Πώς η γεωργία μπορεί να μοχλεύσει την ανάπτυξη





agrotesΤο δυναμικό του ελληνικού αγροτικού τομέα είναι ικανό να δώσει λύσεις και γρήγορα.

Θεοφάνης Α. Γέμτος (foreignaffairs.gr)
Ο ΘΕΟΦΑΝΗΣ Α. ΓΕΜΤΟΣ είναι καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Τους τελευταίους μήνες ακούγεται όλο και συχνότερα από πολιτικούς όσο και από τα ΜΜΕ ότι η γεωργία μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην έξοδο από τη κρίση. Οι πολιτικοί μας μετά από αυτό, συνεχίζουν να κάνουν εκείνα που έμαθαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, δηλαδή να μοιράζουν επιδοτήσεις, πολλές από τις οποίες είναι απολύτως αναποτελεσματικές (νιτρορύπανση, οργανική γεωργία). Ευτυχώς τα τελευταία έτη σταμάτησαν τις αποζημιώσεις. Ίσως χάρη στους ελέγχους της Τρόικας. Τα ΜΜΕ συνήθως παρουσιάζουν κάποια επιτυχημένα παραδείγματα μεμονωμένων επιτυχημένων προσπαθειών, κυρίως με προϊόντα που κατευθύνονται στην εσωτερική αγορά. Οι αγρότες διατηρούν τις μικρές και πλέον μη βιώσιμες εκμεταλλεύσεις και κατά διαστήματα διεκδικούν νέες επιδοτήσεις από τους Έλληνες φορολογούμενους. Η επιστημονική κοινότητα ασχολείται με έρευνα που θα αποδώσει στοιχεία δημοσιεύσιμα σε διεθνή περιοδικά, στοιχεία που συνήθως δεν λύνουν προβλήματα της ελληνικής γεωργίας.

Η χρηματοδότηση της έρευνας, η τελευταία ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ, γίνεται με γενικά θέματα και ποτέ στοχευμένη σε επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της χώρας. Αυτό ισχύει τόσο για τη Κεντρική Κυβέρνηση όσο και για τις Περιφέρειες. Το Υπουργείο Γεωργίας ή όπως αλλιώς το ονομάζουν, όχι μόνο δεν χρηματοδοτεί στοχευμένη έρευνα αλλά έχει απαξιώσει απολύτως το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘΙΑΓΕ). Ερευνητικά Ινστιτούτα για τα οποία ήμασταν υπερήφανοι (Σιτηρών, Βάμβακος) σήμερα καταρρέουν. Με τον τρόπο αυτό οι πυλώνες όπου θα μπορούσε να στηριχτεί μια ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της χώρας εργάζονται ανεξάρτητα και φυσικά αναποτελεσματικά για την επίλυση προβλημάτων. Είναι τέτοια η έλλειψη αγροτικής πολιτικής και στρατηγικής ανάπτυξης της γεωργίας που για να γίνουν τα σχέδια διαχείρισης των Υδατικών Διαμερισμάτων της χώρας (σε εφαρμογή της οδηγίας 2000/60 της ΕΕ) οι μελετητές αναγκάστηκαν να κάνουν μόνοι τους σχέδια – παραδοχές για τη μελλοντική γεωργία για να βασίσουν τις μελέτες διαχείρισης των υδάτων.

Πως φτάσαμε ως εδώ; Από το 1981 με την είσοδο της χώρας στη τότε ΕΟΚ, η γεωργική πολιτική αφέθηκε στις Βρυξέλες. Η επιλογή διαδοχικών Ελληνικών κυβερνήσεων ήταν η μεγιστοποίηση των επιδοτήσεων ακόμα και με μη νόμιμα μέσα. Τελικά καταλήξαμε σε υψηλές επιδοτήσεις δύο καλλιεργειών (βαμβάκι και σκληρό σιτάρι) που οδήγησαν την γεωργία της χώρας σε μονοκαλλιέργειες του βαμβακιού στις αρδευόμενες εκτάσεις και του σκληρού σιταριού στις ξηρικές. Με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής) οι επιδοτήσεις μεταφέρθηκαν στη καλλιεργούμενη έκταση κάπως μειωμένες, σε μια προσπάθεια εκτατικοποίησης της γεωργίας και ενίσχυσης των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων. Η έλλειψη ενημέρωσης των αγροτών οδήγησε σε μεγάλη μείωση των εισροών με αποτέλεσμα σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων. Το ελληνικό σκληρό σιτάρι δεν έχει πλέον τα ποσοστά των πρωτεϊνών που το κάνουν κατάλληλο για παραγωγή ποιοτικών μακαρονιών. Η νέα ΚΑΠ που αναμένεται να εφαρμοστεί από το 2014 θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις επιδοτήσεις αλλά θα τις κατανείμει σε όλες τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, κάτι που θα είναι θετικό κατά τη γνώμη μου για τη Γεωργία μας.

Στις αρχές του πρώτης δεκαετίας του 2000, ένας αγρότης με 50-70 στρέμματα βαμβάκι ζούσε την οικογένεια του. Σήμερα με την υπάρχουσα ΚΑΠ χρειάζεται τουλάχιστον 100 στρέμματα. Με τη νέα ΚΑΠ από το 2014 θα χρειάζεται περισσότερα από 200 στρέμματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καλλιέργειες βαμβακιού και σκληρού σιταριού είναι πλήρως εκμηχανισμένες με ελάχιστη ετήσια απασχόληση. Στο ίδιο διάστημα, ο κατατεμαχισμός του κλήρου και τα μικρά αγροκτήματα παρέμειναν, όταν στις άλλες χώρες της ΕΕ τα αγροκτήματα μεγεθύνθηκαν ουσιαστικά. Πολλοί αγρότες συμπλήρωναν το εισόδημα τους απασχολούμενοι σε άλλες εργασίες, όπως στις οικοδομικές. Στη δεκαετία του 1980 έγινε μια υπερεπένδυση σε γεωργικά μηχανήματα με υψηλές επιδοτήσεις των επιτοκίων του αγροτικού τομέα. Ένα σημαντικό μέρος του στόλου των γεωργικών ελκυστήρων χρησιμοποιείται ακόμα από τότε (ηλικίες άνω των 20 ετών). Παρ’ όλο που πολλοί μεγάλης ηλικίας ελκυστήρες «λειτουργούν» ακόμα, η παραγωγικότητά τους είναι σαφώς μειωμένη τόσο λόγω τεχνολογικής παλαίωσης όσο και πολλών βλαβών και υψηλού κόστους επισκευών και συντήρησης. Μια μεγάλη έξοδος από τη γεωργία παρατηρήθηκε στο ίδιο διάστημα με τα ικανότερα μέλη των οικογενειών να εγκαταλείπουν την πρωτογενή παραγωγή. Πολλά εκατομμύρια σπαταλήθηκαν για εκπαίδευση των αγροτών που κατέληξαν σε πρόσθετο εισόδημα των οικογενειών χωρίς ουσιαστική βελτίωση των δεξιοτήτων τους.

Η Ελλάδα της κρίσης βρίσκει την αγροτική οικονομία με αγρότες δύο ταχυτήτων. Μια πολύ μικρή μερίδα κατάφερε να δημιουργήσει βιώσιμες εκμεταλλεύσεις 500 και 1000 στρεμμάτων με μηχανικό εξοπλισμό που σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούν για εκτέλεση εργασιών με αμοιβή. Διαθέτουν νέας τεχνολογίας μηχανικό εξοπλισμό που τους εξασφαλίζει μικρό κόστος με χαμηλές αποσβέσεις και ικανοποιητικό εισόδημα. Η μεγάλη πλειοψηφία, όμως, έχει μείνει με τα μικρά πολυτεμαχισμένα αγροκτήματα και σήμερα δεν έχει αρκετό εισόδημα για να ζήσει. Είναι προφανές ότι με τις σημερινές μεγάλες καλλιέργειες που επικρατούν στη Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα δεν είναι δυνατό να καλύψουν τις ανάγκες των οικογενειών τους. Οι δρόμοι μπροστά μας είναι δύο: είτε ενισχύουμε τη τάση για μεγέθυνση των αγροκτημάτων οπότε πρέπει να βρούμε απασχόληση σε αυτούς που θα εγκαταλείψουν τη γεωργία, πράγμα μάλλον αδύνατο με τις σημερινές συνθήκες, είτε να ενισχύσουμε δραστηριότητες που μπορούν να δώσουν εισόδημα και απασχόληση στους αγρότες. Οι σημερινές καλλιέργειες έχουν μικρό κύκλο εργασιών (γύρω στα 60 ευρώ/στρέμμα για το σκληρό σιτάρι και λιγότερο από 200 ευρώ/στρέμμα για τις ποτιστικές, βαμβάκι και καλαμπόκι) ενώ η απασχόληση είναι μικρότερη από 30-40 ημερομίσθια για 100 στρέμματα καλλιέργειας. Είναι προφανές ότι για τους μικρούς παραγωγούς χρειαζόμαστε εναλλακτικές λύσεις που θα δώσουν μεγάλους κύκλους εργασιών και απασχόληση. Δύο είναι οι κύριες κατευθύνσεις: στροφή προς την κτηνοτροφία, στροφή προς τα οπωροκηπευτικά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κτηνοτροφία μπορεί να δώσει εισόδημα και απασχόληση καθώς απαιτεί εργασία 365 ημερών το χρόνο. Υπάρχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα για ανάπτυξη γαλακτοπαραγωγού προβατοτροφίας καθώς υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες απορρόφησης του γάλακτος για παραγωγή φέτας. Φαίνεται ότι οι δυνατότητες εξαγωγής ελληνικής φέτας είναι πολύ μεγάλες. Το ίδιο ισχύει για το αγελαδινό γάλα αλλά και το κρέας για το οποίο η χώρα έχει ελλειμματική παραγωγή. Τεράστια ποσά δαπανώνται κάθε χρόνο για εισαγωγή προϊόντων ζωικής παραγωγής. Οι κτηνοτρόφοι της χώρας παρά τα κατά διαστήματα προγράμματα ανάπτυξης της κτηνοτροφίας έχουν αφεθεί χωρίς ουσιαστική βοήθεια. Η επιμονή των δημόσιων υπηρεσιών στις βαριές εγκαταστάσεις στάβλων που επιβαρύνουν με τις πολύ υψηλές αποσβέσεις το κόστος, η έλλειψη έρευνας για βελτίωση του ζωικού πληθυσμού και η συνεχής στήριξη σε εισαγόμενους πληθυσμούς ζώων, για καλύτερη εκμηχάνιση των εργασιών και για παραγωγή φτηνών ζωοτροφών και βελτιωμένη διατροφή είναι χαρακτηριστικά στοιχεία που δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη οικονομικά βιώσιμης κτηνοτροφίας. Στη προβατοτροφία υπάρχει σοβαρό πρόβλημα από τις εισαγόμενες φυλές καθώς η φέτα είναι πιστοποιημένη να παράγεται με γάλα συγκεκριμένων φυλών ζώων.

Στο τομέα της κτηνοτροφίας φαίνεται να αναπτύσσονται σημαντικές δράσεις ομάδων παραγωγών. Η ΘΕΣ ΓΑΛΑ πέτυχε να κάνει από κοινού πώληση του αγελαδινού γάλακτος με σημαντική επιτυχία υψηλότερων τιμών αλλά και σχεδιαζόμενη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της παραγωγής ζωοτροφών μέσω συμβολαιακής γεωργίας. Μια προσπάθεια που, αν πετύχει, θα επιφέρει σημαντική μείωση του κόστους διατροφής και παραγωγής του γάλακτος. Παρόμοιες προσπάθειες φαίνεται να αναπτύσσονται και στους προβατοτρόφους. Η επίτευξη συμφωνιών άμεσων πωλήσεων από τη φυτική στη ζωική παραγωγή θα αποτελέσει μια μικρή επανάσταση. Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ φυτικής και ζωικής παραγωγής σήμερα είναι τραγική. Για να καταλάβει κανείς την παθογένεια του συστήματος αρκεί ένα παράδειγμα: Οι γεωργοί που παράγουν κριθάρι ή ζωοτροφές σε ένα χωριό αδυνατούν να πωλήσουν κατ’ ευθείαν στους κτηνοτρόφους. Το κριθάρι στη περίοδο συγκομιδής του 2012 πωλήθηκε 130-150 ευρώ/τόνο και σήμερα πωλείται από τους εμπόρους στους κτηνοτρόφους πάνω από 250 ευρώ/τόνο.

Τα οπωροκηπευτικά, είναι καλλιέργειες που απαιτούν πολλή ανθρώπινη εργασία αλλά έχουν υψηλό κύκλο εργασιών (πάνω από 1000 ευρώ/στρέμμα) και δίνουν υψηλό εισόδημα. Εδώ πρέπει να συνυπολογιστούν και καλλιέργειες αρωματικών φυτών που μπορούν να δώσουν υψηλή προστιθέμενη αξία και πρώτη ύλη για μια βιομηχανία αιθερίων ελαίων κλπ. Η χώρα μας διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για τη καλλιέργεια και εξαγωγή οπωροκηπευτικών όπως:

α) Τη συμμετοχή στην ΕΕ, δηλαδή σε μια αγορά 700.000.000 κατοίκων που στο μεγαλύτερο ποσοστό ζουν στις βορειότερες περιοχές της Ηπείρου και εισάγουν προϊόντα που παράγονται στις Νότιες χώρες. Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν καταφέραμε να δούμε την ΕΕ ως μια μεγάλη αγορά και ευκαιρία για αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας για να βελτιώσουμε τις οικονομικές μας επιδόσεις. Ειδικότερα στο γεωργικό τομέα πάντα σκεφτόμαστε με όρους επιδοτήσεων και εισροών εισοδήματος.

β) το καλό κλίμα της Ελλάδας και τα πολλά μικροκλίματα που μπορούν να παράγουν υψηλής ή μέσης ποιότητας προϊόντα. Οι Νότιες και Νησιωτικές περιοχές μπορούν να παράγουν υψηλής ποιότητας προϊόντα εκτός εποχής. Οι Κεντρικές και Βόρειες περιοχές μπορούν να παράγουν καλής ποιότητας αλλά και ανταγωνιστικού κόστους προϊόντα με την εκμηχάνιση των καλλιεργειών οπωροκηπευτικών που μπορούν να εξαχθούν άμεσα στις ευρωπαϊκές αγορές.

γ) την εύκολη πρόσβαση στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μέσω Βουλγαρίας και Ρουμανίας (χωρίς σύνορα και καθυστερήσεις) και των νέων οδικών αξόνων που κατασκευάζονται. Στο προσεχές μέλλον η είσοδος και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ θα διευκολύνει ακόμα περισσότερο τις μεταφορές.

δ) την τεράστια εμπειρία των Ελλήνων γεωργών σε εκμηχανισμένες καλλιέργειες και την ικανότητά τους να υιοθετούν καινοτόμες καλλιέργειες και τεχνικές καλλιέργειας.

ε) το μεγάλο ερευνητικό προσωπικό που υποχρησιμοποιείται και θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του γεωργικού τομέα.

Τα πλεονεκτήματα αυτά μέχρι σήμερα δεν τα έχουμε αξιοποιήσει. Οι αιτίες πολλές και η ευθύνη κατανέμεται σε όλους, από την Πολιτεία μέχρι το τελευταίο αγρότη. Η προσπάθεια ανάπτυξης καλλιεργειών οπωροκηπευτικών για εξαγωγή είτε ως νωπών είτε μετά από μεταποίηση είναι αρκετά δύσκολη και απαιτεί χρόνο με συνεχή προσπάθεια. Η συνεχής και συστηματική προσπάθεια με στόχους είναι γενικά εκτός λογικής τόσο των πολιτών όσο και του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Για να πετύχει μια τέτοια προσπάθεια απαιτούνται οι ακόλουθες – κατά τη γνώμη μου – συντονισμένες δράσεις:

1.Πρέπει να γίνει μια σε βάθος μελέτη των απαιτήσεων των αγορών σε προϊόντα και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Ένα από τα λάθη που συνήθως κάνουμε είναι να θεωρούμε πως, ό,τι αρέσει σε μας είναι κατάλληλο και για τις άλλες αγορές. Αυτό είναι απόλυτα λανθασμένο. Κάθε αγορά έχει τους δικούς της κανόνες και απαιτήσεις και οι καταναλωτές έχουν τις δικές τους συνήθειες που πρέπει να καλύψουμε. Πρέπει να προσαρμοστούμε στις απαιτήσεις των αγορών και δεν πρέπει να περιμένουμε να προσαρμοστούν οι αγορές σε όσα εμείς παράγουμε. Ίσως αντί να κάνουμε το «καλάθι των προϊόντων» της κάθε περιφέρειας της χώρας να οργανώναμε μια μελέτη για το «καλάθι των προϊόντων» που καταναλώνει και προτιμά ο Πολωνός, ο Τσέχος, ο Γερμανός, κ.λπ., καταναλωτής. Αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει από τους Εμπορικούς ή Γεωργικούς Ακολούθους των ελληνικών Πρεσβειών αλλά δεν φαίνεται και αυτοί να έκαναν τη δουλειά για την οποία πληρώνονται όπως και πάρα πολλοί άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Κάποιοι άλλοι πρέπει να αναλάβουν τη σχετική πρωτοβουλία και το κόστος. Δεν υποστηρίζω ότι είναι αδύνατο να επιβάλλουμε προϊόντα και γεύσεις στις διεθνείς αγορές, μόνο που αυτό είναι δυσκολότερο και απαιτεί χρόνο για να επιτευχθεί. Άλλωστε, υπάρχει πάντα το παράδειγμα του ελληνικού γιαουρτιού που επιβλήθηκε στις αγορές, αλλά αυτός δεν είναι κατά τη γνώμη μου ο καλύτερος και ευκολότερος δρόμος.

2. Πρέπει να γίνει μια μελέτη για τις απαιτήσεις σε τυποποίηση, συσκευασία και πιστοποίηση των προϊόντων για κάθε αγορά. Οι καταναλωτές πλέον απαιτούν ασφαλή τρόφιμα και μόνο τα πιστοποιημένα τρόφιμα μπορούν να ανταγωνιστούν στις αγορές. Είναι προφανές ότι πάλι πρέπει να μάθουμε τι επιθυμούν οι καταναλωτές και να το πετύχουμε. Θα πρέπει να μάθουμε πώς να τα συσκευάζουμε σωστά και επιμελημένα, για να φτάνουν στις ξένες αγορές σε άριστη κατάσταση και να είναι ελκυστικά στους εκεί καταναλωτές. Στον τομέα αυτό χρειάζεται να μάθουμε όχι μόνο τι κάνουν οι ανταγωνιστές μας και να τους μιμηθούμε με επιτυχία αλλά, με κατάλληλη δουλειά και έρευνα, να γίνουμε καλύτεροι από αυτούς. Αντί να ξοδεύουμε χρήματα να αναπτύσσουμε πρότυπα πιστοποίησης που δεν τα ξέρουμε ούτε εμείς (AGRO κλπ) να ακολουθήσουμε τα παγκόσμια γνωστά πρότυπα ώστε οι πιστοποιήσεις να είναι αναγνωρίσιμες. Ίσως θα χρειαστεί να μελετήσουμε και εφαρμόσουμε τα πρότυπα που ζητά η κάθε χώρα για να είμαστε ανταγωνιστικοί.

3.Πρέπει να αναπτύξουμε την σωστή παραγωγή προϊόντων. Εδώ είναι ένα αρκετά πολύπλοκο θέμα καθώς εμπλέκονται πολλές επιστήμες και απαιτείται συνεχής έρευνα για επίτευξη των στόχων αλλά και τη διατήρηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων στις αγορές του εξωτερικού.

α. Επιλογή των κατάλληλων ποικιλιών που θα παράγουν τις ποιότητες που απαιτούν οι αγορές και θα προσαρμόζονται στις συνθήκες της χώρας αλλά και του κάθε μικροκλίματος. Δεν αρκεί να εισάγουμε ποικιλίες και σπόρους από όλα τα μέρη της Γης αλλά να επιλέξουμε τις κατάλληλες και προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται τυχαία από αγρότες που σήμερα πληρώνουν και το μεγάλο κόστος των δοκιμών αλλά από ερευνητικά κέντρα που θα κάνουν τις δοκιμές. Επιπλέον θα πρέπει να κάνουμε και συστηματική προσπάθεια δημιουργίας εγχώριου πολλαπλασιαστικού υλικού για να διατηρήσουμε μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος στη χώρα. Και αυτή η δράση θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να δώσει καρπούς. Να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι η χώρα διαθέτει πολλά απομονωμένα περιβάλλοντα, π.χ. νησιά όπου μπορεί να γίνει επιτυχημένη παραγωγή υγιών σπόρων και άλλου πολλαπλασιαστικού υλικού όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για εξαγωγές. Με προσπάθεια μπορούμε και εδώ να πετύχουμε.

β. Βελτίωση των τεχνικών της καλλιέργειας. Πρέπει να μελετηθούν οι κατάλληλες λιπάνσεις, χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των άλλων εισροών ώστε να βελτιστοποιηθεί η παραγωγή, η ποιότητα και το κόστος. Έρευνα των σχετικών διαδικασιών είναι απαραίτητη ώστε να παραχθούν οι ποιότητες που επιθυμούν οι αγορές. Οι τεχνικές τις καλλιέργειας πρέπει να μελετηθούν από ερευνητικά κέντρα ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές ποιότητες, με χαμηλό κόστος. Πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εμπειρικά από τους αγρότες. Οι αγρότες θα προσαρμόσουν τα αποτελέσματα της έρευνας στις δικές του εκμεταλλεύσεις. Η έρευνα, όμως, πρέπει να προηγείται και να δίνει τα αποτελέσματα στις γεωργικές εφαρμογές που θα τα μεταφέρουν στους αγρότες.

γ. Σημαντική είναι και η ανάπτυξη ενός συστήματος γεωργικών εφαρμογών, δηλαδή οργάνωσης συστήματος μεταφοράς τους γνώσης και των νέων τεχνικών στους αγρότες. Ατυχώς, το παλαιό σύστημα που υπήρχε στις Νομαρχίες έχει ατονήσει καθώς το Γεωτεχνικό προσωπικό ασχολείται με τη γραφειοκρατία των επιδοτήσεων και κανένας φορέας δεν ασχολείται με τη διάδοση των νέων τεχνικών της καλλιέργειας. Διάφορες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια μάλλον αποσκοπούσαν σε νέους διορισμούς στο δημόσιο παρά σε ενημέρωση των αγροτών. Πάντως κάποιοι πρέπει να αναλάβουν αυτό το ρόλο είτε ακολουθήσουμε το πρότυπο των ΗΠΑ (το ρόλο έχουν τα Πανεπιστήμια – land grant Universities) είτε κάποια άλλη μορφή μέσω ερευνητικών κέντρων, Περιφερειών ή Δήμων ή από οργανώσεις των ίδιων των παραγωγών.

δ. Εκμηχάνιση. Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο για έρευνα και ανάπτυξη. Η Ελλάδα ως χώρα μεγάλου κόστους εργασίας πρέπει να εκμηχανίσει όσο γίνεται περισσότερο τις καλλιέργειες για να είναι ανταγωνιστική. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας εκτός από το κατάλληλο κλίμα είναι η προσαρμογή των αγροτών της στις συνθήκες και η ικανότητα υιοθέτησης νέων τεχνολογιών και της εκμηχάνισης. Αυτό ήταν αλήθεια τουλάχιστον μέχρι το 1981. Ελπίζω οι υψηλές επιδοτήσεις να μην κατέστρεψαν αυτήν την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού. Αυτό πρέπει να αξιοποιήσουμε και τώρα. Καλλιέργειες που μπορεί να εκμηχανιστούν πρέπει να τις εκμηχανίσουμε άμεσα για να πετύχουμε χαμηλό κόστος παραγωγής. Στο τομέα αυτό η έρευνα για τα κατάλληλα μηχανήματα και τις τεχνικές της καλλιέργειας που θα προσαρμοστούν σε αυτά είναι απαραίτητη για επιτυχή εισαγωγή της εκμηχάνισης. Τίποτα δεν είναι εύκολο και δεν γίνεται μόνο του χωρίς κόπο και έρευνα. Παράλληλα, πρέπει να βοηθήσουμε την τοπική βιομηχανία κατασκευής γεωργικού εξοπλισμού να προσαρμοστεί και να παράγει και αυτή μηχανήματα προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες. Δεν αρκεί να εισάγουμε μηχανήματα (αυτό είναι αναγκαίο για τα πρώτα στάδια καθώς δεν έχουμε κάνει προετοιμασία), πρέπει και εμείς να παράγουμε μέρος του εξοπλισμού για αυξήσουμε την τοπική προστιθέμενη αξία αλλά και να εξάγουμε στο μέλλον.

ε. Οργάνωση της έρευνας και ανάπτυξης καινοτομίας και της χρηματοδότησης τους. Θα χρειαστούν οπωσδήποτε περισσότερα κονδύλια αλλά κυρίως η διάθεση να είναι στοχευμένη. Θα πρέπει να υπάρξει στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της αγροτικής αλλά και γενικότερα της οικονομίας της χώρας, να οριστούν οι στόχοι, τα θέματα και τα προβλήματα που πρέπει να μελετηθούν και να λυθούν, και να διατεθεί η απαραίτητη χρηματοδότηση. Η επίλυση προβλημάτων θα αποτελέσει και τη βάση αξιολόγησης της έρευνας και την καλής χρήσης των διαθέσιμων πόρων. Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην καλλιέργεια και διαχείριση των αγροκτημάτων αλλά και των μετασυλλεκτικών χειρισμών των προϊόντων μπορεί να συμβάλλει τόσο στη βελτίωση της παραγωγής όσο και στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Τεχνολογίες όπως η γεωργία ακριβείας, η χρήση των ηλεκτρονικών μηχανημάτων για βελτίωση της ακρίβειας των εφαρμογών και της διαχείρισης των αγροκτημάτων είναι περιοχές που υπόσχονται βέλτιστες λύσεις για το μέλλον.

στ. Οργάνωση παραγωγών. Όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν είναι δυνατόν να γίνουν από παραγωγούς των λίγων στρεμμάτων που δουλεύουν όπως τους αρέσει. Η τυποποίηση της παραγωγής προϋποθέτει γνώσεις και εξοπλισμό υψηλής αξίας που πρέπει να λειτουργήσει για πολλές ώρες το χρόνο ώστε οι αποσβέσεις να είναι χαμηλές ανά μονάδα προϊόντος, διατηρώντας χαμηλό το κόστος. Οι προμήθειες των εφοδίων θα πρέπει να γίνονται ομαδικά για χαμηλές τιμές. Κυρίως, όμως, πρέπει οι ποσότητες που παράγονται να είναι μεγάλες ώστε να επιτυγχάνεται σωστή εμπορία και διαπραγμάτευση με τις εταιρείες εμπορίας και διακίνησης των προϊόντων. Η οργάνωση των ομάδων πρέπει να στηρίζεται σε αυστηρούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται δια ρόπαλου από όλους. Η παραμικρή παρατυπία έχει επίπτωση σε όλους. Γι΄ αυτό η διαχείριση των ομάδων πρέπει να ανατεθεί σε τεχνοκράτες που θα εφαρμόζουν αυστηρά και δίκαια του κανόνες ενώ οι γνωστοί αγροτοπατέρες πρέπει να πάψουν να διοικούν χαϊδεύοντας αυτιά. Τελευταία διαφαίνεται μια αλλαγή της νοοτροπίας των αγροτών. Περισσότεροι ζητούν πλέον ενημέρωση τόσο σε απαντήσεις σε ερωτηματολόγια όσο και με την αυξημένη συμμετοχή σε ημερίδες κάτι που δεν ίσχυε πριν από την κρίση.

Ένα τέτοιο σχέδιο ανάπτυξης μιας παραγωγικής και υψηλού εισοδήματος γεωργίας απαιτεί σημαντική αλλά κυρίως μακροχρόνια και στοχευμένη προσπάθεια από πολλούς φορείς: την Πολιτεία (εδώ περιλαμβάνονται η Κεντρική Κυβέρνηση, οι Περιφέρειες και οι Αγροτικοί Δήμοι δηλαδή όλοι οι Δήμοι εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης), τους ερευνητικούς φορείς της χώρας, τους αγρότες και τις οργανώσεις τους. Δυστυχώς, η μέχρι σήμερα εμπειρία δεν δείχνει ότι είναι δυνατός ένας μακροχρόνιος σχεδιασμός και στόχευση. Είμαστε λαός που ξεχνά εύκολα, και το πολιτικό σύστημα της χώρας αδυνατεί να συμφωνήσει και ακολουθήσει μακροχρόνιες πολιτικές. Ακόμα και υπουργοί του ιδίου κόμματος δεν μπορούν να ακολουθήσουν κοινή πολιτική! Μήπως η παρούσα κρίση ξυπνήσει κάποιους; Μήπως καταφέρουμε μια διακομματική συμφωνία και στόχευση που θα οδηγούσε σε μακροχρόνιο προγραμματισμό; Μένει να το δούμε. Η επιτυχημένη, όμως, προσπάθεια θα έχει σημαντικά οφέλη.

Η καλλιέργεια οπωροκηπευτικών όπως και η κτηνοτροφία θα αυξήσουν ουσιαστικά την απασχόληση. Η εκτίμηση της απασχόλησης στη γεωργία γίνεται διοικητικά με ακέραιες μονάδας εργασίας (ΑΕΜ) πλήρους απασχόλησης. Η απασχόληση στα σιτηρά είναι γενικά χαμηλή (0.25 ΑΕΜ/στρέμμα για ξηρικές καλλιέργειες, 3 ΑΕΜ/στρέμμα για τις αρδευόμενες) στα οπωροκηπευτικά είναι πολύ μεγαλύτερη και φτάνει μέχρι 18 ΑΕΜ/στρέμμα στις καλλιέργειες υπαίθρου και 35 ΑΕΜ/στρέμμα στα θερμοκήπια. Οι τιμές είναι μεγάλες κατά τη γνώμη μου, αλλά είναι χρήσιμες για μια εκτίμηση των επιπτώσεων. Μεταφορά 1.000.000 στρεμμάτων από σιτηρά σε οπωροκηπευτικά θα αύξανε κατά 10.000.000 τις ΑΕΜ και θα δημιουργούσε άμεσα 50.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης στη γεωργία, χωρίς να λάβουμε υπόψη την αύξηση της απασχόλησης στους υποστηρικτικούς κλάδους και τη μεταποίηση. Η μεταφορά αυτή θα αύξανε τον ετήσιο κύκλο εργασιών της περιφέρειας κατά τουλάχιστον ένα δισ. ευρώ από τη γεωργία, πάλι χωρίς να λάβουμε υπόψη τις παράπλευρες επιπτώσεις στους κλάδους που υποστηρίζουν την γεωργική παραγωγή.

Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος σε όλη τη χώρα θα έχει πολύ σημαντικά οικονομικά οφέλη αλλά και αύξηση της απασχόλησης που, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας. Η μεγάλη αναμενόμενη ωφέλεια πιστεύω ότι θα κινητοποιήσει όλους τους φορείς για το καλό της χώρας και των παιδιών μας.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Πηγή:

Related Posts