Ο πολύ επιτυχημένος
τίτλος του πρωτοσέλιδου της «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου (17-18.1.26),
«Κόμμα ή κομήτης;», αναφέρεται βέβαια στο φαινόμενο της Μαρίας
Καρυστιανού, αλλά πιστεύω ότι χαρακτηρίζει γενικότερα τη ρευστότητα που
επικρατεί στη σύγχρονη
Αυτές οι δύο (συγκλίνουσες) διατυπώσεις νομίζω ότι συνοψίζουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σύγχυση που επικρατεί στο σύγχρονο πολιτικό τοπίο, όχι μόνον από πλευράς πολιτικο-επιστημονικής ανάλυσης, αλλά και όσον αφορά τις πρακτικές διεργασίες στο εσωτερικό των πραγματικών, δηλαδή υπαρκτών πολιτικών κομμάτων. Ειδικότερα ως προς τα κόμματα της (πρώην και νυν) Αριστεράς, προφανώς δεν τίθεται ζήτημα «κόμματος Καρυστιανού», αλλά το «κόμμα-φάντασμα» που «στοιχειώνει» τις σχετικές συζητήσεις είναι βέβαια το «κόμμα Τσίπρα». Πέρα από τις (όποιες) ιδεολογικο-πολιτικές διαφορές, η βασική διαφορά μεταξύ Μαρίας Καρυστιανού και Αλέξη Τσίπρα είναι ότι η μεν δεν έχει κριθεί ακόμη στον πολιτικό στίβο, ενώ ο δε έχει και παραέχει.
Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ταπεινωτική διπλή συντριβή των εθνικών εκλογών του 2023, για την οποία άλλωστε θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η ευθύνη ήταν του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά και όχι μόνο δική του. Πριν από εκείνες τις εκλογές, θυμίζω ότι σε ΟΛΕΣ τις δημοσκοπήσεις που παρουσίαζαν μαζί δημοτικότητα πολιτικών αρχηγών και πρόθεση ψήφου, η διαφορά μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα ήταν σαφώς μεγαλύτερη από τη διαφορά μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελεί όντως έσχατη ένδειξη ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής σύγχυσης το ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός βρίσκεται στο επίκεντρο των περισσότερων προβληματισμών για την ανασυγκρότηση της (Κεντρο)Αριστεράς. Και καλώς εχόντων των πραγμάτων θα προξενούσε τουλάχιστον ιλαρότητα το επιχείρημα που ακούγεται πολλαχόθεν ότι ο Τσίπρας είναι ο μόνος τρόπος για να… φύγει ο Μητσοτάκης.
Τις μέρες που ακολουθούν, η Νέα Αριστερά έχει το προγραμματικό της συνέδριο. Θεωρείται δεδομένο ότι ένα κεντρικό ζήτημα θα είναι η πολιτική των συμμαχιών και των συνεργασιών. Αναμφίβολα, ένα αριστερό κόμμα δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει σε εξέχουσα θέση τούτη τη θεματική, ιδίως όταν στην ημερήσια διάταξη είναι ο προγραμματισμός της δράσης του. Ταυτόχρονα όμως, το πρόγραμμα έχει καθοριστική σημασία και ως προς την ταυτότητα του κόμματος, διότι συγκεκριμενοποιεί τις πολιτικές του προτεραιότητες ούτως ώστε ο κόσμος στον οποίο απευθύνεται να γνωρίζει ποια πολιτική καλείται να στηρίξει με την ψήφο του ή με την ενεργητική συμμετοχή του. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί η συζήτηση περί συμμαχιών να προηγείται εκείνης περί των κεντρικών πολιτικών στοχεύσεων του κόμματος. Σχηματοποιώ στο έπακρο για να γίνω κατανοητός. Αν οι κεντρικές πολιτικές προτεραιότητες είναι προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση, θα πρέπει πρώτα να συγκεκριμενοποιηθούν αυτές και κατόπιν να συζητηθεί η προοπτική συνεργασίας με πολιτικούς φορείς που αγωνίζονται για έναν δημοκρατικό καπιταλισμό ή που πιστεύουν πως ο ισχυρός ιδιωτικός τομέας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ισχυρού κοινωνικού κράτους.
Αν στο προγραμματικό συνέδριο μπει «το κάρο μπροστά από το άλογο» ή, ακόμα χειρότερα, αν η συζήτηση περιστραφεί εξ ολοκλήρου γύρω από το ζήτημα των συμμαχιών και του «Λαϊκού Μετώπου», τούτο δεν θα οφείλεται σε απλή αφέλεια των συμμετεχόντων. Θα πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες για μια τέτοια –αρκετά πιθανή δυστυχώς– εξέλιξη στην προϊστορία της Νέας Αριστεράς, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμη ισχυρό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ιδίως κατά το περιβόητο 3ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ (Απρίλιος 2022), όπου ελήφθησαν οι ολέθριες αποφάσεις περί δίευρου και ουσιαστικής κατάργησης του συνεδρίου ως αποφασιστικού οργάνου, επικράτησε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ιδεολογία του εκλογικού μηχανισμού». Με απλά λόγια, η ιδεολογία που εξομοιώνει πλήρως το κόμμα της Αριστεράς με τα καθεστωτικά κόμματα του πελατειακού κυρίως συστήματος, όπου το κόμμα ουσιαστικά συναποτελείται από την κοινοβουλευτική ομάδα και τους σταθερούς ψηφοφόρους του. Οσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα κόμμα εξουσίας, τούτη η εξομοίωση, οσοδήποτε αυτοκαταστροφική (όπως αποδείχτηκε), είχε κάποιο νόημα. Αλλά θα ήταν κωμικοτραγικό αν η Νέα Αριστερά συζητούσε ως πρώτο –αν όχι μόνο– θέμα πώς θα συμπράξει με τα απομεινάρια και τα «φαντάσματα» του ΣΥΡΙΖΑ για να διώξει τον Μητσοτάκη.
Στη μνήμη της Ελένης Βαρίκα
*Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών