Ολική έκλειψη της πολιτικής...

Τα αδιέξοδα που δημιουργεί στην ελλαδική κοινωνία η κυβέρνηση Τσίπρα είναι τα ίδια με αυτά που δημιούργησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Τα ίδια, μεγεθυμένα και οξυμμένα στο έπακρο. Ισως η μεγέθυνση και όξυνση να είναι συνάρτηση των αντοχών της ελληνικής κοινωνίας, της σαθρότητας των υποδομών της. Ισως συνέπεια, σε κάποιο ποσοστό, και των διεθνών συγκυριών.


Τελικά όμως πρόκειται για ολική έκλειψη της πολιτικής: Του πολιτικού προβληματισμού (τρόπου σκέψης), των πολιτικών στοχεύσεων (σχεδιασμού και προτεραιοτήτων). Εσκεμμένα ή νομοτελειακά (ίδιο το αποτέλεσμα), την άσκηση πολιτικής την έχει υποκαταστήσει ολοκληρωτικά η διαχείριση της εξουσίας. Και στη διαχείριση της εξουσίας δεν υπάρχει ούτε ίχνος κοινωνικών επιδιώξεων, υπουργίας κοινών αναγκών, η παραμικρή έγνοια για την ποιότητα ζωής των πολιτών, για προοπτικές της συλλογικότητας.
Πώς διολισθήσαμε από την άσκηση πολιτικής στη διαχείριση της εξουσίας; Σίγουρα, με την παρεμβολή του μηδενισμού – ο Νίτσε είχε εντοπίσει διορατικότατα την απειλή, από το 1887: «ο πιο ανοίκειος επισκέπτης στέκει στην πόρτα» (Der Europäische Nihilismus). Ντύθηκε ο μηδενισμός την πανοπλία της ιδεολογίας, τον είπαμε «Ιστορικό Υλισμό» και ήταν αμφιπρόσωπος: μαρξισμός - ελευθερία των αγορών. Και οι δύο όψεις, ιδεολογικές, του Ιανού - μηδενισμού είχαν κοινή την άρνηση «νοήματος»: μεταποιούσαν την άσκηση πολιτικής σε διαχείριση της εξουσίας. Ακαταμάχητο κίνητρο η ηδονή της εξουσίας. Σήμερα, η ηδονικότερη συσσώρευση απολαύσεων που μπορεί να ποθήσει άνθρωπος, ακόμα και ο πιο αδικημένος διανοητικά, προσφέρεται με τη νομή της εξουσίας.
Η ολική έκλειψη της πολιτικής τεκμαίρεται πρωταρχικά από την εξάλειψη κάθε ιδεολογικής διαφοράς των κομμάτων. Κορυφαία η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ: Για την ηδονή της εξουσίας αρνήθηκε, όχι μόνο την πολιτική του ταυτότητα, της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» (!), όχι τα «πολιτικά» του προγράμματα, επαγγελίες, υποσχέσεις, «αδιαπραγμάτευτες» εμμονές, αλλά και τη δημοψηφισματική εντολή που είχε πάρει από το κοινωνικό σώμα για να αντιπαλαίψει τον σαδισμό των «Αγορών». Αγνόησε το 64% των ψηφοφόρων και εναγκαλίστηκε την πιο φαιδρή απόφυση της συμπλεγματικής «Δεξιάς» μόνο για την ηδονή της εξουσίας. Ομως, ο ανάλογος εξευτελισμός των πολιτικών ταυτοτήτων, η βάναυση καταστρατήγηση πολιτικών επαγγελιών και υποσχέσεων είχαν προηγηθεί με τις συγκυβερνήσεις Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ - θλιβερού Κουβέλη.
Οι εφιαλτικότερες κοινωνικές συνέπειες από την ολική έκλειψη της πολιτικής, θα πρέπει να εντοπιστούν στο καθολικών διαστάσεων σύμπτωμα υποκατάστασης της πραγματικότητας από τις εντυπώσεις. Η διαχείριση της εξουσίας γίνεται τόσο ηδονικότερη όσο πιο ολοκληρωτικά επιβάλλεται. Αυτό έμπρακτα σημαίνει ότι τα δύσκολα και δυσάρεστα πρέπει να εξωραΐζονται ή να αποσιωπώνται, τα ευχάριστα και αισιόδοξα να προβάλλονται εμφατικά ή να κατασκευάζονται τεχνητά.
Η νομή (όχι άσκηση) της εξουσίας, ώς την πιο παραμικρή της λεπτομέρεια, αποβλέπει αποκλειστικά στην παραγωγή εντυπώσεων, όχι έργου. Δεν ενδιαφέρουν οι τυχόν συντελούμενες ανυπόφορες καταστροφές, άμεσες ή σε βάθος χρόνου – η στέρηση, η φτώχεια, η ανεργία, η συνακόλουθη εξουθένωση του ανθρώπου, ο εξευτελισμός του, η απελπισία που τον οδηγεί στον ξεριζωμό - εκπατρισμό του. Δεν ενδιαφέρει (ίσως και να μεθοδεύεται σκόπιμα) η διολίσθηση τεράστιων κοινωνικών ομάδων στον πρωτογονισμό (σε ανατριχιαστική αγραμματοσύνη, αγλωσσία, ακρισία, ανικανότητα λογικού ειρμού, ακαλαισθησία, αποβλακωτική ποδοσφαιρολαγνεία). Ενδιαφέρει μόνο να πάρουν θετικό πρόσημο («προοδευτικό») η κτηνώδης βία ως θέαμα και παιδικό «παιχνίδι», οι σεξουαλικές διαστροφές, η καύση των νεκρών (επιδεικτική πομφόλυγα «θρησκοληψίας» του μηδενισμού).
Κάποτε, το συνειδητό και το ασυνείδητο πρωτογενές πεδίο της υποκειμενικότητας, τα «αντανακλαστικά» της διαισθητικής κατανόησης και της συμπεριφορικής αυθορμησίας, οι πρώτες προσλαμβάνουσες καλαισθησίας και ακαλαισθησίας, ευπρέπειας και χυδαιότητας, γεννιόντουσαν από την αμεσότητα (εμπειρική) μετοχής σε σχέσεις: Σχέσεις παραγωγικές, ανταλλακτικές, συγγένειας, γειτονίας, φιλίας, συν-ομιλίας που ήταν πρωτευόντως συ(ν)ζήτηση, από κοινού αναζήτηση. Ζητούσαν οι άνθρωποι κριτήρια διάκρισης της αλήθειας από το ψέμα, της ψηλάφησης από την εντύπωση, της πραγματικότητας από τα προσχήματα, της ομορφιάς από τη φιοριτούρα.
Αυτό το παρελθόν δεν είναι ρομαντική νοσταλγία, και κάθε αναφορά σε αυτό δεν συνιστά οπωσδήποτε οπισθοδρόμηση στην ηθικολογική νεφελοκοκκυγία. Ζούμε ένα παρόν εφιαλτικής απανθρωπίας, που συνοψίζεται στην υποκατάσταση της πολιτικής από ψευδαισθητικές εντυπώσεις.
Η ζωή μας καθορίζεται από μυριάδες εμπρόθετες προσπάθειες να μας χειραγωγήσουν ψευδείς εντυπώσεις. Τα θύματα αυτού του Μινώταυρου (της «προοδευτικής» υποκατάστασης της πολιτικής από τις εντυπώσεις, της κοινωνίας των σχέσεων από την αυθαιρεσία του αυτοηδονισμού της εξουσίας) σωρεύονται καθημερινά με δυναμική πλημμυρίδας: Σκεφθείτε τα παιδιά που ασκούν μόνο πληκτρολόγηση αποκομμένα από την ενεργό ετερότητα του «γραφικού χαρακτήρα», τα αναρίθμητα λοβοτομημένα θύματα της ποδοσφαιρολαγνείας, την καλπάζουσα ψευδαισθησιογόνο ζωοφιλία, την αυτοκαταστροφική υστερία των «τατουάζ», και τα μύρια όσα πεισιθάνατα ανάλογα.
Ο προβληματισμός και η εγρήγορση είναι μάλλον η μόνη άμυνα που μας απομένει.

Πηγή: