Μυστικό σχέδιο ΗΠΑ - Ριάντ για ολοκληρωτικό πόλεμο...

 «Φλέγεται» η Μέση Ανατολή: Μυστικό σχέδιο ΗΠΑ - Ριάντ για ολοκληρωτικό πόλεμο - Παράλυση στην παγκόσμια αγορά ενέργειαςΟι εξελίξεις στην Υεμένη τις τελευταίες ημέρες δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς συνέχεια των συνηθισμένων συγκρούσεων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του κινήματος Ansar Allah (Houthis), σύμφωνα με την ομάδα Inter-Al-Laml…

Η ξαφνική αύξηση των σαουδαραβικών αεροπορικών επιδρομών, η επίσκεψη του διοικητή της CENTCOM, Brad Cooper, στη Σαουδική Αραβία, η συνάντησή του με τον Σαουδάραβα διάδοχο Mohammed bin Salman, η αναδιάταξη δυνάμεων που συνδέονται με το Ριάντ στη δυτική ακτή, καθώς και η χρονική σύμπτωση αυτών των εξελίξεων με επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών ενεργειακών υποδομών, δείχνουν ότι διαμορφώνεται μια νέα φάση του πολέμου.
Κεντρικός στόχος αυτής της νέας φάσης φαίνεται να είναι η αποτροπή του κινήματος Ansar Allah από το να εδραιώσει την παρουσία της στη δυτική ακτή της Υεμένης και, κατ’ επέκταση, στην πύλη του Bab al-Mandab.
Το σημείο εκκίνησης αυτής της φάσης θα πρέπει να αναζητηθεί την περασμένη Πέμπτη, όταν ο Brad Cooper έφτασε στη Σαουδική Αραβία για επείγουσες συνομιλίες με Σαουδάραβες αξιωματούχους.
Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, καθώς και το Reuters, επιβεβαίωσαν ότι η επίσκεψη του διοικητή της CENTCOM πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ είχε ζητήσει τη συνδρομή της Ουάσινγκτον για την αντιμετώπιση των επιθέσεων του κινήματος Ansar Allah.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, προς το παρόν, δεν προτίθεται να εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο εναντίον των Ansar Allah.
Ταυτόχρονα, όμως, έχει ενισχύσει την παροχή πληροφοριών και άλλης υποστήριξης προς τη Σαουδική Αραβία, προκειμένου να διευκολύνει την επιλογή και προσβολή στόχων στην Υεμένη.
Η σημασία της επίσκεψης του Κούπερ γίνεται ακόμη πιο σαφής αν ληφθούν υπόψη οι σαουδαραβικές επιθέσεις που ακολούθησαν. Ο Γιαχία Σαρί, εκπρόσωπος των ενόπλων δυνάμεων της Υεμένης, ανακοίνωσε ότι η Σαουδική Αραβία πραγματοποίησε περισσότερες από 300 αεροπορικές επιδρομές εναντίον διαφόρων περιοχών της Υεμένης μέσα σε πέντε ημέρες.
Το κίνημα Ansar Allah είχε προηγουμένως κάνει λόγο για δεκάδες σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ διεθνείς πηγές επιβεβαίωσαν ότι η σύγκρουση εισέρχεται σε μια περίοδο ευρείας κλιμάκωσης.
Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για μια απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να εντείνει τις επιθέσεις της.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να ενεργοποιήσει και να αξιοποιήσει τη στρατιωτική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, προκειμένου να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο κίνημα Ansar Allah, χωρίς να εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο με αμερικανικές δυνάμεις.
Η παρουσία του διοικητή της CENTCOM στο Ριάντ στην αρχή αυτής της νέας φάσης, καθώς και η επακόλουθη συνάντησή του με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στην Τζέντα, ενισχύουν περαιτέρω αυτή την εκτίμηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Reuters ανέφερε ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εν μέσω κλιμάκωσης των εχθροπραξιών με την Ansar Allah, ενώ η Ουάσινγκτον παρέχει παράλληλα στο Ριάντ πληροφοριακή υποστήριξη, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής καταλόγου στόχων στην Υεμένη.

Η απάντηση της Ansar Allah

Οι ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης έχουν ανακοινώσει επιθέσεις εναντίον της αεροπορικής βάσης King Khalid στο Khamis Mushait και του αεροδρομίου της Ταΐφ, εγκαταστάσεων που συνδέονται άμεσα με την αεροπορική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας.
Η επίθεση στη Sharura, καθώς και η στοχοποίηση αποθηκών πυρομαχικών και κέντρων διοίκησης και ελέγχου, μπορούν επίσης να ενταχθούν σε αυτό το πλαίσιο.
Αντί να περιορίζεται στην απάντηση στις σαουδαραβικές επιθέσεις εντός της Υεμένης, το κίνημα Ansar Allah επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ριάντ στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας, πλήττοντας επιχειρησιακές και στρατιωτικές υποδομές.

Το μέτωπο της δυτικής ακτής

Ωστόσο, οι εξελίξεις στη δυτική ακτή αποτελούν ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της εξίσωσης.
Τις τελευταίες ημέρες, ο Tarik Saleh, μέλος του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας της Υεμένης και διοικητής των λεγόμενων Εθνικών Δυνάμεων Αντίστασης στη δυτική ακτή, ανακοίνωσε αρχικά την αναδιοργάνωση των δυνάμεών του και τη δημιουργία ενός εναλλακτικού κέντρου διοίκησης.
Ο ίδιος τόνισε ότι η κίνηση πραγματοποιήθηκε σε συντονισμό με την ηγεσία του σαουδαραβικού συνασπισμού και το Προεδρικό Συμβούλιο Ηγεσίας.
Στη συνέχεια ανακοινώθηκε η απόφαση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δύναμης με την ονομασία «Αντίσταση Τιχάμα».
Σύμφωνα με δημοσιευμένες αναφορές, η νέα αυτή δύναμη θα συνδέεται άμεσα με τη δομή του σαουδαραβικού συνασπισμού.
Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κίνηση συμπίπτει χρονικά με την επίσκεψη του Tarik Salehχ στο Ριάντ, αλλά και με την παρουσία του διοικητή της CENTCOM στη Σαουδική Αραβία, την καθιστά σημαντικότερη από μια απλή οργανωτική αναδιάρθρωση.
Μετά τις πρόσφατες ήττες και υποχωρήσεις των δυνάμεων του συνασπισμού στη δυτική ακτή, το ζήτημα για το Ριάντ και την Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον μόνο η διατήρηση των υφιστάμενων γραμμών του μετώπου.
Είναι επίσης η ανασυγκρότηση μιας χερσαίας δύναμης ικανής να εμποδίσει το κίνημα Ansar Allah να εδραιώσει την παρουσία της κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας.
Ο σχηματισμός της «Αντίστασης Τιχάμα» θα πρέπει να εξεταστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο: ως μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης και ενίσχυσης των δυνάμεων του συνασπισμού, προτού η νέα πραγματικότητα στη δυτική ακτή παγιωθεί και καταστεί μη αναστρέψιμη.
Αυτό δείχνει ότι ο στόχος των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι απλώς να σταματήσουν τις επιθέσεις της Ansar Allah σε σαουδαραβικό έδαφος.
Η κύρια ανησυχία αφορά τη μεταβολή της ισορροπίας σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από τη δυτική ακτή της Υεμένης έως το Bab al-Mandab.
Η προέλαση της Ansar Allah στην περιοχή αυτή, λόγω της στρατηγικής θέσης του Bab al-Mandab και της σύνδεσής του με τις ναυτιλιακές οδούς της Ερυθράς Θάλασσας, δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική εξέλιξη στην Υεμένη.
Διεθνείς πηγές έχουν επίσης προειδοποιήσει τις τελευταίες ημέρες για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ο έλεγχος της περιοχής από την Ansar Allah στη ναυσιπλοΐα και στις εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.
Το ενεργειακό μέτωπο, από την άλλη πλευρά, εμπλέκεται ολοένα και περισσότερο στον πόλεμο της Υεμένης.
Τις τελευταίες ημέρες, ο αγωγός Ανατολής–Δύσης της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τις ανατολικές περιοχές προς το λιμάνι Γιανμπού, στην Ερυθρά Θάλασσα, έγινε στόχος επίθεσης με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, με αποτέλεσμα η Σαουδική Αραβία να τον θέσει προσωρινά εκτός λειτουργίας.
Το Reuters ανέφερε ότι η επίθεση διέκοψε τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω της διαδρομής της Ερυθράς Θάλασσας και προκάλεσε ανησυχία στα ασιατικά διυλιστήρια σχετικά με πιθανή μείωση των προμηθειών σαουδαραβικού πετρελαίου.
Παράλληλα, έχουν αναφερθεί νέες επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και δεξαμενές στην περιοχή του Yanbu.
Η σημασία του Yanbu έγκειται στο γεγονός ότι το λιμάνι αποτελεί, στην πράξη, μία από τις βασικές οδούς μέσω των οποίων η Σαουδική Αραβία μπορεί να παρακάμπτει το Στενό του Hormuz και να μεταφέρει πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα. Επομένως, οποιαδήποτε επιτυχημένη επίθεση σε αγωγούς μεταφοράς, εγκαταστάσεις αποθήκευσης ή εξαγωγικούς κόμβους στην περιοχή επηρεάζει άμεσα τους οικονομικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς του Ριάντ.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη: δεν μπορούν όλες οι πρόσφατες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας να αποδοθούν με βεβαιότητα στην Ansar Allah.
Όσον αφορά την επίθεση στον αγωγό Ανατολής–Δύσης, οι διαθέσιμες αναφορές έχουν προτείνει διαφορετικές εκδοχές σχετικά με την ευθύνη, με ορισμένες πηγές να την αποδίδουν στο Ιράκ.
Από στρατηγικής άποψης, όμως, η σημασία αυτών των επιθέσεων βρίσκεται αλλού: το Μέτωπο Αντίστασης έχει πλέον καταφέρει να καταστήσει την πίεση στις ενεργειακές οδούς και στους διαδρόμους εξαγωγών της Σαουδικής Αραβίας μέρος της ευρύτερης περιφερειακής πολεμικής εξίσωσης.
Για τον λόγο αυτό, η νέα φάση του πολέμου δεν θα πρέπει να αναλυθεί μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο του «Σαουδική Αραβία εναντίον Υεμένης».
Η σύμπτωση του πολέμου στην Υεμένη με την κρίση στο Στενό του Hormuz, η πίεση στις ενεργειακές εξαγωγικές οδούς, η απειλή για τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και οι κινήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή έχουν δημιουργήσει μια αλληλένδετη αλυσίδα εξελίξεων.
Πρόσφατες αναφορές κάνουν λόγο για σύγκλιση των κινδύνων στο Bab al-Mandab και στο Στενό του Hormuz, καθώς και για τις πιθανές επιπτώσεις τους στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Από αυτή την οπτική γωνία, η απόφαση της Ουάσινγκτον να απέχει από μια άμεση επίθεση εναντίον της Ansar Allah δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται από την εξίσωση της Υεμένης.
Αντίθετα, φαίνεται να επιδιώκουν την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Σαουδικής Αραβίας και των συμμαχικών της δυνάμεων, προκειμένου να αυξήσουν την πίεση μέσω τοπικών παραγόντων, διατηρώντας παράλληλα τις δικές τους δυνάμεις διαθέσιμες για έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.
Το ταξίδι του Brad Cooper στη Σαουδική Αραβία, η παροχή αμερικανικής υποστήριξης σε επίπεδο πληροφοριών, η αποστολή στοχευμένων ενισχύσεων στο Ριάντ, καθώς και η αναδιάταξη δυνάμεων στη δυτική ακτή, αποτελούν ενδείξεις αυτής της προσέγγισης.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, αντιμετωπίζει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: το κύριο κόστος της εφαρμογής της καλείται να το επωμιστεί η Σαουδική Αραβία.
Η αύξηση των αεροπορικών επιδρομών, η ανασυγκρότηση των χερσαίων δυνάμεων και η προσπάθεια αποτροπής της εδραίωσης του κινήματος Ansar Allah στη δυτική ακτή συνεπάγονται άμεσο κόστος για το Ριάντ.
Αντίθετα, η αντίδραση του κινήματος Ansar Allah θα μπορούσε να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης από τη γεωγραφία της Υεμένης στη Σαουδική Αραβία και στις κρίσιμες υποδομές της.
Ως αποτέλεσμα, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Υεμένη δεν αποτελεί απλώς μια προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας να αποκαταστήσει την ισορροπία στο πεδίο της μάχης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να προσπαθούν να επανενεργοποιήσουν τη στρατιωτική ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας και των συνδεδεμένων με αυτήν δυνάμεων, προτού η Ansar Allah εδραιώσει τα κέρδη της στη δυτική ακτή και στην περιοχή του Bab al-Mandab.
Το κίνημα Ansar Allah, από την πλευρά της, έχει δείξει ότι, απέναντι στην αυξανόμενη πίεση, η αντίδρασή της στο πεδίο δεν θα περιοριστεί κατ’ ανάγκην στη γεωγραφία της Υεμένης.
Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, η εξίσωση του πολέμου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης δεν θα μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια διμερής σύγκρουση.
Το Bab al-Mandab, η Ερυθρά Θάλασσα, οι πετρελαϊκές εξαγωγικές οδοί, το Yanbu, ακόμη και η σύνδεσή τους με το Στενό του Hormuz, θα μπορούσαν να μετατρέψουν τον πόλεμο της Υεμένης σε ένα από τα μέτωπα μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προσπάθειες των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας να αποτρέψουν την Ansar Allah από το να εδραιώσει τη θέση της ενδέχεται να διευρύνουν το πεδίο της σύγκρουσης αντί να περιορίσουν την κρίση.
Καθώς αυξάνεται η πίεση στη Sanaa, αυξάνεται και η πιθανότητα το κόστος του πολέμου να μεταφερθεί από τα μέτωπα της Υεμένης στις ζωτικής σημασίας υποδομές και στις στρατηγικές οδούς ολόκληρης της περιοχής.

www.bankingnews.gr