικά
τους κανόνες του παιχνιδιού για θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές.
Μέσα στο χάος και την αβεβαιότητα που έχουν προκαλέσει οι εμπορικοί πόλεμοι δασμών και το γεωπολιτικό ρίσκο, είναι εύκολο να παραβλεφθούν πέντε πρωτοβουλίες εσωτερικής πολιτικής οι οποίες θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν ριζικά τις χρηματοπιστωτικές αγορές και, κατ’ επέκταση, την παγκόσμια οικονομία.
Παρότι παραμένει ασαφές πώς θα υλοποιηθούν, επενδυτές, εταιρικά στελέχη και φορείς χάραξης πολιτικής δεν μπορούν να τις αγνοήσουν.
Πρώτον, προτεινόμενες αλλαγές στις κατευθυντήριες γραμμές της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS)
θα μπορούσαν να επιτρέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες να φορολογούν τα
κρατικά επενδυτικά ταμεία (sovereign wealth funds) για άμεσο δανεισμό
και συμμετοχές σε ιδιωτικές εταιρείες.
Σήμερα, τα ταμεία αυτά
απολαμβάνουν φορολογική απαλλαγή για τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ, όπως
συμβαίνει και με τους περισσότερους θεσμικούς επενδυτές.
Η κατάργηση
αυτής της εξαίρεσης πιθανότατα θα τα οδηγούσε σε αποεπενδύσεις από τις
επηρεαζόμενες τοποθετήσεις και σε επανεξέταση της συνολικής τους έκθεσης
στις ΗΠΑ, καθώς η υψηλότερη φορολογία θα μείωνε την καθαρή κερδοφορία
και θα αύξανε το ελάχιστο απαιτούμενο όριο απόδοσης για επενδύσεις σε
αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Οι οικονομικές συνέπειες θα μπορούσαν να είναι εκτεταμένες.
Το
2025, κρατικά επενδυτικά ταμεία και δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία
διοχέτευσαν 132 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ, με τα sovereign wealth funds να
αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του συνόλου.
Δεδομένου του μεγέθους
αυτών των ροών, ακόμη και περιορισμένες ανακατανομές κεφαλαίων θα είχαν
σημαντικές επιπτώσεις στις ιδιωτικές αγορές και στις συνθήκες
χρηματοδότησης.
Η δεύτερη πιθανή αλλαγή αφορά την πρόταση του Donald Trump
για ανώτατο όριο 10% στο ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (APR) των
πιστωτικών καρτών, που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά το τοπίο της
καταναλωτικής πίστης.
Αν και ο δηλωμένος στόχος του μονοετούς πλαφόν
είναι η μείωση του κόστους δανεισμού, ενδέχεται να οδηγήσει τους
δανειστές σε αυστηροποίηση των κριτηρίων και περιορισμό της πρόσβασης
για δανειολήπτες με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Όσοι
αποκλειστούν από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα θα στραφούν σε
ακριβότερες εναλλακτικές, όπως οι εταιρείες payday loans, των οποίων τα
ετήσια επιτόκια μπορεί να φθάσουν το 500% και οι οποίες απαγορεύονται σε
έξι πολιτείες και στην Περιφέρεια της Κολούμπια.
Οι τράπεζες θα επηρεαστούν
επίσης, καθώς οι εκδότες πιστωτικών καρτών θα εισπράττουν λιγότερους
τόκους ανά πελάτη. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι ένα τέτοιο πλαφόν θα μπορούσε
να οδηγήσει σε μείωση 20%-25% των καθαρών κερδών της JPMorgan, του μεγαλύτερου εκδότη πιστωτικών καρτών στις ΗΠΑ.
Παράλληλα,
παραμένει ασαφές κατά πόσο η μείωση των επιτοκίων από μόνη της θα
περιορίσει ουσιαστικά τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών από ήδη οικονομικά
πιεσμένους δανειολήπτες.
Τρίτον, ο Trump υπέγραψε
πρόσφατα εκτελεστικό διάταγμα με στόχο τον περιορισμό των αγορών
μονοκατοικιών από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές.
Το μέτρο αυτό
παρουσιάζεται ως απάντηση στην κρίση προσιτής στέγασης στις ΗΠΑ, που
χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές, επίμονες ελλείψεις προσφοράς και
πωλήσεις κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Με τον περιορισμό της
θεσμικής ιδιοκτησίας, επιδιώκεται η μείωση του ανταγωνισμού για τους
υποψήφιους ιδιοκτήτες κατοικίας, οι οποίοι ολοένα και περισσότερο
αποκλείονται από την αγορά λόγω κόστους.
Ωστόσο, οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές ελέγχουν μόλις το 2% της αγοράς μονοκατοικιών στις ΗΠΑ.
Αν
και οι περιορισμοί του Trump θα μπορούσαν να μετριάσουν τις πιέσεις στη
ζήτηση σε ορισμένες μητροπολιτικές περιοχές όπου οι θεσμικοί επενδυτές
κατέχουν πάνω από το 20% των ενοικιαζόμενων μονοκατοικιών, όπως η
Atlanta και το Jacksonville, η μείωση της ζήτησης θα μπορούσε επίσης να
ασκήσει καθοδική πίεση στις τιμές των κατοικιών, πλήττοντας τους
υφιστάμενους ιδιοκτήτες και επιβραδύνοντας την τοπική οικονομική
δραστηριότητα.
Τέταρτον, η κυβέρνηση Trump
επιδιώκει να περιορίσει την επιρροή των εταιρειών παροχής συμβουλών για
το πώς κάποιος μπορεί να ψηφίσει σε γενικές συνελεύσεις (proxy advisory
firms), ιδίως των Glass Lewis και Institutional Shareholder Services,
στην εταιρική διακυβέρνηση και στις ψηφοφορίες των μετόχων.
Τον
Δεκέμβριο, ο Trump υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο έδωσε
εντολή στην Securities and Exchange Commission, στην Federal Trade
Commission και στο Department of Labor να επανεξετάσουν και ενδεχομένως
να αναθεωρήσουν το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τον κλάδο,
επικαλούμενος ανησυχίες για τον ρόλο των εταιρειών αυτών στη διαμόρφωση
των ψήφων σχετικά με προτάσεις μετόχων, εκλογές διοικητικών συμβουλίων
και αποδοχές στελεχών.
Η μείωση της επιρροής των proxy advisers θα
μπορούσε να καταστήσει το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών των μετόχων λιγότερο
προβλέψιμο και να υποχρεώσει τους διαχειριστές κεφαλαίων να βασίζονται
σε μεγάλο βαθμό στη δική τους ανάλυση.
Η κίνηση αυτή πιθανότατα θα
αποδυνάμωνε επίσης την ικανότητα των εταιρειών αυτών να επηρεάζουν τον
τρόπο με τον οποίο ψηφίζουν άλλοι μέτοχοι, συμπεριλαμβανομένων
μικρότερων και ιδιωτών επενδυτών, σε ζητήματα όπως οι αμοιβές των
στελεχών, οι περιβαλλοντικές προτάσεις και οι κοινωνικές πολιτικές.
Η
JPMorgan Asset Management έχει ήδη διακόψει τη συνεργασία της με
μεγάλες εταιρείες συμβουλών ψήφου και τις έχει αντικαταστήσει με
εσωτερική πλατφόρμα που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η ανάπτυξη
εσωτερικών δυνατοτήτων, ωστόσο, απαιτεί πόρους. Ενώ αυτό μπορεί να είναι
διαχειρίσιμο για μεγάλες εταιρείες, οι μικρότερες επιχειρής
εις θα αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος, το οποίο τελικά θα μετακυλήσουν στους επενδυτές.
Οι
ακτιβιστές μέτοχοι, οι οποίοι συχνά βασίζονται στις εταιρείες συμβουλών
ψήφου, ενδέχεται επίσης να δυσκολευτούν περισσότερο να αποκτήσουν
επιρροή.
