Πώς μπορεί να σταθεί όρθιος ένας
άνθρωπος με 392 ευρώ τον μήνα; Πώς πληρώνεται το ενοίκιο, πώς μεγαλώνει
ένα παιδί, πώς αναπνέει ένα μονογονεϊκό νοικοκυριό; Η απάντηση είναι
σκληρή και αμείλικτη: δεν ζει, απλώς αντέχει. Και συχνά ούτε αυτό. Τα
ευρήματα της νέας έκθεσης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών
Ερευνών (ΚΕΠΕ) λειτουργούν σαν γροθιά στο στομάχι, αποκαλύπτοντας μια
κοινωνία που γλιστρά αθόρυβα αλλά σταθερά στη φτωχοποίηση.
Η μελέτη με τίτλο «Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα τέλη του 2025» δημοσιεύθηκε σε μια περίοδο γιορτινή, ανάμεσα σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Όμως πίσω από τα φωτάκια και τα τραπέζια, κρυβόταν ένα στοιχείο που λίγοι πρόσεξαν και ακόμη λιγότεροι άντεξαν να αντικρίσουν: τα φτωχά νοικοκυριά στην Ελλάδα επιβιώνουν με μέση ισοδύναμη μηνιαία δαπάνη μόλις 392 ευρώ.
Το ποσό αυτό δεν βρίσκεται απλώς κάτω από το όριο της φτώχειας· βρίσκεται κάτω από κάθε έννοια αξιοπρεπούς διαβίωσης. Με λιγότερα από 400 ευρώ, ο μήνας δεν «βγαίνει» – καταρρέει. Ειδικά όταν υπάρχει ενοίκιο, παιδί ή και τα δύο. Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε διαρκή άσκηση επιβίωσης, όπου κάθε απρόβλεπτο έξοδο ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι το κατώφλι της φτώχειας για το 2024 ανερχόταν στα 6.510 ευρώ ετησίως για ένα άτομο και στα 13.671 ευρώ για μια οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά. Κι όμως, σχεδόν τρεις στους δέκα κατοίκους της χώρας ζουν με τον μόνιμο φόβο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Σύμφωνα με τον δείκτη AROPE και τα στοιχεία της έρευνας EU-SILC που επικαλείται το ΚΕΠΕ, το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα φτάνει το 26,9%. Πρόκειται για την τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται στο 21%.
Παιδιά, γυναίκες και μονογονείς στο στόχαστρο της κρίσης
Η φτώχεια δεν κατανέμεται ισότιμα. Χτυπά πιο σκληρά εκείνους που θεωρητικά κρατούν το αύριο της χώρας: τα παιδιά, τους νέους και τις μονογονεϊκές οικογένειες. Σχεδόν το 44% των μονογονεϊκών νοικοκυριών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, όπως και το 29% των οικογενειών με παιδιά. Για τους ανέργους, η κατάσταση είναι εφιαλτική: ένας στους δύο ζει κάτω από το όριο.
Η λεγόμενη «Generation Rent» –οι νέοι που ζουν μόνιμα στο ενοίκιο– μοιάζει πλέον περισσότερο με γενιά νεόπτωχων. Η ιδιοκατοίκηση συρρικνώνεται, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, και μαζί της εξαφανίζεται ένα βασικό δίχτυ ασφάλειας. Στις πόλεις, πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού νοικιάζει, και μέσα σε αυτή την ομάδα οι φτωχοί είναι περισσότεροι από ποτέ.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: πάνω από το 32% των ενοικιαστών στην Ελλάδα απειλείται από φτώχεια, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, σε κίνδυνο βρίσκονται και όσοι έχουν στεγαστικό δάνειο ή ακόμη και ιδιόκτητο σπίτι χωρίς δάνειο, δείχνοντας ότι η φτώχεια δεν αφορά πλέον μόνο τους «αδύναμους», αλλά διαχέεται σε όλο το κοινωνικό σώμα.
Η μερική απασχόληση, που καταλαμβάνει πλέον σχεδόν τη μισή νέα απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, λειτουργεί ως παγίδα. Οι εργαζόμενοι με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιμετωπίζουν υπερδιπλάσιο κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με όσους εργάζονται πλήρως.
Ο φαύλος κύκλος και το τελευταίο ανάχωμα
Η έκθεση του ΚΕΠΕ σκιαγραφεί μια ανησυχητική πραγματικότητα: η φτώχεια στην Ελλάδα τείνει να αυτοαναπαράγεται. Οι πιθανότητες κοινωνικής καθόδου είναι μεγαλύτερες από τις πιθανότητες ανόδου. Η εισοδηματική κινητικότητα παραμένει χαμηλή, ενώ το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η εκπαίδευση παραμένει το τελευταίο –αν και εύθραυστο– ανάχωμα. Οι πτυχιούχοι κινδυνεύουν σαφώς λιγότερο από φτώχεια, όμως όσο η μόρφωση μετατρέπεται σε οικονομικό άθλο, τόσο κλείνει η πόρτα της κοινωνικής ανόδου για τα φτωχότερα στρώματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν σχεδόν το 57% των χρημάτων τους μόνο για τροφή και στέγη. Παιδεία, πολιτισμός, διακοπές, ακόμη και ένα απλό ταξίδι, μετατρέπονται σε απαγορευμένες λέξεις. Ένα έκτακτο ιατρικό έξοδο αρκεί για να τινάξει τα πάντα στον αέρα.
Η εικόνα που αναδύεται είναι ξεκάθαρη και βαθιά ανησυχητική: μια κοινωνία που δεν σχεδιάζει το μέλλον της, αλλά παλεύει απλώς να αντέξει το παρόν. Με 392 ευρώ τον μήνα, η ζωή δεν κυλά – μετριέται σε λογαριασμούς, αγωνία και σιωπηλή παραίτηση.