Γιώργος Κοντογιώργης, ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΕΙ ΠΑΤΡΊΔΑ ΟΎΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ ΧΩΡΊΣ ΈΘΝΟΣ...

 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ BOULEVARD:
-Να ξεκινήσουμε από την επικαιρότητα και το θέμα που ανησυχεί την κοινή γνώμη, τα ελληνοτουρκικά. Η συμφωνία της Τουρκίας με τη Λιβύη για τα θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο με την οποία αμφισβητούνται οι θαλάσσιες ζώνες της Κρήτης, της Ρόδου, της Καρπάθου και του Καστελόριζου, νομίζετε ότι οδηγεί σε τετελεσμένα γεγονότα –ενδεχομένως δυσάρεστα για την Ελλάδα;

Πρέπει να πω ότι δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό που συμβαίνει τώρα με την Τουρκία. Απλώς μορφοποιείται κατά έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο, που εντάσσεται στις θεωρούμενες στρατηγικές δυνατότητες της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας. Η θέση επομένως της Τουρκίας είναι γνωστή. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονται με όρους δύναμης. Το διακρατικό δίκαιο, αυτό που εν πάση περιπτώσει διαμορφώνεται κατά τη συνέργεια των κρατών για να υπάρχει μια σχετική τάξη, είναι ένα δίκαιο το οποίο ουσιαστικά επικαλούνται οι ασθενέστεροι, αλλά παραμερίζεται από τους ισχυρούς. Επομένως το ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως και κάθε άλλη διακρατική σχέση, έχει να κάνει με σχέσεις δύναμης. Η Τουρκία εν προκειμένω δεν επιδιώκει μόνο τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι ένα νέο ζήτημα που έχει επισυναφθεί στο «πακέτο» της στρατηγικής της. Πριν από αυτό αξίωνε τον έλεγχο του μισού Αιγαίου, προκειμένου, όπως έλεγε, να διαφυλάξει την ασφάλεια της Τουρκίας από τις απειλές που προέρχονταν από τη Δύση. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιδιώκει την ανάδειξή της σε μείζονα περιφερειακή δύναμη, δηλαδή τη δημιουργία ενός εξωτερικού ζωτικού χώρου.

 Η συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης δημιουργεί εκ των πραγμάτων τετελεσμένα. Είναι μια προσημείωση της Τουρκίας επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία βεβαίως έξω από τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου , επενδύει σε σχέσεις δύναμης. Επομένως το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να θεωρήσει ότι η βούληση της Τουρκίας αποτελεί για αυτήν τετελεσμένο ή όχι. Σε ποιον βαθμό έχει τη θέληση και τη δύναμη να επιτύχει την ανάσχεση των επιδιώξεων της Τουρκίας.
-Αυτή η προσημείωση που λέτε είναι στο πλαίσιο ενός υβριδικού πολέμου, ένας τρόπον τινά ψυχολογικός πόλεμος, προκειμένου να οδηγηθεί η Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή πρόκειται για κάτι χειρότερο;
Είναι δεδομένο ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει έναν γενικό πόλεμο με την Ελλάδα. Εκείνο που επιδιώκει είναι να επιτύχει τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να μπει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης επί των δικών της δικαιωμάτων, εντέλει της εθνικής της κυριαρχίας. Επομένως αυτό που η Τουρκία θέλει είναι να επιτύχει τους στόχους της χωρίς να πέσει τουφεκιά. Κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο το πιστεύει, έχει πεισθεί ότι μπορεί να επιτύχει το εκατό τοις εκατό των επιδιώξεών της έναντι της Ελλάδας. Από το 1922 έως τα Ίμια έχει δημιουργήσει βεβαρημένο ιστορικό, στο οποίο έχει επενδύσει η ελληνική άρχουσα τάξη. Σήμερα η Τουρκία προετοιμάζει το έδαφος να εξαναγκάσει την Ελλάδα ώστε να οδηγηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να πετύχει αυτό το οποίο ακριβώς επιδιώκει. Οι επόμενες διαπραγματεύσεις θα έχουν ως «μενού» τη συνολική ρύθμιση των λογαριασμών της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας. Όμως αυτό δεν συνιστά ζήτημα που σχετίζεται αποκλειστικά με την Τουρκία. Κυρίως ανάγεται σε εσωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας, συγκεκριμένα της ελληνικής άρχουσας τάξης, όλων των πεδίων της, με αιχμή του δόρατος την πολιτική τάξη. Στο ερώτημα εάν η άρχουσα τάξη είναι διατεθειμένη να αναλάβει τις ευθύνες της και να υπερασπιστεί τη χώρα η απάντηση είναι σαφής: το ιστορικό της δεν το επιβεβαιώνει.
-Αυτή η επιδίωξη της Τουρκίας, η οποία είναι προκλητική καθώς αμφισβητεί εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, πώς πιστεύετε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί; Με ποιον τρόπο; Ποια μπορεί να είναι η λύση; Η θέση της Τουρκίας είναι πλέον γνωστή, θέλει μερίδα από τις ενεργειακές πηγές σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο. Και σας το ερωτώ επειδή πριν από λίγο καιρό ο πρώην πρωθυπουργός, ο κ. Σημίτης, ζήτησε δημόσια συνεννόηση με τη γείτονα χώρα προκειμένου να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις, ενώ πρόσφατα ο σύμβουλος ασφαλείας επί εθνικών θεμάτων, ο κ. Ντόκος, τάχθηκε υπέρ μιας συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο με την Τουρκία.
Δεν είναι μόνο αυτοί οι δύο. Έχουμε και πολλούς άλλους οι οποίοι δημόσια προετοιμάζουν το έθνος, όπως τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, τον κ. Κοτζιά, που χαρακτήρισε τους Έλληνες «μοναχοφάηδες». Θα έλεγα ότι κατ’ ιδίαν ομολογούν σχεδόν όλοι ότι οφείλουμε να εκχωρήσουμε στην Τουρκία μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας για να ησυχάσουμε. Ακούστε, η πολιτική τάξη της χώρας έχει ενθυλακώσει την αντίληψη της συνθηκολόγησης απέναντι στην Τουρκία. Θυμάμαι στο παρελθόν ενώπιον του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας κάποιος Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, για να φοβίσει τους Έλληνες που πίεζαν προς μια άλλη κατεύθυνση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είπε «τι θέλετε, να μας φάει κανένα νησί η Τουρκία;» Όταν δημόσια δηλώνει κάποιος την αδυναμία του, τον φόβο του απέναντι στον άλλον και στο βάθος τη βούλησή του να μην σφυρηλατήσει την ανάδειξη της χώρας του, σημαίνει ότι ήδη μέσα του έχει αποφασίσει να παραδώσει ελληνικά συμφέροντα στην άλλη χώρα.
-Αυτή η συνθηκολόγηση θα αποβεί προς όφελος της Τουρκίας. Εμείς δεν διεκδικούμε τίποτε, η Τουρκία διεκδικεί.
Μα, για αυτό μιλώ για συνθηκολόγηση. Εν προκειμένω παρατηρούμε ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία –η κατά καιρούς, όχι μια συγκεκριμένη– αναγγέλλει την παράδοση συμφερόντων της χώρας χωρίς καν να διαπραγματευτεί. Το είδαμε αυτό στην περίπτωση των «Σκοπίων» και πιο πριν των Ιμίων, το βλέπουμε και τώρα. Μιλάνε τώρα οι Έλληνες για συνεκμετάλλευση, δηλαδή για μια άκρως επικίνδυνη εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, τη στιγμή που δεν μπήκαν ακόμη σε διαδικασία διαπραγμάτευσης. Εκτός κι αν έχουν μπει, τα έχουν συμφωνήσει και δεν το ομολογούν. Ξέρετε ποιος είναι ο φόβος αυτής της πολιτικής τάξης; Μήπως, εάν ομολογήσουν τον σκοπό τους, έρθουν αντιμέτωποι με την ελληνική κοινωνία. Τώρα την έχουν σε ύπνωση. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα.