Τέλος, η SEC
(αμερικανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς) εξετάζει τη μετάβαση σε καθεστώς
εξαμηνιαίας δημοσιεύσης αποτελεσμάτων για τις εισηγμένες εταιρείες.
Έπειτα
από περισσότερες από πέντε δεκαετίες τριμηνιαίων δημοσιοποιήσεων, η
πρόταση παρουσιάζεται ως προσπάθεια περιορισμού της βραχυπρόθεσμης
λογικής και ελάφρυνσης των κανονιστικών βαρών συμμόρφωσης.
Ωστόσο,
ενώ η δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων ανά εξάμηνο είναι συνήθης σε ορισμένες
χώρες της Ευρώπης, η μείωση της συχνότητας των υποχρεωτικών
δημοσιοποιήσεων θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη διαφάνεια των αγορών.
Οι
τριμηνιαίες εκθέσεις παρέχουν στους επενδυτές τακτικές ενημερώσεις για
πωλήσεις, περιθώρια κέρδους και κόστη, ενώ λειτουργούν και ως χρήσιμος
μηχανισμός πειθαρχίας εντός μεγάλων οργανισμών.
Λιγότερες
συγχρονισμένες δημοσιοποιήσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν την ασυμμετρία
πληροφόρησης, ευνοώντας τους ισχυρούς θεσμικούς επενδυτές έναντι των
μικρότερων συμμετεχόντων στην αγορά.
Νομισματικές εξελίξεις
Πέρα
από αυτές τις πολιτικές πρωτοβουλίες, ευρύτερες νομισματικές εξελίξεις
θα μπορούσαν επίσης να μετασχηματίσουν το χρηματοπιστωτικό τοπίο.
Αν και οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην πρόταση του Αμερικανού Προέδρου Donald Trump για τον διορισμό του Kevin Warsh ως προέδρου της Fed, παραμένουν ανησυχίες σχετικά με το μέλλον της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας.
Την ίδια στιγμή, η Fed έχει επανεκκινήσει τις αγορές εντόκων γραμματίων του αμερικανικού Δημοσίου, αγοράζοντας σήμερα περίπου 40 δισ. δολάρια τον μήνα σε T-bills και άλλα βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, με στόχο τη διατήρηση επαρκών αποθεματικών στο τραπεζικό σύστημα.
Ο Trump
έχει επίσης δώσει εντολή στους οργανισμούς στεγαστικής χρηματοδότησης
Fannie Mae και Freddie Mac να αγοράσουν 200 δισ. δολάρια σε ομόλογα
στεγαστικών δανείων, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα μειώσει τα επιτόκια των
στεγαστικών δανείων και θα αντισταθμίσει το «φαινόμενο εγκλωβισμού» που
περιορίζει την προσφορά κατοικιών.
Μεταξύ θεσμικών και ιδιωτών
επενδυτών, επιπλέον, ο νόμος GENIUS Act, που επιτρέπει σε ιδιωτικές
εταιρείες να εκδίδουν stablecoins συνδεδεμένα με το δολάριο, ενίσχυσε
την αίσθηση ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι πιο πρόθυμοι να
διευκολύνουν τη χρηματοοικονομική καινοτομία.
Στέλνοντας μήνυμα ενός
πιο ελαστικού ρυθμιστικού περιβάλλοντος, η νομοθεσία αυτή έχει ενισχύσει
τη διάθεση ανάληψης κινδύνου από τους επενδυτές.
Το σαφές συμπέρασμα
είναι ότι το πολιτικό και ρυθμιστικό περιβάλλον στις ΗΠΑ μεταβάλλεται
ταχύτατα, με πιθανές επιπτώσεις στη δυναμική αποτιμήσεων, στις ροές
κεφαλαίων και στη συνολική αρχιτεκτονική των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Επενδυτές και εταιρείες που υποτιμούν το εύρος αυτών των αλλαγών το πράττουν με δικό τους κίνδυνο.
www.bankingnews.gr