Οι ΗΠΑ φεύγουν από το Ιράκ 23 χρόνια μετά την εισβολή...

 Ατιμωτική αποχώρηση –  Οι ΗΠΑ φεύγουν από Ιράκ 23 χρόνια μετά την εισβολή – Αφήνουν πίσω 210.000 νεκρούς και απόλυτο χάοςΣτις 30 Σεπτεμβρίου 2026, εφόσον τηρηθεί το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, το Ιράκ θα πάψει για πρώτη φορά μετά την επιστροφή των αμερικανικών δυνάμεων το 2014 να φιλοξενεί στρατεύματα των ΗΠΑ.
Ο Ιρακινός πρωθυπουργός Ali al-Zaidi χαρακτήρισε την ημερομηνία

«σταθερή και τελική» μετά τη συνάντησή του με τον ναύαρχο Brad Cooper, επικεφαλής της CΕΝΤCOM.
Η αποχώρηση από την Erbil έχει ήδη αρχίσει, ενώ η Ουάσιγκτον επιβεβαιώνει ότι η στρατιωτική παρουσία θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια απλή στρατιωτική αναδιάταξη.
Πρόκειται για το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας που άρχισε τον Μάρτιο του 2003, όταν η κυβέρνηση του George W. Bush εισέβαλε στο Ιράκ με κεντρικό επιχείρημα ότι το καθεστώς του Saddam Hussein διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής και αποτελούσε άμεση απειλή.
14_12.webp

Πολιτική επιλογή η καταστροφή του Ιράκ

Τα μεγάλα αποθέματα αυτών των όπλων δεν βρέθηκαν ποτέ.
Η ίδια η CIA, μέσα από την έρευνα του Iraq Survey Group, κατέγραψε αργότερα ότι δεν εντοπίστηκαν τα αποθέματα που θεωρούνταν δεδομένα πριν από τον πόλεμο και πως οι προπολεμικές εκτιμήσεις αποδείχθηκαν λανθασμένες.
Αυτή είναι η αφετηρία που δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από τη σημερινή γλώσσα περί «επιτυχούς ολοκλήρωσης της αποστολής».
Η εισβολή δεν ήταν μια φυσική καταστροφή που απλώς συνέβη.
Ήταν πολιτική επιλογή.
Και ήταν επιλογή που πραγματοποιήθηκε χωρίς νέο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που να εξουσιοδοτεί ρητά τη χρήση στρατιωτικής βίας.

air_force_4.jpg
Καταπέλτης για τις ΗΠΑ η έρευνα των Βρετανών

Η βρετανική έρευνα για τον πόλεμο στο Ιράκ κατέληξε αργότερα ότι οι διπλωματικές επιλογές δεν είχαν εξαντληθεί και ότι η στρατιωτική δράση δεν αποτελούσε την ύστατη λύση.
Η πτώση του Saddam Hussein εξάλειψε ασφαλώς μια αυταρχική και βίαιη δικτατορία.
Αυτό είναι μέρος της ιστορικής πραγματικότητας.
Αλλά η ανατροπή ενός δικτάτορα δεν αρκεί για να μετατρέψει αυτομάτως μια εισβολή σε στρατηγική επιτυχία.
Η διάλυση κρατικών μηχανισμών, η αποσύνθεση των δομών ασφαλείας, η έκρηξη της ένοπλης αντίστασης και η όξυνση των θρησκευτικών και πολιτικών ανταγωνισμών δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο το Ιράκ βυθίστηκε για χρόνια στη βία.
Ακόμη και η επίσημη βρετανική έρευνα αναγνώρισε ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία απέτυχαν να επιτύχουν τους στόχους που είχαν θέσει για το μεταπολεμικό Ιράκ και δυσκολεύτηκαν να ελέγξουν την αποσταθεροποίηση που ακολούθησε.
13_153.jpg

Πάνω από 209.000 νεκροί

Το ανθρώπινο κόστος δεν χωρά εύκολα σε πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Το πρόγραμμα «Κόστη του Πολέμου» του πανεπιστημίου Brown έχει υπολογίσει ότι μόνο μέχρι το 2021 οι άμεσοι θάνατοι αμάχων από τη βία του πολέμου στο Ιράκ ανέρχονταν σε περίπου 186.000 έως 209.000, ενώ το σύνολο των άμεσων θανάτων όλων των κατηγοριών ήταν ακόμη μεγαλύτερο.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν θανάτους από όλες τις πλευρές και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις αμερικανικές δυνάμεις.
Αποτυπώνουν, όμως, το μέγεθος της καταστροφής που ακολούθησε την επιλογή του πολέμου.
Στο αποκορύφωμα της κατοχής, το 2007, περισσότεροι από 170.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί βρίσκονταν στο Ιράκ.
Οι τελευταίες μάχιμες δυνάμεις αποχώρησαν τον Δεκέμβριο του 2011.
Γι’ αυτό και τυπικά δεν είναι ακριβές να μιλά κανείς για αδιάλειπτη αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη επί 23 χρόνια.
12_31.png

Το τέρας του ISIS δημιούργημα της εισβολής των Αμερικανών

Το 2014, όμως, η επέλαση του ISIS στο Ιράκ και στη Συρία οδήγησε στην επιστροφή των ΗΠΑ, αυτή τη φορά κατόπιν πρόσκλησης της ιρακινής κυβέρνησης.
Περίπου 2.500 Αμερικανοί στρατιωτικοί παρέμειναν τα επόμενα χρόνια σε εκπαιδευτικούς και αντιτρομοκρατικούς ρόλους.
Εδώ βρίσκεται και το ισχυρότερο επιχείρημα της Ουάσιγκτον: η δεύτερη αυτή φάση της παρουσίας της δεν ήταν ίδια με την εισβολή του 2003.
Η διεθνής συμμαχία συνέβαλε ουσιαστικά στη συντριβή της εδαφικής κυριαρχίας του ISIS και στην ενίσχυση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας.
Το 2024 οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ιράκ συμφώνησαν επίσημα στη σταδιακή μετάβαση από τη στρατιωτική αποστολή της διεθνούς συμμαχίας σε νέες διμερείς σχέσεις ασφαλείας, αναγνωρίζοντας ότι η απειλή του ISIS είχε μειωθεί σημαντικά.
isis_2.jpg

Το χάος του μεταπολεμικού Ιράκ

Αλλά ακόμη και αυτή η πραγματικότητα δεν ακυρώνει το θεμελιώδες παράδοξο.
Οι ΗΠΑ επέστρεψαν το 2014 για να πολεμήσουν μια τζιχαντιστική οργάνωση που αναπτύχθηκε μέσα στο χάος του μεταπολεμικού Ιράκ.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον κλήθηκε να αντιμετωπίσει, έστω μαζί με πολλούς άλλους παράγοντες, συνέπειες ενός περιβάλλοντος στην κατασκευή του οποίου είχε παίξει καθοριστικό ρόλο.
Η στρατιωτική λύση γέννησε προβλήματα τα οποία απαίτησαν νέα στρατιωτική λύση.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό αποτύπωμα της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες.
Η αποχώρηση αποκτά πρόσθετη σημασία και για την εσωτερική ισορροπία του Ιράκ.
Η κυβέρνηση του Ali al-Zaidi έχει θέσει επίσης την 30ή Σεπτεμβρίου ως προθεσμία για την παράδοση των όπλων από ένοπλες οργανώσεις που λειτουργούν έξω από τον αποκλειστικό έλεγχο του κράτους.
10_56.webp

Ενισχύθηκε ο ρόλος του Ιράν

Το επιχείρημα της Βαγδάτης είναι σαφές: όταν δεν υπάρχουν ξένες στρατιωτικές δυνάμεις στο ιρακινό έδαφος, εξαφανίζεται μία από τις βασικές δικαιολογίες που επικαλούνται οι πολιτοφυλακές για τη διατήρηση αυτόνομου οπλισμού.
Ωστόσο, ισχυρές οργανώσεις που συνδέονται με το Ιράν έχουν ήδη δείξει ότι δεν προτίθενται εύκολα να αφοπλιστούν.
Εδώ επίσης οι ΗΠΑ αφήνουν πίσω τους μια βαριά αντίφαση.
Η εισβολή του 2003 ανέτρεψε τις παλιές ισορροπίες ισχύος και τελικά διεύρυνε σημαντικά την επιρροή του Ιράν στο ιρακινό πολιτικό και στρατιωτικό σύστημα.
Ο στρατηγικός αντίπαλος που η Ουάσιγκτον επιδίωκε επί δεκαετίες να περιορίσει βρέθηκε, μέσα από την ανατροπή του Saddam Hussein, να αποκτά πολύ μεγαλύτερο χώρο επιρροής στο γειτονικό Ιράκ.
Μια επέμβαση που παρουσιάστηκε ως επίδειξη της αμερικανικής ισχύος κατέληξε έτσι να αναδιατάσσει την περιοχή με τρόπους που δεν εξυπηρέτησαν πάντοτε τα ίδια τα αμερικανικά συμφέροντα.
Και τώρα η στρατιωτική παρουσία δίνει τη θέση της στην οικονομική.
Η εποχή των τεθωρακισμένων τελειώνει, όχι όμως αναγκαστικά η εποχή της αμερικανικής επιρροής.
Η ενεργειακή συνεργασία, οι επενδύσεις και οι διμερείς σχέσεις ασφαλείας αποτελούν το νέο πεδίο.
Αυτή η μετάβαση είναι ίσως πιο ρεαλιστική από την ψευδαίσθηση ότι ένα ξένο κράτος μπορεί να ανασχεδιάσει μια ολόκληρη κοινωνία με στρατεύματα, αεροπορικές επιδρομές και πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
iran_17.webp

Κατεβαίνει η τελευταία αμερικανική σημαία

Στις 30 Σεπτεμβρίου μπορεί να κατέβει η τελευταία αμερικανική σημαία από στρατιωτική εγκατάσταση στο Ιράκ.
Δεν θα εξαφανιστούν, όμως, μαζί της τα ερείπια του 2003, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί ενός πολέμου με πολλούς δράστες, τα εκατομμύρια ζωές που ανατράπηκαν, η ενίσχυση των ένοπλων παρατάξεων και η βαθιά δυσπιστία απέναντι στις αμερικανικές επεμβάσεις.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να ανακοινώσει το τέλος μιας αποστολής.
Δεν μπορεί να ανακοινώσει το τέλος των συνεπειών της.
Και αυτό είναι ίσως το πραγματικό μάθημα του Ιράκ: μια υπερδύναμη μπορεί να κερδίσει γρήγορα έναν πόλεμο στο πεδίο της μάχης, να ανατρέψει μια κυβέρνηση και να καταλάβει μια χώρα.
Είναι πολύ δυσκολότερο να ελέγξει αυτό που γεννιέται την επόμενη ημέρα — και ακόμη δυσκολότερο να διαγράψει, δύο δεκαετίες αργότερα, την ευθύνη για τις αποφάσεις που την έφεραν εκεί.
horm_10.webp

Η φθίνουσα ισχύς των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή

Η αποχώρηση από το Ιράκ δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο.
Εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της αμερικανικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, όπου η τεράστια στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν μεταφράζεται πλέον με την ίδια ευκολία σε πολιτική υπακοή, περιφερειακό έλεγχο ή δυνατότητα επιβολής των όρων της Ουάσιγκτον.
Η εικόνα αυτή έγινε ακόμη πιο καθαρή μετά τον πόλεμο με το Ιράν που άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου 2026.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέδειξαν ότι διαθέτουν συντριπτική τεχνολογική και αεροπορική υπεροχή και κατάφεραν να προκαλέσουν τεράστιες ζημιές στις στρατιωτικές υποδομές του Ιράν. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με στρατηγική νίκη.
iran_2_15.jpg

Εγκλωβισμένοι οι Αμερικανοί

Μήνες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, το Reuters περιέγραφε την κυβέρνηση του Donald Trump εγκλωβισμένη σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρή έξοδο και σημείωνε ότι αρκετοί από τους αρχικούς αμερικανικούς στόχους δεν είχαν επιτευχθεί.
Η Τεχεράνη δεν συνθηκολόγησε, το πυρηνικό ζήτημα παρέμενε ανοικτό και η αντιπαράθεση για τον έλεγχο και τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz συνεχιζόταν.
Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στη στρατιωτική υπεροχή και στην πολιτική ισχύ.
Οι ΗΠΑ μπορούν ακόμη να απογειώσουν εκατοντάδες αεροσκάφη, να αναπτύξουν αεροπλανοφόρα, να καταστρέψουν εγκαταστάσεις και να πλήξουν στρατιωτικούς στόχους σε τεράστια απόσταση.
Δυσκολεύονται όμως όλο και περισσότερο να μετατρέψουν αυτή την ισχύ σε ένα σταθερό περιφερειακό αποτέλεσμα.
Το Ιράν, παρά τις μεγάλες απώλειες και την καταστροφή που υπέστη, διατήρησε την ικανότητα να επιβάλλει κόστος στους αντιπάλους του και να χρησιμοποιεί τα Στενά του Hormuz ως μοχλό πίεσης.
Η σύγκρουση επομένως δεν κατέληξε στην καθαρή αμερικανική επικράτηση που θα ανέμενε κανείς από τη συντριπτική διαφορά στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η γεωγραφία της άμεσης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας συρρικνώνεται.
Στη Συρία οι ΗΠΑ έκλεισαν την τελευταία βάση της Operation Inherent Resolve τον Απρίλιο του 2026, τερματίζοντας μια δεκαετή παρουσία της συγκεκριμένης αποστολής στη χώρα.
Δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τη Μέση Ανατολή.
Παραμένουν η ισχυρότερη εξωτερική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, διατηρούν κρίσιμες εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο και εξακολουθούν να αποτελούν με διαφορά τον μεγαλύτερο προμηθευτή όπλων πολλών αραβικών κρατών.
Μεταξύ 2021 και 2025, περίπου το 54% των εισαγωγών όπλων της Μέσης Ανατολής προερχόταν από τις ΗΠΑ.
33_5.webp

Χάνεται ο έλεγχος σε έναν κόσμο που γίνεται πολυπολικός 

Αυτό που φθίνει, επομένως, δεν είναι απλώς ο αριθμός των Αμερικανών στρατιωτών.
Είναι η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να παρουσιάζει τη στρατιωτική της ισχύ ως εγγύηση πολιτικού ελέγχου.
Το Ιράκ υπήρξε το μεγάλο εργαστήριο αυτής της αντίληψης.

Το Ιράν αποτελεί σήμερα την πιο ορατή απόδειξη των ορίων της.
Μια υπερδύναμη μπορεί να διαθέτει περισσότερα αεροπλανοφόρα, καλύτερα αεροσκάφη και ασύγκριτα μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό και παρ' όλα αυτά να μην μπορεί να επιβάλει στον αντίπαλο την πολιτική έκβαση που επιθυμεί.
Υπό αυτή την έννοια, η αποχώρηση από το Ιράκ δεν είναι απλώς το τέλος μιας αποστολής.
Είναι ακόμη ένα σύμβολο της μετάβασης από την εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι μπορούσαν να αναδιατάξουν τη Μέση Ανατολή διά της στρατιωτικής ισχύος, σε μια εποχή όπου αναγκάζονται όλο και συχνότερα να διαπραγματεύονται με τις συνέπειες των ίδιων τους των επεμβάσεων.

www.bankingnews.gr