Ο Σημίτης, που παρενέβη πρόσφατα, μας θυμίζει ότι το «πνεύμα» του κυριαρχεί σε όλο το φάσμα της πολιτικής τάξης. Είναι αυτός ο οποίος έδωσε δείγμα γραφής για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η υπόθεση των Ιμίων δεν είναι υπόθεση μιας βραχονησίδας, είναι πολύ γενικότερο ζήτημα με κρίσιμες επιπτώσεις στην ίδια την ανεξαρτησία της χώρας. Όταν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν ότι έπραξαν το καθήκον τους απέναντι στο εθνικό συμφέρον, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους. Η αναφορά σας στον κ. Ντόκο, στο ΕΛΙΑΜΕΠ, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξέρετε τι σημαίνει να μην διαθέτει η ελληνική πολιτεία θεσμούς μελέτης των εθνικών ζητημάτων, ένα κέντρο έρευνας, ένα δηλαδή ερευνητικό επιτελείο που θα μελετάει και θα προβαίνει σε προσομοιώσεις, θα κάνει προβολές των ζητημάτων που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα στο μέλλον; Μια τράπεζα τεκμηρίωσης ώστε να γνωρίζει τι λένε οι διάφοροι άλλοι με τους οποίους προσέρχεται σε διαπραγματεύσεις, αντί να διαμορφώνει πολιτική εντελώς εμπειρικά σε επίπεδο καφενείου. Και, το χειρότερο, ότι η πολιτεία συμβάλλεται με άτυπο ή και με τυπικό τρόπο με έναν θεσμό ιδιωτικό, ο οποίος μάλιστα πίσω του φέρει πολλά βαρίδια ενώ είναι γνωστό ότι επεξεργάζεται στο εσωτερικό του λύσεις στα εθνικά ζητήματα που είναι βεβαρημένες με ιδεολογικές ή και άλλες προσημειώσεις. Άλλωστε πώς θα ηδύνατο να είναι διαφορετικά αν αναλογισθεί κανείς ορισμένες από τις (εξωτερικές ή μη) πηγές χρηματοδότησής του; Αυτό είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ. Δεν έχω να του καταλογίσω κάτι. Αυτή είναι η οπτική του. Αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία εξαρτάται από έναν ιδιωτικό φορέα για τη διαχείριση ευαίσθητων στρατηγικού χαρακτήρα για τη χώρα υποθέσεων, που του εμπιστεύεται απορρήτους φακέλους, τη στιγμή που εν πάση περιπτώσει υπάρχουν δημόσιοι θεσμοί ή όφειλαν, όπως συμβαίνει στις σοβαρές χώρες, να υπάρχουν διαπεπιστευμένοι θεσμοί γι’αυτό, θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα. Κατά τούτο, δικαιούται κανείς να υποθέσει ότι όταν η επίσημη πολιτεία συναγελάζεται με εκείνους που «ομονοούν» στο ζήτημα των εξωτερικών εξαρτήσεων της χώρας συνάγεται ότι και αυτή ομονοεί μαζί τους ως προς τις επαγόμενες λύσεις.
-Γιατί γίνεται αυτό;
Η ιδεολογία της εξάρτησης ανάγεται σε έναν βαθύτερο εσωτερικό λόγο. Εάν θέλετε, να τον αναλύσουμε…
-Ναι, καταλαβαίνω ότι κάποιες «δεξαμενές σκέψεως» προετοιμάζουν το έδαφος κατά κάποιον τρόπο…
Έχει σημασία να γνωρίζουμε ποια είναι η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής στην Ελλάδα. Όπως επίσης και ποιον ρόλο στο πλαίσιο αυτό επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους οι ηγήτορες. Στην Ελλάδα η σχέση κοινωνίας και πολιτικής, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, ήταν σταθερά αποκομμένο από την κοινωνική συλλογικότητα. Και ήταν επίσης εχθρικό προς οποιαδήποτε πολιτισμική αναφορά και ιστορικότητα της ελληνικής κοινωνίας. Την κοινωνία η ελληνική άρχουσα τάξη την αντιμετώπιζε διαχρονικά ως άθροισμα ατόμων, ως μια σχέση με έκαστο μέλος της, όχι της συλλογικότητας. Και αυτό είναι ακριβώς το κεντρικό πρόβλημα. Όντας αποκομμένη η τάξη αυτή, η πνευματική ηγεσία, οι οικονομικοί παράγοντες που λυμαίνονται το κράτος, η πολιτική ηγεσία από την κοινωνία οικοδομεί μια αντίληψη παρασίτου που απομυζά τον κορμό του δέντρου (το κράτος) και δι’ αυτού τη γη (την κοινωνία) το τρέφει. Αυτή η παρασιτική σχέση δεν μπορεί να παραγάγει εθνικές πολιτικές ούτε ηγέτες. Γι αυτό λέω ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα ανέχεται στους κόλπους του ανθρώπους ανθρώπους οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι πραγματικοί ηγέτες, που θα έθεταν ως σκοπό τους να μεγαλώσουν τη χώρα τους, να προστατεύσουν τα συμφέροντά της και να την οδηγήσουν στο μέλλον. Εξ ου και η πολιτική τάξη δεν παράγει πολιτική κοινού συμφέροντος. Συνθέτουν συμφωνία με συγκατανευσιφάγους, έχοντας μοναδική φιλοδοξία την εφήμερη διατήρησή τους στην εξουσία.
-Από τα λεγόμενά σας αντιλαμβάνομαι ότι το μέλλον θα είναι δυσοίωνο…
Ζοφερό!
-Και από το «γκρίζο Αιγαίο» θα περάσουμε σε «ροζ» ή «κόκκινες» καταστάσεις κάποια στιγμή. Συνάγω επίσης από αυτά που λέτε ότι η παρούσα πολιτική τάξη και οι συν αυτώ, οι πέριξ που είπατε, δεν θα μπορέσουν να επιλύσουν τα ελληνοτουρκικά εάν δεν έχουν συμφωνήσει κάποιες άλλες λύσεις που εμείς δεν ξέρουμε. Επομένως παραδεχόμαστε ότι το πρόβλημα της Ελλάδος είναι πολύ μεγάλο, ιδιαίτερα στις σχέσεις μας με τη γειτονική χώρα, οι δε ρίζες του έχουν βάθος στο πολύ μακρινό παρελθόν, διότι δεν ενέσκηψαν ξαφνικά όλα αυτά τα προβλήματα που συζητάμε. Θα ήθελα να ζητήσω τη γνώμη σας σχετικά με αυτό που έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης περίπου τριάντα χρόνια πιο πριν λαμβάνοντας υπ’ όψη του τα δεδομένα εκείνης της εποχής, (τα σημερινά δεδομένα νομίζω είναι τρισχειρότερα), ότι η ειρήνη με την Τουρκία σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση, ενώ ο πόλεμος συντριβή.
Κοιτάξτε, δεν έχω πάψει ποτέ να ισχυρίζομαι ότι το πρόβλημα με την Τουρκία και οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό πρόβλημα είναι βαθιά εσωτερικό για την χώρα. Είναι πρόβλημα, καθώς το σκιαγράφησα, σχέσης της πολιτικής τάξης της χώρας, συγκεκριμένα του πολιτικού συστήματος που λέγεται «κράτος», με την κοινωνία και την εθνική συλλογικότητα. Το κράτος αυτό και οι ηγήτορές του αποτελούν ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα.
Σε σχέση με την άποψη του Παναγιώτη Κονδύλη, του μεγάλου αυτού στοχαστή, σας θυμίζω ότι πολύ πριν, το 1981, είχα γράψει άρθρο το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε κεφάλαιο ενός βιβλίου μου, του «Πολιτικό σύστημα και Πολιτική». Σε αυτό διατύπωνα την άποψη ότι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία θα την οδηγούσαν να επιδιώξει τη «φινλανδοποίηση» της Ελλάδας. Συνδύαζα δε τις εξελίξεις με όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, όπου διαπίστωνα ότι είχε αρχίσει να οικοδομείται η λογική της λεηλασίας της χώρας και της πελατειακής αποδόμησης του κράτους. Έλεγα, λοιπόν, ότι, εάν τώρα που διαθέτουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα δεν δημιουργήσουμε εμείς τις προϋποθέσεις (ας πούμε συγκεκριμένα ακόμη και μέσω ενός επεισοδίου διά του οποίου θα υποχρεώναμε τις μεγάλες δυνάμεις, άρα και την Τουρκία, να ανακόψει τη φιλοδοξία της έναντι της Ελλάδας), είναι αναπόφευκτο να οδηγηθούμε στη δίνη αλυσιδωτών υποχωρήσεων στην προσπάθεια να καλοπιάσουμε την Τουρκία, επομένως στη «φινλανδοποίησή» μας. Είχα εισαγάγει αυτόν τον όρο ο οποίος θεωρήθηκε πολύ παράδοξος για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τότε. Ωστόσο, αυτό έχει ήδη γίνει καθεστώς.
