Ρεπούση: Μύθος ο χορός του Ζαλόγγου


Μιλώντας την Πέμπτη στο ραδιοφωνικό σταθμό Alpha 989 με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ και ιστορικός τάχθηκε κατά της ποινικοποίησης της μνήμης: «Είμαι κατά της ποινικοποίησης της μνήμης. Το ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε τις γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορική επιστήμη είναι υποχρεωμένη να δεχθεί τις πολιτικές αποφάσεις και μάλιστα να τιμωρούνται όσοι έχουν διαφορετική άποψη. Δεν έχω καμία επιφύλαξη με τη διάταξη που προτείνει το σχέδιο νόμου του Ρουπακιώτη».
 
«Χώρες της Βαλτικής έχουν χαρακτηρίσει γενοκτονίες τα σταλινικά εγκλήματα. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα εγκλήματα της Βαλτικής γενοκτονίες; Δεν είναι ότι οι ιστορικοί αρνούνται αυτά τα εγκλήματα. Κορυφαίο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι το Ολοκαύτωμα. Οι ιστορικοί, είμαστε πιο προσεκτικοί με τη χρήση των όρων. Δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν εγκλήματα», συνέχισε.

Αναφερόμενη στην επιστολή που έστειλε, δήλωσε: «η επιστολή μου ήταν ιδιωτική που απευθύνθηκε σε συναδέλφους μου. Έλεγα ότι ενδέχεται στο υπό κατάθεση νομοσχέδιο να υπάρχει διάταξη για ποινικοποίηση της μνήμης. Ήταν μια επιστολή που έλεγε ‘’στο βαθμό που υπάρχουν αντίστοιχες προβληματικές διατάξεις έχετέ το υπόψη σας’’. Αν υπερασπίζομαι ό, τι υπερασπίζομαι, είναι γιατί δεν θέλω να βγαίνουν νόμοι για το τι θα λένε και θα γράφουν οι ιστορικοί».
 
«Το πρόβλημα μ' αυτό το σχέδιο νόμου το έχουν αυτοί που ασκούν ρατσιστική βία και αυτοί που παρακινούν σε ρατσιστική βία. Η Πολιτεία οφείλει να περιφρουρήσει αν ο λόγος είναι ρατσιστικός και οδηγεί σε πράξη βίας. Υπάρχει αναγκαιότητα να θωρακίσουμε τη Δημοκρατία», πρόσθεσε.

Ερωτηθείσα αν νιώθει θύμα, η κυρία Ρεπούση απάντησε: «Ασκείται μια τρομοκρατία στη δική μου περίπτωση. Η Δημοκρατία μας έχει να χάσει από αυτή την άσκηση πίεσης και τρομοκρατίας. Δεν αισθάνομαι θύμα. Οι τακτικές ιεράς εξέτασης έχουν περάσει. Διεκδικώ το δικαίωμά μου να απαντώ με το δικό μου τρόπο, δεν πρόκειται κανείς να με βάλει στη λογική του μαύρου-άσπρου. Καμιά φορά κάνω το λάθος να μιλώ στην πολιτική με ιστορικούς όρους. Διεκδικώ μια ιστορική καθαρότητα».

Σε ερώτηση για το αν υπήρξε ο χορός του Ζαλόγγου, υποστήριξε ότι «κάθε λαός δημιουργεί εθνικούς μύθους».

Για το βιβλίο της Ιστορίας και τον «συνωστισμό», ανέφερε ότι «υπήρξε μεγάλη εκμετάλλευση. Ακόμα φέρνουν στην επιφάνεια βιβλίο που έγραψα και η λέξη συνωστίζονται διορθώθηκε αμέσως. Ήταν ένα πάρα πολύ καλό σχολικό βιβλίο, είχε μια ατυχή έκφραση, διορθώθηκε αμέσως. Δεν υπήρχε η λέξη ''συνωστισμός'' υπήρχε το ρήμα στην περιγραφή μιας αθρόας προσέλευσης. Εμείς αμέσως είπαμε πως δεν είναι σωστή η λέξη συνωστισμός επειδή προσβάλλει τις μνήμες ανθρώπων. Δεν θέλαμε να πούμε ότι στη Σμύρνη έγινε συνωστισμός».

Πρόσθεσε ότι «γενικότερη τάση της ιστορίας είναι να μαθαίνουμε από το παρελθόν για να προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα λάθη μας. Πιο πάνω είναι το να μπορεί κανείς να διαβάζει ιστορικά τα πράγματα, να μη στέκεται σε μια αλήθεια αλλά να βλέπει και τις άλλες αλήθειες».

Τέλος η κ. Ρεπούση τάχθηκε υπέρ του δικαιώματος υιοθεσίας και στους ομοφυλόφιλους. «Εφόσον η Πολιτεία αναγνωρίζει το δικαίωμα της υιοθεσίας σε ετεροφυλόφιλους οφείλει να το αναγνωρίζει και σε ομοφυλόφιλους», ανέφερε και πρόσθεσε στη συνέχεια ότι «Υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση σε ό,τι αφορά την ανάγκη του παιδιού να ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο φύλο. Δεν καταλαβαίνω γιατί υπάρχει στην Ελλάδα αυτή η ομοφοβία. Η διαφορετικότητα είναι δικαίωμα του καθενός. Η ταυτότητα του φύλου είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Δεν με ενοχλεί καθόλου. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα».
 
«Αβάσταχτη ιστορική ελαφρότητα»

Για «αβάσταχτη ιστορική ελαφρότητα» έκανε λόγο σχετικά με την τοποθέτηση της Μ. Ρεπούση ο βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» Γιάννης Μιχελάκης.

 Σε κείμενό του, το οποίο δημοσίευσε στις σελίδες του στο facebook και στο twitter αναφέρει:
 
«Η …αβάσταχτη ιστορική ελαφρότητα της κυρίας Ρεπούση
 
Για να ξεπαστρέψεις ένα λαό, του αφαιρείς πρώτα τη μνήμη. Καταστρέφεις τα βιβλία του, τον πολιτισμό του, την ιστορία του. Και κάποιος άλλος του γράφει βιβλία, του δίνει πολιτισμό και επινοεί για λογαριασμό του άλλη ιστορία. Έπειτα, ο λαός αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνά ποιος είναι και ποιος ήταν. Ακόμη πιο γρήγορα θα τον ξεχάσει ο κόσμος γύρω του».
 
Αυτά έγραφε ο Μίλαν Κούντερα στο «Βιβλίο του γέλιου και της λήθης» το 1978, με σκοπό να αφυπνίσει τους συμπατριώτες του. Εκείνοι αφυπνίστηκαν! Η κυρία Ρεπούση;».

 Πηγή:

Related Posts