Σε κατάσταση αυξημένης στρατηγικής επαγρύπνησης βρίσκεται το Ισραήλ απέναντι στη νέα αμυντική αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή, μετά τη συμφωνία μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Και το ερώτημα που αρχίζει να κυριαρχεί στα ισραηλινά στρατηγικά κέντρα είναι πλέον ξεκάθαρο:
Μήπως γεννιέται ένας νέος πόλος ισχύος στη Μέση Ανατολή που το Ισραήλ δεν θα μπορεί πλέον να αγνοήσει;
Ιδιαίτερο βάρος έχει αποκτήσει η ανάλυση του απόστρατου συνταγματάρχη και σχολιαστή ασφαλείας Amir Noy, η οποία δημοσιεύθηκε στην ισραηλινή εφημερίδα Maariv.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Noy, «Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν να ανακηρύξουν επίσημα το Ισραήλ εχθρό τους.
Μια υπεύθυνη χώρα δεν εξετάζει μόνο τις προθέσεις μιας συμμαχίας που ενδέχεται να αντιμετωπίσει, αλλά και τη στρατιωτική και πολιτική ισχύ που αυτή συγκεντρώνει.
Το Ισραήλ πρέπει να αρχίσει να οικοδομεί το δικό του αντίβαρο συμμαχιών από τώρα.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι η συμμαχία που υπογράφηκε στη Μέκκα μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν να ανακηρύξει επίσημα το Ισραήλ εχθρό, προκειμένου να αντιληφθούμε ότι πρόκειται για μια στρατηγική εξέλιξη την οποία το Ισραήλ δεν μπορεί να αγνοήσει.
Οι χώρες δεν οικοδομούν συμμαχίες αποκλειστικά με βάση τους εχθρούς που δηλώνουν.
Τις διαμορφώνουν με βάση τα συμφέροντά τους, τις δυνατότητές τους και τα σενάρια που επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν.
Προς το παρόν, η συγκεκριμένη συμφωνία δεν χαρακτηρίζει το Ισραήλ ως εχθρό.
Όποιος, όμως, περιορίζεται μόνο στις ρητές διατυπώσεις της συμφωνίας, κινδυνεύει να χάσει τη συνολική εικόνα.
Αυτή δεν είναι απαραίτητα μια συμμαχία εναντίον του Ισραήλ.
Είναι, όμως, σίγουρα μια συμμαχία που το Ισραήλ δεν μπορεί να αγνοήσει.
Και αυτό γιατί υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ πρόθεσης και ικανότητας.
Η Τουρκία φέρνει στη συμμαχία έναν μεγάλο στρατό, μια προηγμένη αμυντική βιομηχανία, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ισχυρή αεροπορία και ναυτικό και, πάνω απ’ όλα, περιφερειακές φιλοδοξίες που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορά της.
Η Σαουδική Αραβία φέρνει οικονομική ισχύ, ενεργειακούς πόρους, γεωγραφικό βάθος και στρατηγική θέση στον Περσικό Κόλπο.
Το Πακιστάν, από την πλευρά του, διαθέτει έναν μεγάλο στρατό, σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία και, το σημαντικότερο, πυρηνική ικανότητα.
Δεν πρόκειται πλέον απλώς για ένα ακόμη ισλαμικό φόρουμ που καταλήγει σε μια δήλωση κατά του Ισραήλ.
Πρόκειται για τη δυνητική διαμόρφωση μιας σημαντικής περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης.
Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η συμμαχία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παράγοντα αποτροπής απέναντι σε δύο εντελώς διαφορετικές χώρες: το Ιράν και το Ισραήλ.
Το Ιράν είναι η προφανής περίπτωση.
Το καθεστώς των Αγιατολάχ συνδυάζει μια θρησκευτική και επαναστατική ιδεολογία με ηγεμονικές φιλοδοξίες, πυραυλικές δυνατότητες, δίκτυα πληρεξουσίων, τρομοκρατική δράση και την επιδίωξη πυρηνικών δυνατοτήτων.
Επί χρόνια, εξάγει τη σύγκρουση πέρα από τα σύνορά του, μέσα από μια κοσμοθεωρία που αντιμετωπίζει την επανάσταση και τη σύγκρουση με τους αντιπάλους του ως μέρος ενός ιστορικού και ιδεολογικού πεπρωμένου.
Για τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, επομένως, υπάρχει βάσιμος λόγος να φοβούνται το Ιράν.
Η περίπτωση του Ισραήλ είναι πιο ειρωνική. Το Ισραήλ δεν απειλεί τη Σαουδική Αραβία, δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με το Πακιστάν και δεν βρίσκεται σε πόλεμο με την Τουρκία.
Ωστόσο, διαθέτει τη στρατιωτική ικανότητα να μετατρέψει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον του σε μια σύγκρουση με εξαιρετικά υψηλό κόστος για τον επιτιθέμενο — στρατιωτικά, σε επίπεδο υποδομών και οικονομικά.
Το Ισραήλ, επομένως, δεν αποτελεί απειλή για τη συγκεκριμένη συμμαχία λόγω αυτού που επιδιώκει να κάνει, αλλά λόγω αυτού που είναι ικανό να κάνει εάν δεχθεί επίθεση.
Και αυτή είναι μια κρίσιμη διαφορά: στη στρατηγική, δεν αρκεί να εξετάζει κανείς τις προθέσεις ενός αντιπάλου. Πρέπει να υπολογίζει και τις δυνατότητές του.
Γι’ αυτό το Ισραήλ δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι η νέα συμμαχία να αποκτήσει επίσημα εχθρικό χαρακτήρα.
Η σωστή απάντηση δεν είναι ο πανικός, αλλά η στρατηγική προετοιμασία: η οικοδόμηση ενός ισχυρού πλέγματος συμμαχιών και συνεργασιών που θα λειτουργήσει ως αντίβαρο στις νέες ισορροπίες ισχύος που διαμορφώνονται στην περιοχή»…
«Η Τουρκία είναι η παράμετρος που δεν πρέπει να αποκοπεί»
Σύμφωνα με τον Noy, η Συμφωνία της Μέκκας δεν υπάρχει σε κενό.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία εμβαθύνει την επιρροή της στη Συρία.
Εάν
ο νέος συριακός στρατός συγκροτηθεί υπό τουρκική επιρροή και, στο
μέλλον, η επιρροή αυτή επεκταθεί και στον Λίβανο, το Ισραήλ ενδέχεται να
βρεθεί αντιμέτωπο με έναν στρατηγικό χώρο στα βόρεια και τα ανατολικά
του, ο οποίος θα προσανατολίζεται ολοένα περισσότερο προς την Άγκυρα.
Δεν
χρειάζεται να φανταστούμε τουρκικά άρματα μάχης στα ισραηλινά σύνορα.
Αρκεί να φανταστούμε την Άγκυρα να ασκεί επιρροή στη Δαμασκό και τη
Βηρυτό μέσω όπλων, εκπαίδευσης, πληροφοριών, υποδομών και πολιτικών
διασυνδέσεων. Άγκυρα – Δαμασκός – Βηρυτός: αυτό αποτελεί ήδη ένα πιθανό σενάριο ασφαλείας, για το οποίο το Ισραήλ οφείλει να προετοιμαστεί ως σενάριο αναφοράς.
Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει το Ισραήλ; διερωτάται ο αναλυτής
Όχι να οδηγηθεί σε πόλεμο. Όχι να ανακηρύξει την Τουρκία εχθρό. Και ασφαλώς όχι να οικοδομήσει μια «συμμαχία κατά του Ισλάμ».
Η απάντηση είναι να οικοδομήσει μια ισορροπία.
Το
Ισραήλ πρέπει να περάσει από την αντίληψη μιας μοναδικής, κεντρικής
συμμαχίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, στην αντίληψη ενός ευρύτερου δικτύου
συμμαχιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν το κορυφαίο
στρατηγικό επίπεδο: πληροφορίες, διάστημα, τεχνολογία, οπλικά συστήματα
και αποτροπή.
Παράλληλα, όμως, πρέπει να δημιουργηθούν και πρόσθετα επίπεδα συνεργασίας.
Η
Ινδία μπορεί να αποτελέσει το στρατηγικό αντίβαρο έναντι του Πακιστάν,
με κοινά συμφέροντα στην τεχνολογία, τις πληροφορίες, τη θαλάσσια
ασφάλεια και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να αποτελέσουν το μεσογειακό επίπεδο, απέναντι στην τουρκική επέκταση και τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Άγκυρας.
Η Αίγυπτος και η Ιορδανία
αποτελούν το άμεσο περιφερειακό επίπεδο, καθώς τίποτα δεν μπορεί να
υποκαταστήσει τις σταθερές σχέσεις ασφαλείας του Ισραήλ με τους γείτονές
του.
Όμως το Ισραήλ πρέπει να σκεφτεί ακόμη πιο μακριά.
Για χρόνια, το Ισραήλ αντιμετώπιζε τη Λατινική Αμερική πρωτίστως ως διπλωματικό πεδίο.
Αυτή η αντίληψη χρειάζεται να αλλάξει.
Το Ιράν προσπαθεί εδώ και χρόνια να εδραιώσει παρουσία στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Οι
επιθέσεις στην Αργεντινή, οι δεσμοί με εχθρικά καθεστώτα και οι
προσπάθειες επέκτασης τρομοκρατικών δικτύων και επιρροής έχουν
καταστήσει τη Λατινική Αμερική μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσης με την
Τεχεράνη.
Τώρα διαφαίνεται μια μετατόπιση.
Η Αργεντινή του Javier Milei
εμβαθύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ
το 2026 εγκαινίασε τις «Συμφωνίες Γιτζάκ» με το Ισραήλ, με στόχο την
ενίσχυση της συνεργασίας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του
αντισημιτισμού και των ιρανικών δικτύων στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Και άλλες χώρες της περιοχής δείχνουν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη στενότερης συνεργασίας με το Ισραήλ.
Δεν υπάρχει ακόμη ένα φιλοϊσραηλινό μπλοκ στη Νότια Αμερική.
Η τάση, όμως, είναι σημαντική.
Το
Ισραήλ μπορεί να προσφέρει σε αυτές τις χώρες πολύ περισσότερα από
διπλωματική υποστήριξη: ασφάλεια, τεχνολογία, ιατρική τεχνογνωσία,
γεωργία, ενέργεια, πληροφορίες και τεχνογνωσία στην καταπολέμηση της
τρομοκρατίας.
Επίσης θα πρέπει να ενισχύσει αυτή την τάση όχι μόνο για λόγους διπλωματίας, αλλά και για λόγους εθνικής ασφάλειας, σημειώνεται.
Ο πολλαπλασιαστής της ισραηλινής ισχύος
«Το
Ισραήλ δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την Τουρκία σε αριθμό στρατιωτών, τη
Σαουδική Αραβία σε οικονομικούς πόρους ή το Πακιστάν σε στρατιωτικό
δυναμικό.
Μπορεί, όμως, να αποτελέσει κάτι διαφορετικό: τον εγκέφαλο, τα μάτια και το νευρικό σύστημα ενός διεθνούς δικτύου ασφαλείας.
Πληροφορίες,
δορυφορικά συστήματα, κυβερνοάμυνα και κυβερνοεπιχειρήσεις, αεράμυνα,
συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, τεχνολογίες αντι-UAV και
αντιπυραυλικής άμυνας, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικός πόλεμος και
συστήματα διοίκησης και ελέγχου – αυτό είναι το πραγματικό
πολλαπλασιαστικό πλεονέκτημα του Ισραήλ.
Απέναντι στον άξονα
Άγκυρα – Ριάντ – Ισλαμαμπάντ, το Ισραήλ πρέπει να οικοδομήσει το δικό
του δίκτυο: Ουάσινγκτον, Νέο Δελχί, Αθήνα, Λευκωσία, Κάιρο, Αμμάν – και,
ει δυνατόν, νέες συνεργασίες στη Λατινική Αμερική.
Διότι, σε έναν
κόσμο όπου οι νέες συμμαχίες διαμορφώνονται με ολοένα ταχύτερους
ρυθμούς, μια χώρα που δεν οικοδομεί εγκαίρως τη δική της ισορροπία
μπορεί να ανακαλύψει, όταν θα είναι πλέον αργά, ότι ο κόσμος γύρω της
έχει αλλάξει.
Τελικά, ο αγώνας δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή.
Αφορά την κατανομή της ισχύος στον νέο κόσμο.
Όπως
ο Ψυχρός Πόλεμος διαμόρφωσε έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μεγάλα μπλοκ,
το ένα με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες και το άλλο τη Σοβιετική
Ένωση, έτσι και ο 21ος αιώνας μπορεί να διαμορφωθεί γύρω από νέες,
ισχυρές και πολυδιάστατες συμμαχίες.
Όσο πιο ουσιαστικοί είναι αυτοί
οι δεσμοί –στρατιωτικοί, οικονομικοί, τεχνολογικοί και πολιτικοί– τόσο
περισσότερες χώρες θα επιδιώξουν να ενταχθούν σε αυτά τα δίκτυα.
Στο τέλος της ημέρας, δεν θα είναι μόνο οι ισχυρές χώρες εκείνες που θα καθορίσουν τη νέα παγκόσμια τάξη.
Εκείνος
που θα καταφέρει να οικοδομήσει το ισχυρότερο και αποτελεσματικότερο
δίκτυο συμμαχιών μπορεί να είναι αυτός που θα καθορίσει, σε μεγάλο
βαθμό, ποια θα είναι τα κέντρα εξουσίας και επιρροής για τα επόμενα
εκατό χρόνια», καταλήγει ο Ισραηλινός αναλυτής.
«Ασφάλιση» απέναντι στην αποχώρηση των ΗΠΑ
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση της South China Morning Post,
σύμφωνα με την οποία η συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν
μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος «ασφάλισης» απέναντι στο ενδεχόμενο
αποδυνάμωσης του αμερικανικού ρόλου ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Το
σκεπτικό είναι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να
δημιουργήσουν δικές τους δομές αποτροπής, σε μια περίοδο κατά την οποία
δεν θεωρούν δεδομένη την αμερικανική εγγύηση ασφαλείας.
Σύμφωνα με
την ανάλυση, η νέα συμφωνία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας
αποτροπής απέναντι τόσο στο Ιράν όσο και στο Ισραήλ, περιορίζοντας τον
κίνδυνο μιας ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη γεωπολιτική ανατροπή:
Αν
η Μέση Ανατολή αρχίσει να δημιουργεί αυτόνομα κέντρα στρατιωτικής
ισχύος, ο ρόλος των ΗΠΑ ως μοναδικού εγγυητή της περιφερειακής ασφάλειας
θα δοκιμαστεί.
Ίσως η πιο βαριά εκτίμηση είναι αυτή που
θέλει τη Συμφωνία της Μέκκας να μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να
εξελιχθεί σε ένα τρίτο γεωπολιτικό «κέντρο βάρους» στη Μέση Ανατολή.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το Ισραήλ και το δίκτυο των συμμάχων του.
Από την άλλη το Ιράν και οι δικές του περιφερειακές σχέσεις.
Και τώρα, στο ενδιάμεσο, εμφανίζεται ένα νέο σχήμα με την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η συμφωνία θα αλλάξει τη Μέση Ανατολή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα αλλάξει.
Γιατί
εάν η συνεργασία των τριών χωρών αποκτήσει μόνιμα στρατιωτικά,
οικονομικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά, τότε η περιοχή μπορεί να
εισέλθει σε μια νέα εποχή ισορροπίας τρόμου, όπου καμία δύναμη δεν θα
μπορεί να κινείται χωρίς να υπολογίζει τις αντιδράσεις των υπολοίπων.
Και για το Τελ Αβίβ, το μήνυμα της νέας πραγματικότητας είναι σαφές:
Η εποχή κατά την οποία το Ισραήλ μπορούσε να αντιμετωπίζει κάθε περιφερειακή απειλή ξεχωριστά ίσως τελειώνει.
Τώρα, η μεγάλη μάχη δεν είναι μόνο για τα όπλα.
Είναι για το ποιος θα δημιουργήσει το ισχυρότερο δίκτυο συμμαχιών πριν κλείσει ο νέος γεωπολιτικός κλοιός.
Τι σημαίνει για τις αγορές και την οικονομία
Πέρα από τη στρατιωτική διάσταση, το νέο σύμφωνο έχει και οικονομικές προεκτάσεις.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και το διεθνές εμπόριο.
Οποιαδήποτε
επιδείνωση της ασφάλειας στον Κόλπο ή στην Ερυθρά Θάλασσα μπορεί να
επηρεάσει: τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, το κόστος
των θαλάσσιων μεταφορών, τις ασφαλιστικές τιμές για πλοία και φορτία,
τις επενδύσεις στη Σαουδική Αραβία, τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες
και τελικά τον πληθωρισμό.
Για το Ριάντ, η σταθερότητα δεν είναι απλώς ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Είναι προϋπόθεση για την υλοποίηση του Vision 2030 και για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της νέας συμφωνίας είναι ότι δεν αποκλείεται η διεύρυνσή της.
Πακιστανοί
και Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής
και άλλων χωρών που θα επιθυμούσαν να ενταχθούν στο πλαίσιο, υπό την
προϋπόθεση ότι αποδέχονται τις βασικές αρχές του συμφώνου.
Εάν το σχήμα αποκτήσει περισσότερα μέλη, θα μπορούσε σταδιακά να εξελιχθεί σε έναν ευρύτερο μηχανισμό περιφερειακής ασφάλειας.
Αυτό θα ήταν μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής τα τελευταία χρόνια.
www.bankingnews.gr