Όταν δημιουργήθηκε η υπόθεση των Ιμίων, αντικατέστησα τον όρο της «φινλανδοποίησης» με τον όρο της «Ιμιοποίησης». Γιατί; Διότι είναι πια προφανές ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο τον έλεγχο των ελληνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Επιδιώκει την «Ιμιοποίηση», τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδας. Τη μεταβολή της Ελλάδας από χώρα σε χώρο, εντέλει σε προσάρτημά της. Αυτό λοιπόν το φαινόμενο υλοποιείται με τον τρόπο που ήδη έχει διατυπώσει ο Οζάλ: «δεν θα χρειαστεί», έλεγε, «να κάνουμε πόλεμο με την Ελλάδα, θα την υποτάξουμε μέσω των δικών της άρχουσων δυνάμεων». Δεν υπάρχει κάτι που είναι άγνωστο σε αυτήν την εξέλιξη. Αρκεί να αναλογισθούμε γιατί ανετράπησαν οι συσχετισμοί υπέρ της Τουρκίας. Αφού η ελληνική άρχουσα τάξη συνέβαλε τα μέγιστα στην ανατροπή των συσχετισμών, έχει ενθυλακωθεί στο σκεπτικό της ότι δεν υπάρχει άλλη λύση από το να εκχωρούμε στην Τουρκία ό,τι ζητάει για να μην θυμώνει. Και αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, διότι δεν έχει τελειωμό. Κάποτε πρέπει να πούμε ως εδώ και τέλος. Αυτό όμως δεν πρόκειται να το θέσουν ποτέ οι ελληνικές ηγεσίες.
-Ο Κονδύλης επομένως το έλεγε «δορυφοροποίηση», εσείς «Ιμιοποίηση»…
Ο Κονδύλης το ίδιο υποστήριξε…
-Δηλαδή φτάσαμε σε αυτό που έλεγε. Πραγματοποιήθηκε…
Νομίζω ότι το έχουμε ξεπεράσει. Η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προϋποθέτει μια πρωτοβουλία εκ μέρους της Ελλάδας με μέτρο την εκτίμηση αυτού που η Τουρκία δεν θέλει. Ξέρετε τι δεν θέλει η Τουρκία; Έναν γενικό πόλεμο με την Ελλάδα. Και δεν θέλει έναν γενικό πόλεμο με την Ελλάδα, διότι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να παίξει τον περιφερειακό ρόλο που ονειρεύεται εάν εμπλακεί σε πόλεμο με την Ελλάδα, ούτε όμως χωρίς αυτήν. Η Ελλάδα είναι ο γεωπολιτικός κόμβος που τη συνδέει με τη Δύση, τη Ρωσία, τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή.
-Δεν νομίζω να την ενδιαφέρει πλέον η Δύση…
Μην το λέτε. Σκεφτείτε τι μπορεί να σημαίνει για το Ισραήλ η ηγεμονία της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία αυτήν τη στιγμή αμφισβητεί τον δεσπόζοντα ρόλο των δυτικών υπερδυνάμεων σε μια περιοχή την οποία όποιος ελέγχει, ελέγχει τον κόσμο. Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι η Τουρκία ξέρει πως δεν μπορεί να διεκδικήσει μια διαφορετική θέση στην περιοχή χωρίς την Ελλάδα ή τον έλεγχό της…
-Δεν είναι όμως τα δεδομένα όπως το 1974. Τώρα ερωτοτροπεί με τη Ρωσία.
Βεβαίως, και μάλιστα διαπραγματεύεται με τη Δύση τον νέο της ρόλο. Γνωρίζει όμως ότι η Ελλάδα (το Αιγαίο, τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη), όπως άλλωστε και η Κύπρος, είναι ένα γεωπολιτικό αγκάθι στη δική της βούληση να καταστεί περιφερειακή δύναμη. Επομένως μία λύση έχει: να ελέγξει την Ελλάδα και την Κύπρο.     
-Αν μου επιτρέπετε, να το γενικεύσουμε το θέμα. Επειδή το Γένος μας βρισκόταν και βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την Τουρκία, μήπως (αρχής γενομένης ίσως από το 1922) το Έθνος μας βρίσκεται σε μια φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στο ιστορικό τέλος του Ελληνισμού και κατ’ επέκταση να βρισκόμαστε σε μια συλλογική αναζήτηση ιστορικής ευθανασίας;
Να σας πω. Το 1922 είναι η γενεσιουργός αιτία της ανασφάλειας που έχει η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας σήμερα. Το 1922 όμως δεν είναι η αρχή της κρίσης του ελληνισμού. Η κρίση του ελληνισμού έχει μακρινές ρίζες σε αυτό που αποτέλεσε το 1204 και μετά στην Ελληνική Επανάσταση. Δεν είναι γνωστό σήμερα σε κανέναν ότι το 1204 ένα κραταιό ακόμη ελληνικό κράτος, το Βυζάντιο, παρεδόθη από την πολιτική ηγεσία του στον ξένο παράγοντα. Ξέρετε, αυτό που σήμερα αποκαλούμε νεοτερικότητα, δηλαδή η δυναμική της μετάβασης στη μεγάλη κλίμακα, γεννήθηκε στο Βυζάντιο. Η νεοτερικότητα αυτή που κορυφώνεται στο διάστημα μεταξύ του 8ου και 12ου αιώνα θα μετακενωθεί στη Δύση, για να ξεκινήσει η ανθρωποκεντρική της μετάβαση, στην Ανατολή για να εγγραφεί για πρώτη φορά στον ελληνικό/ανθρωποκεντρικό πολιτισμό και στους Άραβες οι οποίοι έτσι για πρώτη φορά μεταλαμβάνουν της ελληνικής γραμματείας. Η επανείσοδος της Εσπερίας στην ιστορία έγινε επομένως με τα υλικά του ελληνικού κοσμοσυστήματος όπως μετακενώθηκαν από τη βυζαντινή κοσμόπολη. Κατά τούτο μπορούμε να πούμε ότι η «Ευρώπη» γεννήθηκε με την απόσειση του Μεσαίωνα και την επανεγγραφή της στο ελληνικό ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι, με πρόσημο τη φορά αυτή τη μεγάλη κλίμακα. Η διαδικασία αυτή, θα ανακοπεί στον ελληνικό κόσμο για λόγους εσωτερικούς, όχι διότι η Δύση είχε τη δύναμη να το πετύχει. Η ιταλική Αναγέννηση αποτελεί από την άποψη αυτή εσωτερική υπόθεση της βυζαντινής οικουμένης, και υπό το πρίσμα αυτό κόμβο για την επανένταξη της πέραν των Άλπεων Ευρώπης στην ιστορ.
Το 1204, λοιπόν, συνέβη η εν λόγω ανατροπή, δηλαδή η μήτρα αυτής της εξέλιξης, ο ελληνικός κόσμος, άρα ο δρόμος που συνεπαγόταν, ανετράπη, οπότε ανέλαβε την ηγεσία αυτού του κόσμου σταδιακά η Δύση. Η Δύση λειτούργησε ως εμβρυουλκός αυτής της εξέλιξης. Αποτέλεσε όμως η παρέμβασή της τον καταλύτη για την σε βάθος χρόνου κατάλυση του ελληνικού δρόμου προς τη νεοτερικότητα.
-Ανακτήθηκε όμως και πάλι η Κωνσταντινούπολη το 1261 από τους Βυζαντινούς.
Μετά το 1204 ο ελληνισμός, ενώ διατήρησε μια μεγαλειώδη πορεία, δεν μπόρεσε να ανασυγκροτηθεί πολιτικά. Έχουμε μια αντίφαση εδώ ανάμεσα στον ίδιο τον ελληνισμό που απογειώνεται και δημιουργεί τον επονομαζόμενο παλαιολόγειο πολιτισμό, μια ασύγκριτη απογείωση, και από την άλλη μεριά μια ηγέτιδα τάξη που δεν κατορθώνει να εκφράσει πολιτικά αυτήν την απογείωση. Χάνεται δηλαδή η οικουμενική κοσμόπολη που αποτέλεσε τον μοχλό ισχύος. Αν παρακολουθήσουμε πώς αυτές οι δυνάμεις της αντίδρασης υπονομεύουν την εν λόγω μετάβαση του ελληνισμού στη νεοτερικότητα μέχρι τις τελευταίες ημέρες της Άλωσης, θα αντιληφθούμε την πηγή της ισχύος τους. Αυτό που αποτέλεσε τη δύναμη του ελληνισμού, τη θεμέλια κοινωνία του έως το τέλος της Τουρκοκρατίας, η πόλις, μεταβλήθηκε σε αδυναμία.
Το εγχείρημα του Βατάτζη και των Λασκαρήδων στη Νίκαια δεν το συνέχισαν οι Παλαιολόγοι.
-Είναι γεγονός ότι προς το τέλος το Βυζάντιο βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή. Εκτός από την Κωνσταντινούπολη, οι κτήσεις του ήταν μόνο ο Πόντος και η Πελοπόννησος.
Ακριβώς. Διότι η Κωνσταντινούπολη από «βασιλεύουσα πόλη» μετατράπηκε σε «πόλη-κράτος» που αντιμετώπιζε την επικράτεια ως αποικία. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σήμερα στο νεοελληνικό κράτος. Η Αθήνα, και δη το κράτος των Αθηνών, λειτουργεί ως πόλη-κράτος που νέμεται ως αποικία την επικράτεια, εξ ου και η ερήμωσή της. Δημιουργούν χίλιες δυο αγκυλώσεις για να μην μπορεί να ανθίσει το παραμικρό, χωρίς πρώτα να διέλθει από την παρασιτική τους βουλιμία. Παρόλα αυτά, ο ελληνικός κόσμος ακόμη και στην Τουρκοκρατία ήταν ένας ηγεμονικός κόσμος, στα οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά, πολύ πέραν της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Το τελικό πλήγμα εναντίον του ελληνισμού συντελείται με τη συντριπτική ήττα στην Επανάσταση. Η Επανάσταση στόχευε στη διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και κατέληξε στο θνησιγενές προτεκτοράτο της Πελοποννήσου, στο οποίο ανατέθηκε ο ρόλος να αποδομήσει τον μείζονα ελληνισμό και να ενοχοποιήσει την ελληνική κοινωνία για τα πεπραγμένα του.
-Εδώ υπάρχει μία ένσταση από κάποιους ιστορικούς…
Μία μόνο; Πολλές και μεγάλες...
-Έγινε υποχείριο των δυτικών, αφού πρώτα η Ελληνική Επανάσταση απέτυχε στους σχεδιασμούς της.
Ακριβώς…
-Κατ’ αρχάς, μπροστά στην αποτυχία τους οι ίδιοι οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν προσέφυγαν στη Δύση προς βοήθεια; Η Επανάσταση δεν τέλειωσε κάπου «άδοξα» γύρω στα 1824-25;
Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Τι επεδίωκαν οι Έλληνες στην Επανάσταση; Επεδίωκαν την ανασύσταση της ελληνικής οικουμένης, δηλαδή ένα κράτος κοσμοπολιτειακό. Διαφοροποιούνταν άρα εντελώς ως προς το απολυταρχικό κράτος της φεουδαλικής Δύσης. Και τούτο διότι προτεραιότητά τους δεν ήταν η μετάβαση από τη φεουδαρχία στη νεότερη εποχή, δηλαδή στις κοινωνίες με ελευθερία. Δεν υπήρχε φεουδαρχία στον ελληνικό κόσμο. Έχει σημασία να το προσέξουμε αυτό, γιατί όσοι υπερασπίζονται αυτό το κράτος –και δεν εννοώ το κράτος ως επικράτεια, αλλά το κράτος ως πολιτικό σύστημα– δηλώνουν ότι δεν είχαν τίποτε οι Έλληνες να προτείνουν στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας ως πρόταγμα επαναστατικό, επομένως παρέλαβαν αυτό που είχαν επεξεργαστεί οι της Δύσης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία ή άγνοια εάν θέλετε απ’ αυτήν. Διότι ο ελληνικός κόσμος απέβλεπε στην εγκαθίδρυση ενός κράτους της οικουμένης, του τέλους δηλαδή μιας ανθρωποκεντρικής διαδρομής που βίωνε, όχι την οπισθοδρόμησή του στην προσολώνεια εποχή.
-Είχε όμως όραμα την Κωνσταντινούπολη, την Βασιλεύουσα. Την απελευθέρωσή της.
Άλλο αυτό, είναι η γεωγραφία αυτό. Πού απέτυχαν; Ενώ διαφοροποιούνται ριζικά από τους δυτικούς ως προς τι κράτος θέλουν, υιοθετούν τον τρόπο της Επανάστασης των δυτικών. Είναι δυνατόν με ένα κάλεσμα, όπως έγινε με τους δουλοπάροικους στη Δύση που είχαν απέναντί τους τους φεουδάρχες, να αποκτήσουν εσωτερική επαναστατική συνοχή κατέναντι μιας αλλογενούς αυτοκρατορίας;
-Επιτρέψτε μου να επιμείνω: οι δυτικοί πότε μπήκαν στην Επανάσταση, δεν μπήκαν όταν απέτυχε;
Μην πάμε εκεί. Έχει σημασία ότι η Επανάσταση απέτυχε λόγω του ότι οι Έλληνες υιοθέτησαν τον δυτικό τρόπο της εξέγερσης, ενώ δεν συνέτρεχαν οι ίδιες προϋποθέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Φιλικοί και οι άλλοι σχεδίαζαν ουσιαστικά πραξικόπημα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν δυνατόν με μια προκήρυξη που καλούσε έναν λαό με πολυσήμαντες εσωτερικές (οικονομικές, κοινωνικές, πολεοτικές, πολιτισμικές κ.ά) διαφοροποιήσεις και συμφέροντα να εξεγερθεί εναντίον ενός συντεταγμένου πολιτικά εθνικού εχθρού και να ελπίζει σε επιτυχία; Κάθε κοινό κήρυξε την επανάσταση, χωρίς εθνική ηγεσία, χωρίς εθνική συνοχή, με αποτέλεσμα η οθωμανική εξουσία να τις καταστείλει μία προς μία. Η ελληνική δεν είχε ενότητα, δεν είχε συνοχή, δεν είχε ηγεσία ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει. Ούτε καν στην Πελοπόννησο και στη Στερεά, όπου επικράτησαν προς στιγμήν. Ήταν αναπόφευκτο στη συνέχεια να διαιτητεύσει η Δύση σύμφωνα με τα συμφέροντά της επί του ελληνισμού.
-Αναπόφευκτο…
Ναι, έγινε αναπόφευκτο από τη στιγμή που δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας.
-Από κει και πέρα, ναι, πήραν τελείως άλλη τροπή τα πράγματα.
Ακριβώς. Άρα πρέπει να συνεκτιμάμε ότι οι ήττες του ελληνισμού διαπράχθηκαν πάντα δια χειρός ελληνικής. Και υπό το νεοελληνικό κράτος όλες οι ήττες, η ίδια η υπονόμευση του ελληνικού κόσμου, οργανώθηκαν στην Αθήνα. Πρέπει να το συγκρατήσουμε αυτό για να μπορούμε να συλλάβουμε τι σημαίνει. Αλλά τι σημαίνει η επικράτηση του δυτικού παράγοντα και η επιβολή αυτού του κράτους; Η πρώτη πράξη του Όθωνα ήταν να καταργήσει τα κοινά, που ήταν οι πόλεις-κράτη της αρχαιότητας όπως προσαρμόστηκαν στη φάση της οικουμένης, και τη δημοκρατία μέσα σ’αυτά. Γιατί, λέει, δεν είναι δυνατόν αυτός ο άπληστος, ο εγωπαθής, ο άθλιος, ο αγράμματος λαός, να θέλει να ασκεί την πολιτική διοίκηση της χώρας. Αυτό είναι ένα … ευγενές λειτούργημα που ανήκει σε εμάς τους απολυτάρχες. Απαξίωνε εκείνη την στιγμή ολόκληρη την Ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Εδώ συνίσταται λοιπόν το κεντρικό πρόβλημα. Και τι εγκαθίδρυσαν στη θέση του; Ένα κράτος απολυταρχικό «Ελέω Θεού».
Το κράτος αυτό πετυχαίνει τα εξής δύο: πρώτον, καταργεί τη σχέση μεταξύ πολιτικού προσωπικού και συλλογικότητας, κοινωνίας. Όταν καταργεί κανείς τη δημοκρατία, ο πολίτης που πρώτα ήξερε ότι όταν είχε πρόβλημα θα πήγαινε στον Δήμο (στη μάζωξη όπως την έλεγαν) και θα έλεγε το πρόβλημά του, τώρα πηγαίνει στον πολιτικό, γιατί αυτός κατέχει την αρμοδιότητα του Δήμου. Η υφαρπαγή από το κράτος είναι καθολική, εξ ου και το κράτος αποκαλείται Δημόσιο. Λοιπόν, όταν ο πολίτης πηγαίνει στο κράτος, δηλαδή στον πολιτικό, ο πολιτικός δημιουργεί προσωπική σχέση μαζί του, άρα οι πολιτικές του κράτους δεν ανάγονται στο συλλογικό. Συντελείται έτσι η πλήρης αποδόμηση του συλλογικού ως πολιτικού διακυβεύματος. Και γιατί γίνεται πλήρης αποδόμηση; Διότι συλλογικά, αθέσμιτα, λειτουργεί μόνο μια μάζα ανθρώπων, όχι άνθρωποι που είχαν πολιτική παιδεία δημοκρατίας. Αυτό απαντάει και στο τι πολιτική παιδεία έχει ο Έλληνας σήμερα και ποιος φταίει. Συγχρόνως θα επικαλεσθούν τις ιδεολογίες της μετάβασης, τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, που όμως δεν είχαν καμία σχέση με την ιδιοσυστασία της ελληνικής κοινωνίας. Όντως, η ιδεολογία η αστική ή η φιλελεύθερη ή η σοσιαλιστική επιδιώκει την απελευθέρωση από τη φεουδαρχία, προκειμένου να δημιουργηθεί η κοινωνία με ελευθερία. Δεν υπάρχει ούτε η θεσμημένη συλλογικότητα (ο Δήμος) ούτε έστω η ιδεολογία ή η έννοια της αγέλης/μάζας (του λαού) για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μιας θεσμικής ή εξωθεσμικής συνάντησης της πολιτικής με δημόσιες πολιτικές, δηλαδή με το συμφέρον της κοινωνίας.
Το δεύτερο εξίσου μεγάλο διακύβευμα με το οποίο ήρθε αντιμέτωπη η κομματοκρατία είναι η ανάδειξη σε εχθρό της την αστική, την πνευματική και θα έλαγα την εκκλησιαστική ηγεσία του ελληνισμού. Η αντιπαράθεσή της μαζί τους διήρκεσε περίπου έναν αιώνα, μέχρι το 1922. Η κομματοκρατία απαγόρευσε, στο όνομα της εθνικής ολοκλήρωσης, την είσοδο της μεγάλης οικουμενικής αστικής τάξης του Ελληνισμού, που ιστορικά δεν σταμάτησε ποτέ να υπάρχει κα να ηγεμονεύει σε έναν ευρύτατο ζωτικό χώρο, στο ελληνικό κράτος. Η αστική τάξη θα μπορούσε να είναι ένας ενδιάμεσος φορέας δημιουργίας (λόγω της επιρροής της στην εξουσία) όρων ταξικής μεν, αλλά γενικού συμφέροντος πολιτικής λειτουργίας αναγόμενης στη συλλογική κοινωνία. Θα ήταν η αντίληψη της αστικής τάξης που θα καθόριζε τι συμφέρει στη χώρα, αλλά θα ήταν στοχευμένη σε έναν συλλογικό σκοπό, όχι πελατειακή. Μη επιτρέποντας λοιπόν στην αστική τάξη να εγκατασταθεί στη χώρα, ηγεμόνευσε η πολιτική τάξη της κομματοκρατίας. Στον αντίποδα εάν είχε εισέλθει αυτή η μεγάλη αστική τάξη, το πολιτικό προσωπικό δεν θα επαρκούσε να αναλάβει ρόλους ούτε καν προέδρου ορεινής κοινότητας. Το κράτος αυτό είναι εξ ολοκλήρου υπόλογο του γεγονότος ότι συνέβαλε καταλυτικά στην αποδόμηση αυτής της αστικής τάξης, στην αποδόμηση αυτού του ίδιου του μείζονος ελληνισμού, διότι μην έχοντας μεριμνήσει για την εθνική ολοκλήρωση τους άφησε  βορά στους εθνικισμούς και στη συνέχεια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Με κορύφωση το 1922. Ποιος αντιμάχισε εναντίον του μικρασιατικού εγχειρήματος; Οι άρχουσες δυνάμεις στην Αθήνα. Αυτές το υπονόμευσαν. Αν εξετάσετε δε το 1897, θα δείτε πως ενέπλεξαν τη χώρα σε μια περιπέτεια χωρίς να έχουν μεριμνήσει για την παραμικρή προετοιμασία. Στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας διεκινείτο μια εσωτερική, μεγιστοποιημένη ρητορική εθνικής ολοκλήρωσης (για εκλογικούς λόγους, ψηφοθηρικούς λόγους) για την οποία ποτέ δεν προετοίμασαν την Ελλάδα. Εξ ου και η συντριβή του 1897.
Αξίζει να εστιάσουμε την προσοχή μας στην απογείωση με την έλευση του Βενιζέλου. Αναφέρομαι στην πρώτη περίοδο, γιατί στη δεύτερη ακολούθησε την λογική της κομματοκρατίας. Ο λόγος είναι ότι ο Βενιζέλος δεν υπήρξε προϊόν του κομματικού σωλήνα, ήρθε απ’ έξω, «φυτευτός», όταν το σύστημα στην Ελλάδα είχε καταρρεύσει. Δεν θα μπορούσε ποτέ ο Βενιζέλος και κανένας άλλος να παίξει έναν ρόλο εθνικού χαρακτήρα εάν είχε αναδειχθεί μέσα από αυτήν τη χοάνη της κομματοκρατίας.
-Άρα, συνοψίζοντας, εντοπίζετε τη ρίζα του κακού και τη διαφορετική τροπή που πήραν μετά τα πολιτικά πράγματα στην αποτυχία της Επαναστάσεως.
Στην αποτυχία της Επανάστασης και στη δημιουργία ενός θνησιγενούς κράτους προτεκτοράτου, στο οποίο επιβλήθηκε ένα πολιτικό σύστημα αναντίστοιχο προς το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας.
-Υπήρχε όμως αναρχία. Καταρχάς, υπήρξε σκληρός εμφύλιος κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Αναρχία υπήρχε και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Το κράτος λυμαινόταν από ληστές, πειρατές και πέντε φάρες…
Μα, όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της αποσύνθεσης του ελληνισμού λόγω της επανάστασης και κυρίως της πολεοκεντρικής του συγκρότησης. Ο πολεοκεντρισμός είναι αναφέρεται στον πατριωτισμό των πόλεων. Όμως τα κοινά της επανάστασης δεν είναι τα κοινά της Τουρκοκρατίας. Στην Επανάσταση ο κόσμος ανέβηκε στα βουνά, τη σφραγίδα των κοινών την κατακράτησαν οι προύχοντες που απώλεσαν κάθε συνάφεια με την κοινωνία…
-Δεν ήταν οι προύχοντες και ιδιαίτερα αγαπητοί…
Δεν ήταν, γιατί έγιναν δεσπότες πάνω στην κοινωνία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
-Οι Πελοποννήσιοι υποδέχτηκαν τον Δημήτριο Υψηλάντη ως μεσσία, για να τους σώσει και από τους Τούρκους και από τους κοτζαμπάσηδες…
Προσέξτε όμως. Πριν από την Επανάσταση ο ελληνικός κόσμος δεν καθηγεμονεύεται από τους προύχοντες. Υπόκεινται σε συσχετισμούς στους οποίους οι κοινωνίες των κοινών, συντεταγμένες ως επί το πλείστον σε δήμους, παίζουν έναν σημαντικό πολιτικό ρόλο. Για αυτό και, εάν προσέξετε, θα διαπιστώσετε ότι η σφραγίδα του κοινού είναι κομμένη σε τόσα κομμάτια όσοι είναι οι προύχοντες, οι οποίοι εκλέγονται, ανακαλούνται από τον κοινό λαό ή από τους εκπροσώπους του. Μεταξύ των προυχόντων ισχύει η αρχή της ομοφωνίας. Τι σημαίνει ομοφωνία; Να μην αποκτούν τέτοια εξουσία ώστε να αγνοούν και να αφήνουν στην άκρη τον Δήμο, τη μάζωξη. Ο καθένας, λοιπόν, κατέχει ένα κομμάτι της σφραγίδας, οπότε για να υπάρξει απόφαση στο κοινό έπρεπε να συμφωνήσουν όλοι, να φέρουν το κομμάτι της σφραγίδας ώστε να συμπληρωθεί εντέλει πλήρως το κυκλικό της σχήμα. Στην Επανάσταση διαλύθηκαν όλα αυτά, όπου επικράτησε, γιατί διαλύθηκε η έννοια του κοινού.
Με αυτά τα δεδομένα και τη δημιουργία ενός απολυταρχικού πρτεκτοράτου, ήταν φυσικό η μεν κοινωνία να περιέλθει στο περιθώριο, η δε πολιτεία να μεταλλαχθεί σε φαυλοκρατική κομματοκρατία. Εφεξής το πολιτικό αυτό σύστημα καλεί τους ομοίους του στην εξουσία. Στελεχώθηκε από αυτούς που δεν ήθελαν τη μεγάλη πνευματική και αστική τάξη του Ελληνισμού, ήταν εκείνοι που δεν ήθελαν να δημιουργηθούν εσωτερικά οικονομικές πρωτοβουλίες εκφεύγουσες από τον έλεγχό τους και πολλά όμοια. Ας διερωτηθούμε από την άλλη γιατί η καθολική ψήφος, που βέβαια είχε περιεχόμενο αυτοκυβέρνησης πριν, δεν καταργήθηκε στην Ελλάδα, όταν την ίδια περίοδο στην Αγγλία μόλις το 7% είχε δικαίωμα ψήφου. Μήπως βόλευε την κομματοκρατία; Την αποδόμηση του κοινωνικού ιστού για να μην έχει συμπαγή αναφορά απέναντι στην εξουσία; Πώς αυτοί οι άνθρωποι που είναι ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα θα επεξεργασθούν πολιτικές κοινού συμφέροντος;
Εγώ θα θέσω ένα ερώτημα για να δείτε την ευθύνη αυτού του κράτους στην εξαέρωση, την καταστροφή του μείζονος Ελληνισμού και να εξηγηθεί γιατί σήμερα καταγίνεται στο να καταστρέψει, να εξαφανίσει και τον εσωτερικό ελληνισμό: πώς θα ήταν αυτό το κράτος εάν θα είχε έστω το μέγεθος της Πελοποννήσου και της Στερεάς, αλλά είχε δημιουργηθεί γύρω από ένα μεγάλο αστικό κέντρο, όπως η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, όπου θα υπήρχαν οι δυνάμεις εκείνες που θα επέβαλαν μια ισόρροπη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής; Τελείως διαφορετικό. Ποια ήταν εντέλει η άρχουσα τάξη που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα με το κράτος του Όθωνα; Οι κλεφταρματολοί, οι κοτζαμπάσηδες, εκείνοι που απελευθέρωσαν την χώρα. Αλλά, εάν συγκρίνουμε αυτούς με την άρχουσα τάξη του μείζονος ελληνισμού, που είναι έτη φωτός ανώτερη από κάθε άρχουσα τάξη της εποχής σε Δύση και Ανατολή, τότε καταλαβαίνουμε γιατί μιλάμε και ποια είναι η πραγματικότητα της ελληνικής χώρας σήμερα.
-Γιατί προκαλούν εντύπωση αυτά; Μετά την αποτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως παίχτηκε ένα γεωπολιτικό παιγνίδι μεταξύ των ισχυρών…
Σύμφωνοι. Οφείλουμε όμως να αποκτήσουμε συνείδηση των αιτιών του ελληνικού προβλήματος…
-Αυτοί που κέρδισαν το γεωπολιτικό παιγνίδι δεν θα προάσπιζαν τα δικά τους συμφέροντα…
Δεν λέω κάτι διαφορετικό…
-Θα σε μετέτρεπαν σε προτεκτοράτο, αφού εμείς καταφύγαμε στους νικητές, θα σου έφερναν δικό τους ανώτατο άρχοντα να κυβερνήσει (που λεγόταν Όθων), θα σου έφερναν τους δικούς τους θεσμούς κυβερνητικότητας (που λεγόταν ισχυρό και αδιαίρετο κράτος καθ’ άπασα την επικράτεια), θα σου έφερναν την αντιπροσώπευση της δημοκρατίας και του πολιτεύματος…
Καταρχάς το πολίτευμα που επέβαλαν στην Ελλάδα δεν ήταν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία –τέτοιο πολίτευμα δεν υπάρχει– αλλά στην πρώτη φάση η απολυταρχία και στη δεύτερη η αιρετή μοναρχία. Άλλωστε αυτό είναι που το κάνει ξένο προς τον ελληνισμό. Όμως θα αντιστρέψω το ερώτημα. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε μια εσωτερική άρχουσα τάξη η οποία πήρε στα χέρια της τη διακυβέρνηση της χώρας πώς εξηγείται ότι και η ίδια υπονόμευσε τον Ελληνισμό; Τι συνέβη και οι ήττες του οργανώνονταν στην Αθήνα; Εάν παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη της σχέσης μεταξύ μείζονος ελληνισμού και ελληνικού κράτους, θα διαπιστώσει ότι στην Αθήνα αναπτύσσεται μια πρωτοφανής εχθρότητα εναντίον του, σε βαθμό που δεν αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι όποιο κακό προκάλεσε ο εξωτερικός εχθρός συνέβη χάρη στην υπονόμευση του εσωτερικού μετώπου των Ελλήνων. Έτσι εξηγείται η μεγάλη συζήτηση για το εθνικό κέντρο, την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα. Η μικρασιατική καταστροφή είναι αρκούντως διδακτική.
-Δεν έγινε αυτό.
Φυσικά δεν έγινε εφικτό το μικρασιατικό εγχείρημα, διότι η Ελλάδα άλλαξε στρατόπεδο και συντάχθηκε με τους αντιπάλους των συμμάχων που υποστήριξαν το μικρασιατικό εγχείρημα. Πέραν αυτού, το εγχείρημα ανατέθηκε σε απλώς ανίκανα άτομα και η διαχείρισή του απεδείχθη εγκληματική. Ο ελληνικός στρατός ήταν από κάθε άποψη υπέρτερος του κεμαλικού. Οι διάδοχοι του Βενιζέλου είχαν καταπολεμήσει το μικρασιατικό, δεν πίστευαν σ’ αυτό, διακήρυσσαν το δόγμα της μικράς πλην εντίμου Ελλάδας. 
-Τα λάθη του Βενιζέλου νομίζω ήταν πολλά. Ας μην το αναλύσουμε τώρα όλο το ζήτημα.
Τα λάθη του Βενιζέλου είναι πολλά, εάν εξετάσουμε την πολιτεία του απολογιστικά μετά το 1928. Όμως το κατεξοχήν σημαντικό υπήρξε η επιλογή του υπέρ της αναθεωρητικής, γιατί επέτρεψε στις δυνάμεις του παλαιοκομματισμού, άρα της κομματοκρατίας, να ανασυνταχθούν και να οδηγήσουν στην εθνική καταστροφή. Με τη μικρασιατική καταστροφή δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μιας πλήρους ανασφάλειας, μακροχρόνιας μάλιστα, της Ελλάδας, καθώς, αφήνοντας στην Τουρκία ολόκληρη τη Μικρά Ασία, θέσαμε τις βάσεις της συνύπαρξής της με έναν μελλοντικό γίγαντα. Αναλογισθείτε ότι λίγο πριν την επανάσταση ο ελληνισμός αντιπροσώπευε έναν πληθυσμό μεγαλύτερο από εκείνον της Αγγλίας, σχεδόν ίσο (ίσως και λίγο μεγαλύτερον) με τον τουρκικό. Η μη εθνική ολοκλήρωση, η συντριπτική συρρίκνωση του ελληνισμού έγινε διά χειρός των Αθηνών, όχι διά των ξένων. Αρκεί να θυμηθούμε το κυπριακό και προφανώς τα Ίμια. Τα Ίμια δεν τα διέπραξαν οι μεγάλοι, αλλά η ελληνική ηγεσία.         
-Στην περίοδο της Μεταπολιτεύσεως και έπειτα εντοπίζετε ευθύνες ή ολιγωρίες;
Το κρίσιμο ζήτημα με τη Μεταπολίτευση είναι ότι έχουμε από τη δεκαετία του 1980 μία ολική επαναφορά του καθεστώτος της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Το κράτος αποδομείται ολοσχερώς, λεηλατείται και χρησιμοποιείται για την πελατειακή χειραγώγηση της κοινωνίας. Το κράτος της Μεταπολίτευσης ήταν το κράτος του «δώστα όλα», το κράτος των δωρόσημων και των λαδόσημων, της διαπλοκής και της διαφθοράς. Όσο και αν η μετεμφυλιακή περίοδος ήταν βεβαρημένη πολιτικά, το κράτος, καλώς ή κακώς, λειτουργούσε με όρους δημοσίου συμφέροντος. Έτσι ανατράπηκε η αναπτυξιακή πορεία που είχε η ελληνική κοινωνία και οικονομία καθόλη τη μετεμφυλιακή περίοδο. Και υπονομεύθηκε ολόκληρη η βιομηχανική υποδομή της χώρας με πρόσχημα τη δημιουργία «νέων τζακιών», δηλαδή μια κομματική οικονομική νομενκλατούρα. Έχει υπολογισθεί ότι ο πλούτος της χώρας που παρήχθη κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και εκείνος που εισήχθη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλες πηγές την ίδια περίοδο ήταν ικανός –εάν επενδυόταν και δεν λεηλατείτο με πελατειακούς και άλλους όρους– να φέρει την Ελλάδα στην κορυφή της οικονομικής ιεραρχίας στην Ευρώπη. Θα ήταν η πρώτη σε οικονομική ανάπτυξη και σε επίπεδο εισοδήματος, άρα Εθνικού Προϊόντος και υποδομών. Αντ’αυτού ζούμε έναν πρωτοφανή ξεπεσμό. Αρκεί να θυμίσω ότι η ελληνική πολεμική βιομηχανία τη δεκαετία του 1980 ήταν ανώτερη από την τουρκική. Πώς γίνεται σήμερα η τουρκική βιομηχανία να παράγει τα πάντα και στην Ελλάδα να μην παράγονται ούτε άρβυλα;  Αποδόθηκαν ευθύνες ποτέ για την ΠΥΡΚΑΛ, για την Ελληνική Πολεμική Βιομηχανία, για τη λεηλασία της Ολυμπιακής Αεροπορίας και τόσων άλλων; Όλα αυτά δεν έγιναν με διακομματική συμφωνία; Όταν η κοινωνία βοούσε για τη συντελούμενη λεηλασία, ο τότε πρωθυπουργός απαντούσε «όποιος έχει στοιχεία να τα πάει στον εισαγγελέα». 
-Μια εθνική πολιτική πρόταση ποια θα μπορούσε να είναι, κ. Κοντογιώργη;
Εάν εντοπίσουμε την αιτία στο συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα του κράτους σημαίνει ότι εθνική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν αλλάξει η σχέση κοινωνίας και πολιτικής. Εάν δεν υπάρξει μεταβολή πολιτείας. Άρα εάν δεν αλλάξει αυτό το κράτος ώστε να είναι αναγκασμένη η πολιτική τάξη της χώρας να διαλέγεται και να διαμορφώνει τις πολιτικές της σύμφωνα με τη βούληση της κοινωνικής συλλογικότητας, με το κοινό συμφέρον και με όρους που θα ανάγονται στην εθνική αναφορά των πολιτικών τους, όχι στο κομματικό ή άλλο συμφέρον των πέριξ αυτών συγκατανευσιφάγων.
-Άρα ποτέ…
Όπως έδειξε και η σημερινή αναθεώρηση του Συντάγματος, η ελληνική πολιτική τάξη είναι πολύ μακριά από μια τέτοια προοπτική. Συνεπώς είναι προδιαγεγραμμένο ο ελληνισμός να ακολουθήσει τη φθίνουσα πορεία που βιώνει ήδη δύο αιώνες. Η διαχείριση της οικονομικής επανάστασης στις ημέρες μας είναι εξόχως χαρακτηριστική. Όλοι μαζί δηλώνουν υπερήφανοι που υπηρετούν το συμφέρον της διεθνούς των αγορών και μεταβάλλουν τη χώρα σε πολυεθνικό συνοθύλευμα. Όλοι μαζί καταγίνονται στο να εξαφανίσουν μετά τον μείζονα ελληνισμό και τον εσωτερικό. Όλοι έχουν μια αντίληψη για την οικονομική μετανάστευση, η οποία όμως δεν συνεκτιμά τις γενικότερες γεωπολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές και άλλες διαστάσεις του προβλήματος. Είναι άραγε τυχαίο ότι ο Ερντογάν υπονομεύει την εσωτερική συνοχή της χώρας με την επιτάχυνση της οικονομικής μετανάστευσης, ενώ οι ιθαγενείς πολιτικοί της χώρας πανηγυρίζουν επειδή υπηρετούν μια απροσχημάτιστα ιδιοτελή εκδοχή του ανθρωπισμού εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας και της χώρας; Ουσιαστικά δηλαδή αισθάνονται υπερήφανοι για αυτό που θα έπρεπε να αισχύνονται. Διότι αυτήν τη στιγμή η Ελλάδα μετακινείται βιαίως στη Μέση Ανατολή. Γίνεται η ίδια πρόβλημα, καθώς τη μεταβάλλουν σε χωματερή του παγκόσμιου καπιταλισμού και των γεωπολιτικών διαγκωνισμών που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή. Εάν συνεχισθεί η ασύνταχτη και χωρίς όρια μετακίνηση πληθυσμών, σε πολύ λίγα χρόνια η ελληνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει το δίλημμα της εξόδου της από την ίδια τη χώρα της. Υπό μια άλλη έννοια, αυτό ήδη συμβαίνει. Δεν είναι 500.000 όσοι μετανάστευσαν, ξεπερνούν το εκατομμύριο, ας μην κρυβόμαστε. Ενώ λοιπόν διώκεται ο ελληνικός λαός από τη χώρα του, οι ηγήτορές του πανηγυρίζουν, διότι η Ελλάδα, λένε προβάλλοντας το πρόσχημα της πολυπολιτισμικότητας, γίνεται πολυεθνική. Πολιτικές ενσωμάτωσης δεν υπάρχουν, από την άλλη ορθώνουν χίλια δυο εμπόδια για να μην επιτραπεί στους δεινοπαθούντες  Έλληνες που ξέμειναν στην διασπορά, όπως οι Έλληνες της Ουκρανίας, να έρθουν στην Ελλάδα για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Έτσι εξηγείται γιατί μπερδεύουν, σκόπιμα, την έννοια της εθνικής πολυπολιτισμικότητας με την πολυεθνικότητα.
Αυτό που διαπράττει σήμερα η πολιτική τάξη εναντίον της χώρας θα το πληρώσει η ελληνική κοινωνία τοις μετρητοίς. Δείτε τι συμβαίνει γύρω μας. Παντού οι χώρες που είναι πολυεθνικά συντεταγμένες έχουν διαλυθεί με αιματοχυσία. Επιπλέον για την Ελλάδα δημιουργείται ένας «δούρειος ίππος» μέσα στη χώρα που θα αξιοποιηθεί σύντομα από τους εξ ανατολών γείτονες μας. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να συγκρατήσουμε ότι όλοι σήμερα, Δεξιά και Αριστερά, πρακτορεύουν το διατακτικό της διεθνούς των αγορών: την ελεύθερη διακίνηση του χρήματος, των αγορών και της εργασίας. Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι να αρνηθούμε την εξέλιξη, αλλά να αποτρέψουμε τις αρνητικές της συνέπειες για τη χώρα. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργούν οι αγορές στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν και όπου αλλού, οι αγορές μεριμνούν ώστε να επιλυθεί όχι επιτόπου, που σημαίνει με επανάσταση, με εξέγερση, αλλά διά της μεταφοράς στις χώρες της πρωτοπορίας, έτσι ώστε εκεί μεν να εξασφαλίσουν την ειρήνη, εδώ δε να μεταβάλουν την εργασία του πολίτη σε εμπόρευμα, να αποδομήσουν την πολιτισμική συνοχή και τις ομόλογες αντιστάσεις της κοινωνίας των πολιτών στο όνομα του ανθρωπισμού. Πέραν του ότι ο ανθρωπισμός πρέπει να συνεκτιμά το εθνικό συμφέρον, οι κύριοι αυτοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν εκλέγονται ως πρωθυπουργοί του κόσμου, είναι διαπεπιστευμένοι να υπηρετούν το ελληνικό εθνικό συμφέρον (στην Ιταλία το ιταλικό κ.ο.κ.), να συνεκτιμούν τη βούληση της εθνικής κοινωνικής συλλογικότητας.  Αυτό όμως δεν το θυμούνται, παρά μόνο στην περίοδο των εκλογών, οπότε τις πραγματικές τους προθέσεις τις κρύβουν κάτω από το χαλί. Για αυτό και λέω ότι το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι το εσωτερικό πρόβλημα που σχετίζεται με το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα του κράτους. Λόγω του ότι ευρίσκεται ως εκ της φύσεώς του σε πλήρη αναντιστοιχία προς την κοινωνία και το συμφέρον του έθνους, είναι προδιαγεγραμμένο  η Ελλάδα να μεταβληθεί από χώρα σε χώρο, και μάλιστα ακρωτηριασμένο, περίπου Ίμια της Τουρκίας.   
-Οδηγούμαστε σ’ έναν «παγκόσμιο πολιτισμό», τον οποίο θα καθορίσει, όπως φαίνεται, η τεχνολογία. Οι υπολογιστές και τα ρομπότ θα ξεπεράσουν κάποια στιγμή τον άνθρωπο, οι ψηφιακές εφαρμογές θα ξέρουν περισσότερα από όσα εμείς για τον εαυτό μας και το «παιγνίδι» θα ελεγχθεί απόλυτα από αυτούς, κάποιους λίγους σε κάθε περίπτωση –ποιοι μπορεί να είναι αυτοί παραμένει άγνωστο, ίσως είναι μια δυο χώρες- οι οποίοι θα κυριαρχούν στην τεχνική νοημοσύνη. Σας ανησυχεί αυτό ή σας προβληματίζει θετικά;
Έχω προσεγγίσει το ζήτημα και το έχω αναδείξει ήδη από τη δεκαετία του 1970 με καταγραφές, όχι μόνο με λόγο. Δεν θεωρώ ότι η τεχνολογία της επικοινωνίας και όλα αυτά που έχουν να κάνουν με αυτόν τον νέο κόσμο, το ευφυές περιβάλλον που δημιουργείται, είναι εχθρός του ανθρώπου. Δεν υιοθετώ την αντίληψη ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαδικασίας δημιουργίας ενός μετανθρώπου. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι συνάρτηση όχι της τεχνολογίας, η οποία έχει μπει στη ζωή μας, αλλά του γεγονότος ότι το οικονομικοπολιτικό σύστημα που «φοράμε» επιτρέπει να ελέγχεται η τεχνολογία από τους κατόχους του συστήματος, άρα να διαμορφώνουν τα πράγματα με βάση σχέσεις ηγεμονίας επί των κοινωνιών. Όταν λέμε ότι θα μας παρακολουθούν με το «μηχανάκι», σημαίνει ότι κάποιος κατέχει την εξουσία και βάζει το «μηχανάκι» να μας παρακολουθεί. Άρα το ζήτημα σε όλα τα πεδία έχει να κάνει πρώτον με τις απεριόριστες δυνατότητες που δίνονται στον άνθρωπο να εξιχνιάσει τον εαυτό του, να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία διαθέτει, αλλά δεν μπορούσε έως σήμερα να συλλάβει, μολονότι υποψιαζόταν ότι υπήρχαν και τα απέδιδε στο θείο• να είναι στην Αθήνα, αλλά να αισθάνεται ωσεί παρών στο Τόκιο και να περπατάει στους δρόμους του• να βλέπει πέραν του ορίζοντα της ματιάς του, να μπορεί να δημιουργεί πράγματα που μέχρι τώρα δεν διανοείτο• να διαθέτει ένα απόθεμα γνώσης το οποίο να επικαλείται ανά πάσα στιγμή, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει και να χάσει χρόνο σε βιβλιοθήκες. Και αυτά, πολλά από τα οποία σήμερα χρειάζεται να τα προσεγγίσουμε μέσω των υπολογιστών, μέσω των κινητών τηλεφώνων κ.ο.κ., θα αποτελέσουν με έναν τρόπο μέρος του εγκεφάλου του, μέρος του εαυτού του. Εγώ είμαι αισιόδοξος ως προς αυτό και ως προς τις δυνατότητες που προσφέρει στον άνθρωπο να μετεξελιχθεί, αλλά και να λειτουργήσει στο ευφυές περιβάλλον, το οποίο ήδη σε μεγάλο βαθμό έχει αναπτυχθεί. Συγχρόνως είμαι αισιόδοξος επίσης διότι η τεχνολογία της επικοινωνίας προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αυτό που πραγματοποίησε ο Έλληνας άνθρωπος στην πόλη-κράτος. Να διαφύγει δηλαδή από την εξουσία της απολυταρχίας, από τις εξουσίες της πολιτικής κυριαρχίας και να οδηγηθεί στην πολιτική και κοινωνική του απελευθέρωση, επομένως στην δημοκρατία. Το πολιτικό σύστημα θα οικοδομηθεί με όχημα την τεχνολογία της επικοινωνίας, σε αυτό το  επίπεδο. Δηλαδή ο πολίτης θα συναντιέται με τους συμπολίτες του στο πεδίο της τεχνολογίας της επικοινωνίας, όπως οι Αθηναίοι πολίτες συναντιόνταν στην Πνύκα. Άρα θα είναι αυτός που θα ελέγξει στη συνέχεια την τεχνολογία της επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, επομένως δεν θα υπάρχει κανείς που θα λειτουργεί ως ηγεμόνας επί του ανθρώπου, από την παρακολούθηση μέχρι οποιαδήποτε άλλη δράση τους, χωρίς τη βούληση της ίδιας της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν παίζει με αυτά. Θα ελέγξει δηλαδή όλο αυτό το παραγόμενο αποτέλεσμα και θα το εντάξει στο σύστημα, έτσι ώστε να λειτουργεί με γνώμονα το δικό της συμφέρον και όχι του όποιου ιδιώτη ή κρατικού εξουσιαστή.
-Κύριε Κοντογιώργη, τι είναι για εσάς η Ελλάδα;
Η Ελλάδα είναι πολλά πράγματα. Είναι η χώρα της Ελλάδας, η πατρίδα ως χώρος. Η Ελλάδα είναι επίσης αυτό που αντιπροσωπεύει ο ελληνικός πολιτισμός. Είναι, εάν θέλετε, η πεμπτουσία της ανάδειξης του ανθρώπου σε πρώτη αιτία της ύπαρξής του με υπόβαθρο την ελευθερία και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Είναι επίσης ο κόσμος που διδάσκει την κοινωνική βιολογία του ανθρώπου, την εξελικτική του πορεία από την εποχή που ήταν θηρίο, έξω από τους νόμους, μέχρι τον πλήρη εξανθρωπισμό του, με τερματικό σταθμό την οικουμενική ολοκλήρωση και πρόσημο τη δημοκρατία σε όλα τα πεδία της ζωής. Αυτό δεν μπορεί να το διδάξει ο νεότερος κόσμος, γιατί έχει μικρό ιστορικό βάθος, και καθώς το γνωσιολογικό του αβαθές συνδυάζεται με βαθιά αντιδραστικές εμμονές, αυτές που αναπέμπουν στην εποχή της μετάβασής του από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό, έχει επιλέξει την αντιστράτευσή του με τη λογική της Ιστορίας και της θέσης του σ’αυτήν. Άρα, λοιπόν, για εμένα η «Ελλάδα» είναι πρώτα από όλα το ελληνικό κοσμοσύστημα με ό,τι αντιπροσωπεύει ως πολιτισμό και ως τρόπο του βίου για τον άνθρωπο, σε τελική ανάλυση η αξία της καθολικής ελευθερίας και βεβαίως μια οικουμενικότητα στην αντίληψη των πραγμάτων.
Η Ελλάδα ως πατρίδα είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης και του καθήκοντος που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος ως πολίτης, διότι σύμφωνα με την ελληνική εμπειρία δεν μπορεί κανείς να εξασφαλίσει την ατομική του ευημερία και ευτυχία χωρίς να ευημερεί και να υπάρχει η πατρίδα ως γεωγραφία. Αυτό αντιλέγει, εάν θέλετε, και σε κάποιους ευφάνταστους ιδιοτελείς της εποχής μας που ισχυρίζονται ότι πρέπει να εναντιωθούμε στην έννοια του Έθνους και στην ιδιότητα του πολίτη. Προσποιούνται, καθώς μηρυκάζουν το διατακτικό της διεθνούς των αγορών, ότι το έθνος δεν είναι αναγκαίο ως συστατική συνιστώσα της πολιτισμικής συλλογικότητας, ούτε η πολιτειότης ως η ληξιαρχική πράξη του ανήκειν σε μια πολιτική συλλογικότητα. Θέλω επίσης να προσθέσω ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερο έθνος χωρίς πατρίδα, προφανώς ούτε ελληνισμός χωρίς πατρίδα. Γιατί δεν λείπουν και οι άλλοι ευφάνταστοι που διατείνονται ότι δεν έχει σημασία η ελληνική χώρα –μπορεί να υπάρξει ο ελληνισμός ως διασπορά. Μπερδεύουν αυτό που ήταν ο ιστορικός ελληνισμός, ο μείζων ελληνισμός, ο οποίος ήταν ένας ελληνισμός με πατρίδα τις πόλεις, με τον ελληνισμό της διασποράς που εγγράφεται μέσα σε ένα άλλο κρατικό και πολιτισμικό μόρφωμα. Ο τελευταίος  και προώρισται σε πολύ λίγο χρόνο να εξαφανιστεί, να πάψει να υπάρχει. Να απομείνει η μνήμη του καβάφειου ποιήματος για τους Ποσειδωνιάτες, που όταν έχασαν την ταυτότητά τους με την έννοια της ελληνικότητας και έγιναν Λατίνοι και Ρωμαίοι, θυμόντουσαν, λέει, μια φορά τον χρόνο σε μια πανήγυρη την αναγωγή τους στο παρελθόν το ελληνικό και όλοι δυστυχισμένοι έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί έχασαν ό,τι αυτό το παρελθόν αντιπροσώπευε, δηλαδή την έννοια της πατρίδας.  
-Σας ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.
Κι εγώ σας ευχαριστώ, να είστε καλά.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ
Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμεινε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες –
Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί•
και τώρα πως εξέπεσαν, πως έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι –ω συμφορά! – απ’ τον ελληνισμό.
Κ. Π. Καβάφης
Πηγή: